συναφής , ής, ές συ-να-φής επίθ. {συναφ-ούς | -είς (ουδ. -ή)}: που έχει λογική σχέση, συνάφεια με κάτι: ~ής: λόγος/νόμος/όρος. ~ής: διαδικασία/διάταξη/δραστηριότητα/εργασία. ~ές: αίτημα/έγγραφο/επάγγελμα/ερώτημα/θέμα. ~είς: εκδηλώσεις/μελέτες/πληροφορίες. Στατικά προβλήματα ~ή με την αρχιτεκτονική του κτιρίου. Πβ. παρεμφερής, σχετικός. ΑΝΤ. άσχετος.|| (ΝΟΜ.) ~ή αδικήματα. ΑΝΤ. ανεξάρτητος (3) ● επίρρ.: συναφώς [-ῶς] ● ΦΡ.: και τα παρόμοια/συναφή βλ. παρόμοιος [< αρχ. συναφής]
παρόμοιος
παρόμοιος, α, ο πα-ρό-μοι-ος επίθ.: που εμφανίζει πολλές ομοιότητες με κάτι ή κάποιον άλλο, σχεδόν όμοιος: ~ος: μηχανισμός. ~α: ιστορία/τακτική. ~ο: αποτέλεσμα/θέμα/περιεχόμενο/σχέδιο. ~ες: θέσεις/εμπειρίες. ~α: είδη/προβλήματα/προϊόντα/χαρακτηριστικά. Σε ~ες περιπτώσεις. Υπό ~ες συνθήκες. Ο τρόπος λειτουργίας των δύο μηχανημάτων είναι ~. Δεν μου έχει τύχει ποτέ κάτι ~ο. Έχω συναντήσει ~ες καταστάσεις. Σε αυτά και άλλα ~α ερωτήματα επιχειρεί να απαντήσει η έρευνα. Πβ. ομοειδής. ΣΥΝ. παραπλήσιος (1), παρεμφερής ● ΦΡ.: και τα παρόμοια/συναφή: και τα λοιπά: Βιβλία, χαρτικά ~ ~. Πβ. και τα ρέστα., και άλλα ηχηρά παρόμοια βλ. ηχηρός [< αρχ. παρόμοιος]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.