Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • συνεκτικότητα συ-νε-κτι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του συνεκτικού: κοινωνική/κομματική ~ (πβ. δεσμός). ~ του εδάφους/υλικών (πβ. συναρμογή).|| (ΓΛΩΣΣ., ως κειμενική λειτουργία, σε ό,τι αφορά το περιεχόμενο:) Κείμενο με ~ (: νοηματική αλληλουχία). Βλ. -ότητα. [< γαλλ.-αγγλ. cohérence]

-ότητα

-ότητα(λόγ.) επίθημα αφηρημένων θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνουν 1. κατάσταση ή χαρακτηριστικό: αυστηρ~/γνησι~/προνοητικ~. Βλ. -ύτητα.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Oσι~/παναγι~. Αγι~/ιερ~ (ΣΥΝ. -οσύνη). 2. (περιληπτ., παράγ. από ουσ.) σύνολο ατόμων με κοινή ιδιότητα: αδελφ~/ανθρωπ~. [< αρχ. -ότης]