σχηματοποιώ [σχηματοποιῶ] σχη-μα-το-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {σχηματοποι-είς ..., -ώντας | σχηματοποί-ησα, -είται, -ήθηκε, -ημένος} 1. αποδίδω σε κάτι μορφή, μορφοποιώ ή αναπαριστώ με ορισμένο σχήμα: Ο ποιητής ~εί την έμπνευσή του σε λέξεις. ~ήθηκε η τελική πρόταση. Πβ. διαμορφώνω, σχηματίζω.|| Οι χάρτες ~ούν τα όρια των γεωγραφικών περιοχών. Οι ανθρώπινες μορφές ~ήθηκαν στην παλέτα του ζωγράφου. Πβ. σκιαγραφώ, σκιτσάρω, σχεδιάζω. 2. (μτφ.-συχνά αρνητ. συνυποδ.) παρουσιάζω κάτι σε γενικές γραμμές, συνήθ. απλοποιώντας το: Διατύπωση που γενικεύει και ~εί. Πβ. υπεραπλουστεύω. Βλ. -ποιώ. [< μτγν. σχηματοποιῶ, γαλλ. schématiser, αγγλ. schematize]
-ποιώ
-ποιώ(λόγ.) β' συνθετικό ρημάτων με τη σημασία του 1. κάνω κάτι: αξιο~ (βλ. -λογώ)/γνωστο~/ενοχο~/εντατικο~/ποινικο~.|| (με πρόθ.) Εκ~.2. δίνω συγκεκριμένη μορφή: ψηφιο~.
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.