Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • συναθλητής, συναθλήτρια συ-να-θλη-τής ουσ. (αρσ. + θηλ.): αθλητής που ανήκει στην ίδια αθλητική ομάδα ή που αγωνίζεται στο ίδιο άθλημα με άλλον ή άλλους: Είναι πρώην ~ές. Σέβομαι/συγχαίρω/τιμώ τις ~τριές μου. Πανηγύρισε τη νίκη του με τους ~ές του. [< μτγν. συναθλητής ‘συναγωνιστής’]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.