Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • συνώνυμος , η, ο συ-νώ-νυ-μος επίθ.: ΓΛΩΣΣ. (για λέξη, φράση) που έχει την ίδια ή παραπλήσια σημασία με κάποια άλλη: ~ες: εκφράσεις. Πβ. ταυτόσημος.|| (μτφ.) Η πρόοδος είναι ~η (= ταυτίζεται) με την τεχνολογική εξέλιξη. Βλ. -ώνυμος. ΑΝΤ. αντίθετος (1) [< αρχ. συνώνυμος, γαλλ. synonyme, αγγλ. synonymous]

-ώνυμος

-ώνυμος, η, ο: επίθημα για τον σχηματισμό επιθέτων που αναφέρονται σε όνομα ή σημασιολογική σχέση: ιδι~/φερ~.|| (ουσιαστικοπ.) (Το) πατρ-ώνυμo/ψευδ~.|| (με προθήματα) Αν~/επ~/περι~.|| Συν~.|| Ετερ~/ομ~.