σωφρονιστικός , ή, ό σω-φρο-νι-στι-κός επίθ.: ΝΟΜ. που σχετίζεται με τον σωφρονισμό: ~ός: κώδικας/υπάλληλος. ~ή: μεταχείριση/νομοθεσία/πολιτική/υπηρεσία. ~ό: ίδρυμα. ~οί: κανόνες. Βελτίωση του ~ού συστήματος.|| (ως ουσ.) Η ~ή (: κλάδος της Εγκληματολογίας που έχει ως αντικείμενο τη μελέτη των σωφρονιστικών συστημάτων). ● ΣΥΜΠΛ.: Σωφρονιστικό Κατάστημα Ανηλίκων βλ. κατάστημα [< μτγν. σωφρονιστικός]
κατάστημα
κατάστημακα-τά-στη-μα ουσ. (ουδ.) {καταστήμ-ατος | -ατα} (επίσ.) 1. μαγαζί: γωνιακό/εμπορικό/ηλεκτρονικό/κεντρικό/μεγάλο (βλ. πολυ~) ~. ~ αθλητικών/αφορολογήτων (βλ. ντιούτι φρι)/ηλεκτρικών/ηλεκτρονικών ειδών/υγειονομικού ενδιαφέροντος. Ιδιοκτήτης (= καταστηματάρχης)/βιτρίνα/ράφια/υπάλληλος ~ατος. Αλυσίδα/ωράριο ~άτων. Διατηρεί ~ παιχνιδιών/ρούχων/τροφίμων/υποδημάτων. Αύριο τα ~ατα θα είναι κλειστά. Βλ. πρατήριο.2. κτίριο στέγασης δημόσιας υπηρεσίας, κοινωφελούς ιδρύματος, εταιρείας, οργανισμού· κατ' επέκτ. η ίδια η υπηρεσία: αστυνομικό/σωφρονιστικό (= φυλακή)/φιλανθρωπικό ~. Συνοικιακά ~ατα. Το κεντρικό ~ της Εθνικής Τράπεζας/των Ελληνικών Ταχυδρομείων. Βλ. υπο~.|| Δημαρχιακό (= δημαρχείο) ~. ● Υποκ.: καταστηματάκι (το): στη σημ. 1. ● Μεγεθ.: καταστηματάρα (η): στη σημ. 1. ● ΣΥΜΠΛ.: Ειδικό Κατάστημα Κράτησης Νέων (ακρ. ΕΚΚΝ): αναμορφωτήριο., θεραπευτικό κατάστημα: ΝΟΜ. ίδρυμα στο οποίο παραπέμπονται εγκληματίες που έχουν καταδικαστεί για αξιόποινες πράξεις, αλλά θεωρούνται ότι έχουν το ακαταλόγιστο λόγω π.χ. ψυχοδιανοητικών προβλημάτων ή χρήσης ουσιών: απεξάρτηση τοξικομανών σε ειδικό ~ ~., Σωφρονιστικό Κατάστημα Ανηλίκων & Ίδρυμα Αγωγής Ανηλίκων: αναμορφωτήριο. [< πβ. μτγν. κατάστημα ‘κατάσταση, συμπεριφορά, καιρός’ 1: γαλλ. établissement de commerce 2: γαλλ. établissement]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.