Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • συντόμευση συ-ντό-μευ-ση ουσ. (θηλ.) 1. διαδικασία μείωσης της χρονικής διάρκειας ή της έκτασης: ~ διαδρομής/λέξης (πβ. σύντμηση). Απλοποίηση και ~ των γραφειοκρατικών διαδικασιών. Πβ. βράχυνση, σύμπτυξη. 2. ΠΛΗΡΟΦ. γρήγορος τρόπος εκτέλεσης εφαρμογής και συνεκδ. το αντίστοιχο στοιχείο που επιτελεί αυτή τη λειτουργία: ~ αρχείου/πληκτρολογίου/προγράμματος. Αντιγραφή/γραμμή/δημιουργία/εικονίδιο/λίστα/μενού/πλήκτρο ~εύσεων. ~ φακέλου στην επιφάνεια εργασίας. Πβ. σύνδεσμος. [< 1: γαλλ. abrégement 2: αγγλ. shortcut]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.