Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • σχεδιάζω σχε-δι-ά-ζω ρ. (μτβ.) {σχεδία-σα, -σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, σχεδιάζ-οντας, σχεδια-σμένος} 1. (μτφ.) σκοπεύω να κάνω κάτι, προγραμματίζω: ~ διακοπές/ταξίδι. Τι ~εις να κάνεις στη ζωή σου/σχετικά με το θέμα; Όλα έγιναν όπως τα είχαμε ~σει. Αλλαγές στην υγεία ~ει η κυβέρνηση. ~σμένη: επίθεση (= προμελετημένη, υπολογισμένη)/οικονομία. Πβ. λογαριάζω. Βλ. προ~. 2. επινοώ και αποτυπώνω σχέδιο αντικειμένου προς κατασκευή: Εταιρεία που ~ει αυτοκίνητα/έπιπλα/μηχανές/ρούχα. Ο σχεδιαστής μόδας ~ει τη νέα του κολεξιόν. Ο πολιτιστικός χώρος ~στηκε από τον γνωστό αρχιτέκτονα ... Βλ. αυτο~. 3. απεικονίζω συνήθ. με μολύβι πάνω σε χαρτί τα βασικά σημεία, το περίγραμμα ενός σχήματος, μιας εικόνας· σκιτσάρω: ~ ένα πορτρέτο/ένα τοπίο. Πβ. ζωγραφίζω, ιχνογραφώ. [< αρχ. σχεδιάζω ‘κάνω κάτι πρόχειρα, επινοώ μια αφήγηση, δημιουργώ’ 1: αγγλ. plan 2,3: γαλλ. dessiner, αγγλ. design]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.