Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • συναλλακτικός , ή, ό συ-ναλ-λα-κτι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με τις οικονομικές συναλλαγές: ~ός: όγκος/τζίρος. ~ή: δραστηριότητα/κίνηση/πρακτική/συμπεριφορά. ~ό: Δίκαιο/ενδιαφέρον/νόμισμα. ~ές: συνήθειες/σχέσεις/υποχρεώσεις.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ή: μνήμη. ● ΣΥΜΠΛ.: συναλλακτικά ήθη: ΝΟΜ. (στο Εμπορικό Δίκαιο) επικρατούσες συνήθειες που ορίζουν τον τρόπο διεξαγωγής των συναλλαγών σε συγκεκριμένους κλάδους, χώρους ή περιοχές: ηλεκτρονικά/υφιστάµενα ~ ~. Τα ~ ~ στην αγορά. Παραγωγή σύμφωνη με τα ~ ~. Ενέργειες που αντίκεινται στα χρηστά ~ ~. [< μτγν. συναλλακτικός ‘σχετικός με συμβόλαιο, έμπειρος στις συναλλαγές’, αγγλ. transactional]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.