Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • σφυγμομέτρηση σφυγ-μο-μέ-τρη-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΣΤΑΤΙΣΤ. διεξαγωγή έρευνας σε τυχαίο αλλά αντιπροσωπευτικό δείγμα του πληθυσμού, η οποία εξετάζει και καταγράφει ανά τακτά χρονικά διαστήματα τη διαμόρφωση των απόψεων της κοινής γνώμης πάνω σε συγκεκριμένα ζητήματα: διαδικτυακή/τηλεφωνική ~. ~ αντιδράσεων. ~ για λογαριασμό (τηλεοπτικής) εκπομπής/εφημερίδας. Πβ. γκάλοπ, δημοσκόπηση. 2. ΙΑΤΡ. η μέτρηση της συχνότητας των παλμών της καρδιάς. Βλ. -μέτρηση.

-μέτρηση

-μέτρηση: το ουσιαστικό μέτρηση ως β' συνθετικό: (επιστ.) βυθο~ (πβ. -σκόπηση)/εμβαδο~/θερμο~/λιπο~ (βλ. -μετρητής)/ογκο~/σφυγμο~/φωτο~ (βλ. -μετρία)/χιλιο~/χρονο~ (βλ. -μετρο)/χωρο~/ωρο~.|| Φυλλο~.