Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • σφυροβολία σφυ-ρο-βο-λί-α ουσ. (θηλ.): ΑΘΛ. αγώνισμα στίβου στο οποίο ο αθλητής προσπαθεί να ρίξει τη σφύρα σε όσο το δυνατόν μεγαλύτερη απόσταση από το σημείο βολής: πρωταθλητής στη ~. ~ ανδρών/γυναικών. Βλ. ακοντισμός, δισκο-, σφαιρο-βολία. [< γαλλ. lancer du marteau]

ακοντισμός

ακοντισμός[ἀκοντισμός] α-κο-ντι-σμός ουσ. (αρσ.): ΑΘΛ. αγώνισμα στίβου, κατά το οποίο ο αθλητής, παίρνοντας φόρα, ρίχνει με το ένα χέρι το ακόντιο όσο μπορεί πιο μακριά: ~ ανδρών/γυναικών/εφήβων. Πρωταθλητής ~ού. Πβ. ακόντιο. Βλ. δισκοβολία, -ισμός. [< μτγν. ἀκοντισμός, αγγλ. javelin-(throwing), 1902]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.