Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • σχηματοποιώ [σχηματοποιῶ] σχη-μα-το-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {σχηματοποι-είς ..., -ώντας | σχηματοποί-ησα, -είται, -ήθηκε, -ημένος} 1. αποδίδω σε κάτι μορφή, μορφοποιώ ή αναπαριστώ με ορισμένο σχήμα: Ο ποιητής ~εί την έμπνευσή του σε λέξεις. ~ήθηκε η τελική πρόταση. Πβ. διαμορφώνω, σχηματίζω.|| Οι χάρτες ~ούν τα όρια των γεωγραφικών περιοχών. Οι ανθρώπινες μορφές ~ήθηκαν στην παλέτα του ζωγράφου. Πβ. σκιαγραφώ, σκιτσάρω, σχεδιάζω. 2. (μτφ.-συχνά αρνητ. συνυποδ.) παρουσιάζω κάτι σε γενικές γραμμές, συνήθ. απλοποιώντας το: Διατύπωση που γενικεύει και ~εί. Πβ. υπεραπλουστεύω. Βλ. -ποιώ. [< μτγν. σχηματοποιῶ, γαλλ. schématiser, αγγλ. schematize]

-ποιώ

-ποιώ(λόγ.) β' συνθετικό ρημάτων με τη σημασία του 1. κάνω κάτι: αξιο~ (βλ. -λογώ)/γνωστο~/ενοχο~/εντατικο~/ποινικο~.|| (με πρόθ.) Εκ~. 2. δίνω συγκεκριμένη μορφή: ψηφιο~.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.