συνθετικός , ή, ό συν-θε-τι-κός επίθ. 1. (επιστ.) που δημιουργείται ή παράγεται με χημική σύνθεση, που δεν αποτελείται από φυσικά υλικά: ~ός: (χλοο)τάπητας. ~ή: βαφή/γούνα/ίνα/πρωτεΐνη/ύλη. ~ό: δέρμα (πβ. βινύλ, δερματίνη)/καουτσούκ/λιπαντικό/νήμα/ύφασμα. ~ές: κλωστές. ~ά: κουφώματα/ναρκωτικά/χρώματα. Βλ. ημι~. Πβ. τεχνητός.2. που σχετίζεται με τη διαδικασία της σύνθεσης ή προκύπτει από αυτή: ~ός: τρόπος σκέψης/χαρακτήρας. ~ή: ανάλυση/εργασία/ικανότητα/μορφή (βιταμίνης)/παρουσίαση (ενός φαινομένου)/σκέψη. ~ό: έργο. Βλ. πολυ~. ΑΝΤ. αναλυτικός (2) ● Ουσ.: συνθετικά (τα): ενν. ρούχα. Βλ. βαμβακερά, μάλλινα., συνθετικό (το): ΓΛΩΣΣ. καθένα από τα μέρη από τα οποία αποτελείται μια σύνθετη λέξη: πρώτο (βλ. πρόθημα)/δεύτερο (βλ. επίθημα) ~. Ανάλυση/χωρισμός μιας λέξης στα ~ά της. ● ΣΥΜΠΛ.: συνθετικές γλώσσες: ΓΛΩΣΣ. στις οποίες οι λέξεις περιέχουν τυπικά περισσότερα από ένα μορφήματα (Ελληνική, Λατινική, Αραβική, Τουρκική). Βλ. αναλυτικές γλώσσες., συνθετική μέθοδος: η απαγωγική μέθοδος, που ξεκινά από το γενικό και συνολικό και καταλήγει στο ειδικό και μερικό. Βλ. αναλυτική μέθοδος., συνθετική φωνή: ΤΕΧΝΟΛ. που παράγεται με τεχνητά μέσα: Πρόγραμμα που μετατρέπει κείμενο σε ~ ~. [< αρχ. συνθετικός, γαλλ. synthétique, αγγλ. synthetic]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.