Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • συνημμένος , η, ο συ-νημ-μέ-νος επίθ.: (κυρ., για υπηρεσιακά έγγραφα) που συνάπτεται με κάτι άλλο, που προσαρτάται ως πρόσθετο στοιχείο: ~ος: κανονισμός/κατάλογος/πίνακας. ~η: απόφαση/επιστολή/λίστα. ~ο: έντυπο/μήνυμα. (Συν)υποβάλλω μαζί με την αίτηση πέντε ~α έγγραφα (= επισυναπτόμενα). Διαβάστε τις οδηγίες του ~ου παραρτήματος.|| (ΔΙΑΔΙΚΤ.) ~η εικόνα/φωτογραφία. ~ο: αρχείο (σε ιμέιλ). (ως ουσ.) Αποστολή/λήψη ~ου.|| (ΓΡΑΜΜ., κυρ. στην αρχ. Ελλην.) ~η: μετοχή. ΑΝΤ. απόλυτη μετοχή. ● επίρρ.: συνημμένα & (λόγ.) συνημμένως [< μτχ. παθ. παρακ. του ρ. συνάπτω, γαλλ. ci-joint]