Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • σύγχρονος , η, ο σύγ-χρο-νος επίθ. {κ. (λόγ.) θηλ. σύγχρονος} 1. που εκφράζει τη σημερινή ή σχετικά πρόσφατη εποχή, ανήκει σε αυτή ή αποτελεί προϊόν της: ~ος: κινηματογράφος/κόσμος/πολιτισμός/ρόλος (του εκπαιδευτικού, βλ. παραδοσιακός)/τρόπος ζωής. ~η: αισθητική/αρχιτεκτονική/έκδοση (ΑΝΤ. παλιά, παλιότερη)/ιστορία (βλ. αρχαία, μεσαιωνική, νεότερη)/λογοτεχνία (βλ. κλασική)/μουσική/προσέγγιση (ενός έργου)/σκέψη. ~ο: θέατρο/κράτος/μοντέλο. ~οι: Ολυμπιακοί αγώνες/προβληματισμοί/συγγραφείς. ~ες: ανάγκες/γλώσσες (πβ. ζωντανές. Βλ. νεκρές). ~α: θέματα/προβλήματα. Ιστορία της ~ης Ελλάδας. Η θέση της γυναίκας στη ~η εποχή/πραγματικότητα (ΑΝΤ. παρελθόν). Ο ~ άνθρωπος έχει απομακρυνθεί από τη φύση. Έχει ~ες αντιλήψεις/ιδέες (ΣΥΝ. καινοτόμες, μοντέρνες, νεωτεριστικές, πρωτοποριακές, ΑΝΤ. απαρχαιωμένες, (ξε)περασμένες, παρωχημένες, αναχρονιστικές, συντηρητικές, ντεμοντέ). Βλ. αλλοτινός.|| ~ος: εξοπλισμός. ~ο: ντιζάιν/σπίτι/σχολείο. ~ες: απαιτήσεις/εγκαταστάσεις/εφαρμογές/λύσεις/πρακτικές/τάσεις/τεχνικές/υποδομές. ~α: συστήματα (καθαρισμού του νερού). Η εταιρεία προσφέρει ~ο περιβάλλον εργασίας. Τα δωμάτια είναι εξοπλισμένα με όλες τις ~ες ανέσεις. Βλ. υπερ~. ΣΥΝ. σημερινός (1), συγκαιρινός, τωρινός 2. που ζει, υπάρχει, αναπτύσσεται κατά την ίδια χρονική περίοδο με κάποιον ή κάτι άλλο ή συμβαίνει την ίδια στιγμή με κάτι άλλο: ο ... και οι ~οί του ποιητές. Τοιχογραφίες ~ες με την ανέγερση του ναού. ΑΝΤ. νεότερος, παλ(α)ιότερος.|| Αναπήδηση στο αριστερό πόδι με ~η (= ταυτόχρονη) άρση του δεξιού. ΣΥΝ. ομόχρονος.|| (ΗΛΕΚΤΡ.-ΤΕΧΝΟΛ.) ~ες: (ηλεκτρικές) μηχανές (: ηλεκτροκινητήρες ή γεννήτριες εναλλασσόμενου ρεύματος, η ταχύτητα περιστροφής των οποίων βρίσκεται σε συγχρονισμό με τη συχνότητα του ρεύματος). ΑΝΤ. α~, επαγωγικός. Βλ. -χρονος. ● Ουσ.: σύγχρονο (το): ΓΡΑΜΜ. χρονική σχέση που δηλώνει ότι δύο ή περισσότερες ενέργειες γίνονται ταυτόχρονα. Βλ. προτερό-, υστερό-χρονο., σύγχρονος (ο) {κυρ. στον πληθ.}: πρόσωπο που έζησε ή ζει την ίδια χρονική περίοδο με κάποιο άλλο: Διαφοροποιήθηκε από τις απόψεις των ~όνων του. ● επίρρ.: συγχρόνως: ταυτόχρονα: Εργαζόμαστε ~ πολλοί στο ίδιο γραφείο. ΣΥΝ. συνάμα ● ΣΥΜΠΛ.: σύγχρονη επικοινωνία: ΔΙΑΔΙΚΤ. που γίνεται σε πραγματικό χρόνο, κατά την οποία δηλ. οι συνομιλητές είναι ταυτόχρονα συνδεδεμένοι στο διαδίκτυο. Βλ. εμ ες εν, σκάιπ, τηλεδιάσκεψη, τσατ. ΑΝΤ. ασύγχρονη επικοινωνία [< αγγλ. synchronous communication] , σύγχρονος χορός & σύγχρονο (το): ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. ομάδα χορευτικών ειδών που αναπτύχθηκαν τον 20ό αιώνα, προορίζονται για παράσταση και συνδυάζουν διαφορετικά συστήματα και τεχνικές του μοντέρνου και του μεταμοντέρνου χορού. Βλ. μπαλέτο, τζαζ. [< αγγλ. contemporary dance] , σύγχρονη τέχνη βλ. τέχνη, σύγχρονη τηλεκπαίδευση βλ. τηλεκπαίδευση [< 1: γαλλ. contemporain, moderne 2: μτγν. σύγχρονος 'ταυτόχρονος', γαλλ. simultané, synchrone, αγγλ. synchronous]

