Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • συνυπεύθυνος , η, ο συ-νυ-πεύ-θυ-νος επίθ./ουσ.: (για πρόσ.) υπεύθυνος για κάτι μαζί με άλλον ή άλλους: ηθικά ~. Νιώθει ~η για το πρόβλημα.|| (ΝΟΜ.) ~οι σε περίπτωση εκχώρησης ή μεταβίβασης περιουσιακού στοιχείου/τροχαίου. Πβ. συν(υπ)αίτιος.|| Επιστημονικός ~. Είναι ~η σε θέματα σύνταξης του περιοδικού. (ως επίθ.) ~ος: καθηγητής/φορέας. Πβ. συναρμόδιος. [< μεσν. συνυπεύθυνος]