Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • συνταξιούχος [συνταξιοῦχος] συ-ντα-ξι-ού-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που έχει πάρει σύνταξη: αριθμός/ένωση/επίδομα/μητρώο/πορεία ~ων. ~ της τράπεζας …/του δημόσιου/του ιδιωτικού τομέα. Βλ. ΕΚΑΣ., χαμηλο~.|| (ως επίθ.) ~ αστυνομικός/καθηγητής/υπάλληλος. ΑΝΤ. εν ενεργεία. || (ειρων.) ~ φοιτητής (= αιώνιος). Βλ. μικρο~, χαμηλο~, -ούχος. [< γαλλ. pensionné, retraité]

εκάς

εκάς[ἑκάς] ε-κάς επίρρ.: μόνο στη ● ΦΡ.: εκάς οι βέβηλοι! (αρχαιοπρ.): (μακριά οι ασεβείς!) για να δηλωθεί αγανάκτηση απέναντι σε άτομα που με τις πράξεις τους προσβάλλουν κάτι ιερό. [< αρχ. ἑκάς]