αλλοτινός

αλλοτινός, ή, ό [ἀλλοτινός] αλ-λο-τι-νός επίθ. (λαϊκό-λογοτ.): (θετ. συνυποδ.) που αναφέρεται ή ανήκει στο παρελθόν, σε περασμένη εποχή: ~ός: έρωτας. ~ή: γοητεία. ~ό: μεγαλείο. ~οί: καιροί. ~ές: αναμνήσεις/συνήθειες. ~ά: έθιμα. Πβ. παλιός, περασμένος. ΑΝΤ. σύγχρονος (1) [< μεσν. αλλοτινός]

μπαλέτο

μπαλέτομπα-λέ-το ουσ. (ουδ.): χορογραφική σύνθεση που αναπτύσσει ένα θέμα πάνω στη σκηνή με συνοδεία μουσικής· συνεκδ. ομάδα χορευτών που εκτελούν το ομώνυμο χορόδραμα: κωμικό/μοντέρνο/ρομαντικό ~. ~ όπερας. Ακαδημία/σχολή ~ου.|| Τα ~α Μπολσόι. ● ΣΥΜΠΛ.: κλασικό μπαλέτο & κλασικός χορός: ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. μορφή χορού που χαρακτηρίζεται από χάρη και ακρίβεια στις κινήσεις, περίτεχνα και τυποποιημένα βήματα και στάσεις. Βλ. αραμπέσκ, μοντέρνος χορός, πιρουέτα, πουέντ. [< ιταλ. baletto]

