Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • συσσωματώνω συσ-σω-μα-τώ-νω ρ. (μτβ.) {συσσωμάτω-σε, -σει, -θηκε, -θεί, συσσωματών-οντας, συσσωματω-μένος, κυρ. μεσοπαθ.} (κυρ. επιστ.): συνενώνω, συμπλέκω στοιχεία, ώστε να δημιουργηθεί συμπαγής μάζα ή ενιαίο σύνολο: Τα σωματίδια γίνονται τοξικά, καθώς ~ουν ρύπους. Τα ιζήματα ~θηκαν και δημιούργησαν βραχώδεις σχηματισμούς. Υπολείμματα ~μένα με μορφή σβόλων.|| (μτφ.) Οι μελέτες ~θηκαν σε έναν τόμο. Βλ. ενσωματώνω, συγχωνεύω. ΑΝΤ. διαχωρίζω [< γαλλ. incorporer]

ενσωματώνω

ενσωματώνω[ἐνσωματώνω] εν-σω-μα-τώ-νω ρ. (μτβ.) {ενσωμάτω-σε, -θηκε, -θεί, -μένος, ενσωματών-οντας}: τοποθετώ κάτι σε ένα οργανωμένο σύνολο, ώστε να αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του: ~ εικόνα σε μήνυμα (ενν. ηλεκτρονικό). Ποίηση που ~ει στοιχεία υπερρεαλισμού (: απορροφά, αφομοιώνει). Υπεύθυνη δήλωση που ~εται σε έντυπο αίτησης. Σειρά μαθημάτων που ~θηκε στο πρόγραμμα σπουδών. Πβ. (συμ)περιλαμβάνω.|| Μετανάστες που έχουν ~θεί στη νέα τους πατρίδα. || Συσκευή με ~μένη οθόνη. Επίδομα ~μένο στον βασικό μισθό. Πβ. εντάσσω. [< πβ. μτγν. ἐνσωματῶ ‘ενσαρκώνω’, γαλλ. incorporer]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.