Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • σφαλερίτης σφα-λε-ρί-της ουσ. (αρσ.): ΟΡΥΚΤ. ορυκτό του ψευδάργυρου που περιέχει θείο και αποτελεί το κύριο μετάλλευμά του. Βλ. -ίτης2. [< γερμ. Sphalerit]

-ίτης<sup>2</sup>

-ίτης<sup>2</sup>: επίθημα για την απόδοση ξένων όρων, ιδ. ορυκτών: βωξ~/γραν~/γραφ~/δολομ~/λιγν~.