Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • σφυροβόλος σφυ-ρο-βό-λος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΑΘΛ. αθλητής της σφυροβολίας. Βλ. ακοντιστής, δισκο-, σφαιρο-βόλος. [< αγγλ. hammer thrower]

ακοντιστής

ακοντιστής[ἀκοντιστής] α-κο-ντι-στής ουσ. (αρσ.) 1. ΑΘΛ. {θηλ. ακοντίστρια} αθλητής του ακοντισμού. 2. ΑΡΧ. πολεμιστής οπλισμένος με ακόντιο. Βλ. τοξότης. [< 2: αρχ. ἀκοντιστής]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.