Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • συνταγή συ-ντα-γή ουσ. (θηλ.) 1. σύνολο οδηγιών για την παρασκευή φαγητού, γλυκού ή ποτού που περιλαμβάνει τη δοσολογία των υλικών και τον τρόπο εκτέλεσης: απλή (ΑΝΤ. περίπλοκη)/αρχική/αυθεντική/διαιτητική/εύκολη/παραδοσιακή/πεντανόστιμη/σπιτική/τοπική/χριστουγεννιάτικη ~. Εκτέλεση/παραλλαγή/υλικά ~ής. Βιβλίο/σημειωματάριο/συλλογή ~ών. ~ για λικέρ. ~ με λαχανικά/όσπρια. ~ές της γιαγιάς (πβ. ρετσέτα). Ιστοσελίδα με ~ές ζαχαροπλαστικής/μαγειρικής. Η εβδομαδιαία ~ του περιοδικού. Τεύχος με καλοκαιρινές ~ές.|| (συνεκδ.) Του μαγείρεψα μια ~. 2. ΦΑΡΜΑΚ. γραπτή εντολή γιατρού για χορήγηση φαρμάκου με σχετικές οδηγίες για τη λήψη του και συνεκδ. το σχετικό έντυπο: ηλεκτρονική ~. Φάρμακα που χορηγούνται μόνο κατόπιν ~ής/με ~ γιατρού.|| ~ γυαλιών/φακών επαφής. 3. (μτφ.) στερεότυπη συμπεριφορά που προτείνεται ως η ενδεδειγμένη για την επίτευξη ενός στόχου: δοκιμασμένη/επιτυχημένη ~. ~ για μια ευχάριστη βραδινή έξοδο. Δεν υπάρχουν έτοιμες ~ές για ευτυχισμένο γάμο. Πβ. μέθοδος.|| ~ δυστυχίας/καταστροφής. ● ΣΥΜΠΛ.: μαγικό ραβδί/μαγική συνταγή/μαγική λύση/μαγικός τρόπος βλ. μαγικός [< 1,3: γαλλ. recette 2: μτγν. συνταγή 'εντολή, προσταγή, συμφωνία']

μαγικός

μαγικός, ή, ό μα-γι-κός επίθ. 1. που έχει σχέση με τη μαγεία, την ταχυδακτυλουργία ή λειτουργεί με τρόπο ανεξήγητο: ~ός: καθρέφτης/λόγος. ~ή: δύναμη/ζώνη/πέτρα/πηγή/σκέψη/σκόνη/σκούπα/σφαίρα/τέχνη. ~ό: δαχτυλίδι/λυχνάρι/σύμβολο/φίλτρο/χαλί (= ιπτάμενο). ~οί: πάπυροι. ~ές: ιδιότητες/ικανότητες/τελετές. ~ά: βότανα.|| ~ή: τράπουλα. ~ό: κουτί. ~ά: κόλπα (= τρικ).|| Δεν υπάρχει ~ή θεραπεία για τις ασθένειες. 2. (μτφ.) μαγευτικός ή εντυπωσιακός: ~ός: κόσμος (του διαδικτύου/της μουσικής)/τόπος. ~ή: ατμόσφαιρα/βραδιά/εμπειρία/πόλη/στιγμή/φωνή. ~ό: καλοκαίρι/νησί/ταξίδι. Πβ. γοητευτ-, θελκτ-, σαγηνευτ-, συναρπαστ-ικός, ονειρεμένος.|| (ΑΘΛ.) ~ή: ενέργεια/κεφαλιά/μπαλιά. ~ό: γκολ/πλασέ/σουτ. Πβ. θαυμαστός. 3. (μτφ.) εξαιρετικά σημαντικός και δυσεύρετος: Άφαντα τα ~ά χαρτάκια (= εισιτήρια) για το ντέρμπι. ● ΣΥΜΠΛ.: μαγικά τετράγωνα: ΜΑΘ. τετραγωνικοί πίνακες που περιέχουν ακέραιους αριθμούς τοποθετημένους σε γραμμές και στήλες με τέτοιον τρόπο, ώστε κάθε γραμμή, στήλη και οι δύο διαγώνιοι να έχουν το ίδιο άθροισμα. [< γαλλ. carré magique] , μαγική εικόνα 1. που περιέχει μια δεύτερη κρυμμένη εικόνα: σταυρόλεξα, κρυπτόλεξα και ~ές ~ες. 2. (μτφ.) κατάσταση που δεν απεικονίζει την πραγματικότητα: ~ ~ η οικονομική ανάπτυξη., μαγικό νούμερο (μτφ.): που αποτελεί επιδιωκόμενο στόχο: Στο ~ ~ (: εκπληκτικό ποσοστό) 60% έφτασε η θεαματικότητα της εκπομπής. ΣΥΝ. μαγικός αριθμός (1), μαγικό ραβδί/μαγική συνταγή/μαγική λύση/μαγικός τρόπος (μτφ.): εύκολoς τρόπος που οδηγεί αυτόματα σε εντυπωσιακά αποτελέσματα: Δεν υπάρχει ~ ~ για να χάσει κανείς βάρος. Πβ. βασιλική οδός/βασιλικός δρόμος., μαγικός αριθμός 1. μαγικό νούμερο. 2. ΜΥΘ.-ΛΑΟΓΡ. που εμφανίζει θαυμαστές ή αξιοπερίεργες ιδιότητες: To 7 και το 12 θεωρούνταν ~οί ~οί από πολλούς αρχαίους λαούς. 3. ΦΥΣ. ΠΥΡ. καθένας από τους αριθμούς 2, 8, 20, 28, 50, 82, 126, όταν εκφράζουν το σύνολο των πρωτονίων, των νετρονίων ή και των δύο σε έναν ατομικό πυρήνα, στον οποίο προσδίδουν μεγάλη ευστάθεια. ● ΦΡ.: κάνω μαγικά 1. (προφ.) εντυπωσιάζω με τις ικανότητες ή τις επιδόσεις μου: (για ποδοσφαιριστή) ~ει ~ με την μπάλα. Η νέα έκδοση του προγράμματος ~ει ~. 2. κάνω μάγια. [< 1: μτγν. μαγικός 2,3: γαλλ. magique, enchanteur, αγγλ. magic]