τέχνη

τέχνητέ-χνη ουσ. (θηλ.) {τεχν-ών} 1. (συνήθ. με κεφαλ. Τ) το σύνολο των δημιουργικών δραστηριοτήτων του ανθρώπου που στοχεύουν στην έκφραση ενός αισθητικού ιδεώδους· ειδικότ. η αισθητική αξία ενός έργου: διαδραστική/παιδική ~. Αίθουσα/αντικείμενα/βιβλιοθήκη/γκαλερί/είδη/εργαστήριο/ίδρυμα/χώρος ~ης. Θεωρητικός/κριτικός (= τεχνοκριτικός) της ~ης. Ιστορία/Κοινωνιολογία/Παιδαγωγική/Φιλοσοφία της ~ης. Η ελευθερία/οι νόμοι της ~ης. Προώθηση της ~ης. Θεραπεία μέσα από την ~.|| (για καλλιτέχνη) Βρίσκεται στην πρωτοπορία της ~ης. Ασχολείται με/υπηρετεί την ~. Κάνει ~.|| Γλυπτό απαράμιλλης ~ης. Πβ. καλλιτεχνία. Βλ. κυβερνο~, φιλοτεχνία. 2. (συνήθ. με κεφαλ. Τ) καθεμία από τις μορφές καλλιτεχνικής δραστηριότητας: επιστήμες της ~ης. Η γλυπτική/δραματική/ζωγραφική/μουσική/ποιητική/ψηφιακή ~. Η ~ του θεάτρου/του χορού. Η ~ του δρόμου (βλ. γκράφιτι). Αναπαραστατικές ~ες. Κέντρο ~ών και Πολιτισμού. Τμήμα ~ών, Ήχου και Εικόνας.|| (συνεκδ. καλλιτέχνημα:) ~ από πηλό/χαρτί. 3. το σύνολο των καλλιτεχνικών έργων μιας περιόδου, μιας σχολής, ενός πολιτισμού ή ενός δημιουργού: η αρχαία ελληνική/ασιατική/βυζαντινή/δυτική/εκκλησιαστική/κλασική/κυκλαδική/παραδοσιακή/ρωμαϊκή/χριστιανική ~. Η ~ του 19ου αι./της ιταλικής Αναγέννησης/του μπαρόκ.|| Αντιπροσωπευτικά δείγματα της ~ης του ...|| (συνεκδ. εκφραστικοί τρόποι, τεχνοτροπία:) Η μοναδικότητα της ~ης ενός ζωγράφου. Βλ. αρ νουβό, αρ ντεκό. 4. ικανότητα, επιδεξιότητα: Δουλεύει με (πολλή) ~ τον πηλό. Η μαγειρική θέλει ~. Πβ. δεξιοτεχνία, μαεστρία, μαστοριά.|| Η ~ της αφήγησης. Κατέχει την ~ του λόγου.|| H ~ της γοητείας/του έρωτα/της ζωής. Η ~ (του) να αγαπάς/να επικοινωνείς. Πβ. ταλέντο. 5. το σύνολο των γνώσεων, αρχών και κανόνων που διέπουν ένα συγκεκριμένο τομέα δραστηριότητας· ειδικότ. χειρωνακτικό επάγγελμα: γραμματική/ιατρική/ναυπηγική/ρητορική/συγγραφική ~. Η ~ της διαφήμισης. Η ~ των αρωμάτων.|| Ζαχαροπλαστική/κομμωτική/μαγειρική/τυπογραφική ~. Η ~ του επίπλου/του κοσμήματος. Η ~ του κτίστη/του ξυλουργού/του υποδηματοποιού (βλ. τεχνίτης). Δεν αποκαλύπτει τα μυστικά της ~ης του. Εξασκεί την ~ του γυαλιού (βλ. υαλουργός).|| (μτφ.) Έχει αναγάγει την απάτη σε ~. 6. (σπάν.) τέχνασμα. ● ΣΥΜΠΛ.: αφηρημένη τέχνη: ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. ρεύμα του 20ού αι. στη ζωγραφική και τη γλυπτική, που δεν ενδιαφέρεται για την πιστή αναπαράσταση της πραγματικότητας. [< γαλλ. art abstrait, 1932] , ελευθέριες τέχνες: (στην αρχαιότητα και την πανεπιστημιακή εκπαίδευση του Μεσαίωνα) η γραμματική, η διαλεκτική, η ρητορική, η μουσική, η αριθμητική, η γεωμετρία και η αστρονομία, σε αντίθεση προς τις μηχανικές (χειρωνακτικές) τέχνες. [< γαλλ. arts libéraux] , έργο τέχνης: δημιούργημα υψηλής καλλιτεχνικής αξίας και κατ' επέκτ. οτιδήποτε χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερη αισθητική ποιότητα: γνήσιο/πρωτότυπο/συλλεκτικό ~ ~. Ζωγραφικά ~α ~. Αγορά/αποκατάσταση/ασφάλιση/δημοπρασία/διακίνηση/εκτιμητής/εμπορία/κλοπή/πλειστηριασμός/συλλογή/συντήρηση/ψηφιοποίηση ~ων ~. Πβ. κομψοτέχνημα. [< γαλλ. oeuvre d'art] , Καλές Τέχνες: αρχιτεκτονική, γλυπτική, ζωγραφική, μουσική, χορός, ποίηση, κινηματογράφος: Ανωτάτη Σχολή ~ών ~ών. [< γαλλ. beaux arts] , μοντέρνα τέχνη: ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. η καλλιτεχνική δημιουργία του 19ου και του 20ού αι. (περ. έως το 1970), που χαρακτηρίζεται από τον πειραματισμό με νέες τεχνικές και μέσα, χωρίς να δίνεται σημασία στην ακριβή αναπαράσταση των αντικειμένων. Βλ. εξπρεσιον-, ιμπρεσιον-, κυβ-, υπερρεαλ-ισμός. [< γαλλ. art moderne] , παραστατικές τέχνες: ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. που αναπαριστούν την πραγματικότητα και προορίζονται για παράσταση (θέατρο, μουσική, τραγούδι, χορός). [< αγγλ. performing arts, 1946] , πολεμικές τέχνες: μορφές αυτοάμυνας ή μάχης με αντίπαλο, που έχουν ασιατική προέλευση και συχνά εξασκούνται και ως αθλήματα. Bλ. αϊκίντο, ζίου ζίτσου, καράτε, κουνγκ φου, ταεκβοντό, τάι τσι, τζούντο. [< αγγλ. martial arts, 1933] , σύγχρονη τέχνη: ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. η καλλιτεχνική παραγωγή από τα τέλη του 20ού αι. κ. εξ.: Μουσείο Μοντέρνας και ~ης ~ης., άμορφη τέχνη βλ. άμορφος, γεωμετρική τέχνη βλ. γεωμετρικός, Γράμματα και Τέχνες βλ. γράμμα, γραφικές τέχνες βλ. γραφικός, εικαστικές τέχνες βλ. εικαστικός, εννοιολογική τέχνη βλ. εννοιολογικός, εφαρμοσμένες/διακοσμητικές τέχνες βλ. εφαρμοσμένος, η έβδομη τέχνη βλ. έβδομος, η ένατη τέχνη βλ. ένατος, η όγδοη τέχνη βλ. όγδοος, η τέχνη της φυγής βλ. φυγή, ιερή τέχνη βλ. ιερός, κινητική τέχνη βλ. κινητικός, λαϊκή τέχνη βλ. λαϊκός, μηχανική τέχνη βλ. μηχανικός, πλαστικές τέχνες βλ. πλαστικός, ρομανική τέχνη βλ. ρομανικός, στρατευμένη τέχνη βλ. στρατευμένος ● ΦΡ.: η τέχνη για την τέχνη: δόγμα που θεωρεί την τέχνη αυτόνομη αισθητική αξία, χωρίς καμία ηθική, κοινωνική ή πολιτική σκοπιμότητα: ~ ~, αλλιώς η τέχνη ως αυτοσκοπός. ΣΥΝ. αισθητισμός [< γαλλ. l' art pour l' art] , μάθε τέχνη κι άστηνε (κι αν πεινάσεις πιάστηνε) (παροιμ.): για να δηλωθεί η σημασία της απόκτησης γνώσεων και δεξιοτήτων, ως χρήσιμων εφοδίων στη ζωή., παλιά μου τέχνη κόσκινο βλ. κόσκινο, πενία τέχνας κατεργάζεται βλ. πενία [< αρχ. τέχνη ‘χειρονακτική ικανότητα, δραστηριότητα, επιδεξιότητα, πλεκτάνη’, γαλλ.-αγγλ. art]

