Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • συνθετικός , ή, ό συν-θε-τι-κός επίθ. 1. (επιστ.) που δημιουργείται ή παράγεται με χημική σύνθεση, που δεν αποτελείται από φυσικά υλικά: ~ός: (χλοο)τάπητας. ~ή: βαφή/γούνα/ίνα/πρωτεΐνη/ύλη. ~ό: δέρμα (πβ. βινύλ, δερματίνη)/καουτσούκ/λιπαντικό/νήμα/ύφασμα. ~ές: κλωστές. ~ά: κουφώματα/ναρκωτικά/χρώματα. Βλ. ημι~. Πβ. τεχνητός. 2. που σχετίζεται με τη διαδικασία της σύνθεσης ή προκύπτει από αυτή: ~ός: τρόπος σκέψης/χαρακτήρας. ~ή: ανάλυση/εργασία/ικανότητα/μορφή (βιταμίνης)/παρουσίαση (ενός φαινομένου)/σκέψη. ~ό: έργο. Βλ. πολυ~. ΑΝΤ. αναλυτικός (2) ● Ουσ.: συνθετικά (τα): ενν. ρούχα. Βλ. βαμβακερά, μάλλινα., συνθετικό (το): ΓΛΩΣΣ. καθένα από τα μέρη από τα οποία αποτελείται μια σύνθετη λέξη: πρώτο (βλ. πρόθημα)/δεύτερο (βλ. επίθημα) ~. Ανάλυση/χωρισμός μιας λέξης στα ~ά της. ● ΣΥΜΠΛ.: συνθετικές γλώσσες: ΓΛΩΣΣ. στις οποίες οι λέξεις περιέχουν τυπικά περισσότερα από ένα μορφήματα (Ελληνική, Λατινική, Αραβική, Τουρκική). Βλ. αναλυτικές γλώσσες., συνθετική μέθοδος: η απαγωγική μέθοδος, που ξεκινά από το γενικό και συνολικό και καταλήγει στο ειδικό και μερικό. Βλ. αναλυτική μέθοδος., συνθετική φωνή: ΤΕΧΝΟΛ. που παράγεται με τεχνητά μέσα: Πρόγραμμα που μετατρέπει κείμενο σε ~ ~. [< αρχ. συνθετικός, γαλλ. synthétique, αγγλ. synthetic]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.