σόγια σό-για ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. ετήσιο ποώδες φυτό (επιστ. ονομασ. Glycine max) που μοιάζει με φασολιά, καλλιεργείται κυρ. για τους ελαιούχους και πρωτεϊνούχους σπόρους του και χρησιμοποιείται στην παραγωγή ζωοτροφών και εδαφοβελτιωτικών· ο ίδιος ο σπόρος, αφού πρώτα υποστεί βιομηχανική επεξεργασία: γαλακτοκομικά προϊόντα από ~. Μπιφτέκια/τυρί (= τόφου) ~ιας. Βλ. ψυχανθή. [< γαλλ.-αγγλ soja, soya]
σογιάλευρο σο-γιά-λευ-ρο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. αλεύρι από σπόρους σόγιας, εξαιρετικά πλούσιο σε πρωτεΐνες. Βλ. -άλευρο. [< αγγλ. soy(a) flour]
-άλευρο
-άλευρο: β' συνθετικό ουδέτερων ουσιαστικών για τη δήλωση συγκεκριμένου είδους άλευρου: καλαμποκ~/κριθ~/πατατ~/ρυζ~/σιτ~/σογι~.|| (κατ' επέκτ.) Χαρουπ~. Ιχθυ~/κρεατ~/οστε~.
ψυχανθή
ψυχανθή[ψυχανθῆ] ψυ-χαν-θή ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. ψυχανθές, -ούς}: ΒΟΤ. οικογένεια δικοτυλήδονων φυτών (επιστ. ονομασ. Papillionaceae), τα άνθη των οποίων μοιάζουν με πεταλούδα. Βλ. βίκος, κουκιά, λαθούρι, λούπινο, μπιζελιά, ρεβιθιά, ρόβι, σόγια, τριφύλλι, φακή, φασολιά. [< γαλλ. papilionacées]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.