Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • σχεδόν σχε-δόν επίρρ.: περίπου, όχι ακριβώς, πάνω κάτω: ~ καθημερινά/καθόλου/πάντα/ποτέ/τζάμπα/τίποτα. (Κάτι) είναι ~ βέβαιο/σίγουρο. Έχω ~ τελειώσει, μένει μόνο ο επίλογος. Η βιβλιοθήκη μου καλύπτει ~ ολόκληρο τον τοίχο. -Είναι έτοιμο το φαγητό; -~. ~ πιάστηκαν στα χέρια (πβ. λίγο έλειψε να). ΣΥΝ. παρά λίγο/παρ' ολίγο(ν)/παρά τρίχα [< αρχ. σχεδόν]