Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 2 εγγραφές  [0-2]


  • σόγια σό-για ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. ετήσιο ποώδες φυτό (επιστ. ονομασ. Glycine max) που μοιάζει με φασολιά, καλλιεργείται κυρ. για τους ελαιούχους και πρωτεϊνούχους σπόρους του και χρησιμοποιείται στην παραγωγή ζωοτροφών και εδαφοβελτιωτικών· ο ίδιος ο σπόρος, αφού πρώτα υποστεί βιομηχανική επεξεργασία: γαλακτοκομικά προϊόντα από ~. Μπιφτέκια/τυρί (= τόφου) ~ιας. Βλ. ψυχανθή. [< γαλλ.-αγγλ soja, soya]
  • σογιάλευρο σο-γιά-λευ-ρο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. αλεύρι από σπόρους σόγιας, εξαιρετικά πλούσιο σε πρωτεΐνες. Βλ. -άλευρο. [< αγγλ. soy(a) flour]

-άλευρο

-άλευρο: β' συνθετικό ουδέτερων ουσιαστικών για τη δήλωση συγκεκριμένου είδους άλευρου: καλαμποκ~/κριθ~/πατατ~/ρυζ~/σιτ~/σογι~.|| (κατ' επέκτ.) Χαρουπ~. Ιχθυ~/κρεατ~/οστε~.

ψυχανθή

ψυχανθή[ψυχανθῆ] ψυ-χαν-θή ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. ψυχανθές, -ούς}: ΒΟΤ. οικογένεια δικοτυλήδονων φυτών (επιστ. ονομασ. Papillionaceae), τα άνθη των οποίων μοιάζουν με πεταλούδα. Βλ. βίκος, κουκιά, λαθούρι, λούπινο, μπιζελιά, ρεβιθιά, ρόβι, σόγια, τριφύλλι, φακή, φασολιά. [< γαλλ. papilionacées]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.