Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • σφουγγοκωλάριος σφουγ-γο-κω-λά-ρι-ος ουσ. (αρσ.) & σφογγοκωλάριος (προφ.): πρόσωπο που συμπεριφέρεται με δουλοπρέπεια· κόλακας, υποτακτικός: ~ της εξουσίας. Πβ. γλείφτης.