σχεδιάζω σχε-δι-ά-ζω ρ. (μτβ.) {σχεδία-σα, -σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, σχεδιάζ-οντας, σχεδια-σμένος} 1. (μτφ.) σκοπεύω να κάνω κάτι, προγραμματίζω: ~ διακοπές/ταξίδι. Τι ~εις να κάνεις στη ζωή σου/σχετικά με το θέμα; Όλα έγιναν όπως τα είχαμε ~σει. Αλλαγές στην υγεία ~ει η κυβέρνηση. ~σμένη: επίθεση (= προμελετημένη, υπολογισμένη)/οικονομία. Πβ. λογαριάζω. Βλ. προ~.2. επινοώ και αποτυπώνω σχέδιο αντικειμένου προς κατασκευή: Εταιρεία που ~ει αυτοκίνητα/έπιπλα/μηχανές/ρούχα. Ο σχεδιαστής μόδας ~ει τη νέα του κολεξιόν. Ο πολιτιστικός χώρος ~στηκε από τον γνωστό αρχιτέκτονα ... Βλ. αυτο~.3. απεικονίζω συνήθ. με μολύβι πάνω σε χαρτί τα βασικά σημεία, το περίγραμμα ενός σχήματος, μιας εικόνας· σκιτσάρω: ~ ένα πορτρέτο/ένα τοπίο. Πβ. ζωγραφίζω, ιχνογραφώ. [< αρχ. σχεδιάζω ‘κάνω κάτι πρόχειρα, επινοώ μια αφήγηση, δημιουργώ’ 1: αγγλ. plan 2,3: γαλλ. dessiner, αγγλ. design]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.