συσσωματώνω συσ-σω-μα-τώ-νω ρ. (μτβ.) {συσσωμάτω-σε, -σει, -θηκε, -θεί, συσσωματών-οντας, συσσωματω-μένος, κυρ. μεσοπαθ.} (κυρ. επιστ.): συνενώνω, συμπλέκω στοιχεία, ώστε να δημιουργηθεί συμπαγής μάζα ή ενιαίο σύνολο: Τα σωματίδια γίνονται τοξικά, καθώς ~ουν ρύπους. Τα ιζήματα ~θηκαν και δημιούργησαν βραχώδεις σχηματισμούς. Υπολείμματα ~μένα με μορφή σβόλων.|| (μτφ.) Οι μελέτες ~θηκαν σε έναν τόμο. Βλ. ενσωματώνω, συγχωνεύω. ΑΝΤ. διαχωρίζω [< γαλλ. incorporer]
ενσωματώνω
ενσωματώνω[ἐνσωματώνω] εν-σω-μα-τώ-νω ρ. (μτβ.) {ενσωμάτω-σε, -θηκε, -θεί, -μένος, ενσωματών-οντας}: τοποθετώ κάτι σε ένα οργανωμένο σύνολο, ώστε να αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του: ~ εικόνα σε μήνυμα (ενν. ηλεκτρονικό). Ποίηση που ~ει στοιχεία υπερρεαλισμού (: απορροφά, αφομοιώνει). Υπεύθυνη δήλωση που ~εται σε έντυπο αίτησης. Σειρά μαθημάτων που ~θηκε στο πρόγραμμα σπουδών. Πβ. (συμ)περιλαμβάνω.|| Μετανάστες που έχουν ~θεί στη νέα τους πατρίδα. || Συσκευή με ~μένη οθόνη. Επίδομα ~μένο στον βασικό μισθό. Πβ. εντάσσω. [< πβ. μτγν. ἐνσωματῶ ‘ενσαρκώνω’, γαλλ. incorporer]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.