τηλεκπαίδευση

τηλεκπαίδευσητη-λεκ-παί-δευ-ση ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) τηλεεκπαίδευση: ΠΑΙΔΑΓ. -ΤΕΧΝΟΛ. εκπαίδευση από απόσταση με χρήση ηλεκτρονικών μέσων: ~ μέσω διαδικτύου/τηλεδιάσκεψης. Αίθουσα (πβ. τηλετάξη)/πλατφόρμα/πρόγραμμα/τμήμα/υπηρεσίες ~ης. Πβ. ηλεκτρονική εκπαίδευση, τηλε-διδασκαλία, -μάθηση, τηλεπιμόρφωση. ● ΣΥΜΠΛ.: ασύγχρονη τηλεκπαίδευση & ασύγχρονη εκπαίδευση: χωρίς ταυτόχρονη παρουσία εκπαιδευτή και εκπαιδευόμενων στον ίδιο χώρο την ίδια χρονική στιγμή: ομάδα/πλατφόρμα ~ης ~ης., σύγχρονη τηλεκπαίδευση: με ταυτόχρονη συμμετοχή εκπαιδευόμενων και εκπαιδευτή και επικοινωνία συνήθ. μέσω διαδικτύου: (εικονική) αίθουσα/συνεδρίες ~ης ~ης. [< αγγλ. teleteaching, 1953, γαλλ. téléenseignement, περ. 1960]

-χρονος

-χρονος, η, ο β' συνθετικό που δηλώνει 1. ορισμένη ηλικία ή διάρκεια ετών: δεκά~/τρί~.|| (συχνά ουσιαστικοπ.) (Το) πεντά~ο. Τα εξηντά~α (: για συμπλήρωση εξήντα χρόνων από ορισμένο γεγονός).|| Δί~η φοίτηση (πβ. -ετής). 2. συγκεκριμένη χρονική σχέση: ισό~/ταυτό~.|| (ουσιαστικοπ.) (Το) προτερό~ο/υστερό~ο.