Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 9 εγγραφές  [0-9]


  • σύκο [σῦκο] σύ-κο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. σχεδόν σφαιρικό και μαλακό φρούτο με πράσινη ή σκούρα μοβ φλούδα, υπόλευκη γλυκιά σάρκα και κόκκινο-λευκό εσωτερικό με πολλά σπόρια, που τρώγεται νωπό ή αποξηραμένο: άγρια/άσπρα/βασιλικά/μαύρα/ξερά/πρώιμα ~α. Γλυκό του κουταλιού ~ (πβ. συκαλάκι). Βλ. τσαπέλα. ● ΦΡ.: λέω τα σύκα-σύκα και τη σκάφη-σκάφη: μιλώ ξεκάθαρα, με ευθύτητα, χωρίς να μασώ τα λόγια μου. Πβ. τα λέω/μιλάω έξω από τα δόντια., καλόμαθε/γλυκάθηκε η γριά στα σύκα (θα φάει/κι έφαγε και τα συκόφυλλα) βλ. γριά [< αρχ. σῦκον]
  • συκομουριά συ-κο-μου-ριά ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. διασταύρωση μουριάς και συκιάς που έχει φύλλα όμοια με της μουριάς και καρπούς παρόμοιους με μικρά σύκα. [< μτγν. συκομορέα]
  • συκοφάγος συ-κο-φά-γος ουσ. (αρσ.): ΟΡΝΙΘ. αποδημητικό ωδικό πτηνό (επιστ. ονομασ. Oriolus oriolus) με χρώμα κίτρινο και μαύρο ή πράσινο. Βλ. -φάγος. [< πβ. μτγν. συκοφάγος 'αυτός που τρώει σύκα']
  • συκοφάντης συ-κο-φά-ντης ουσ. (αρσ.) {θηλ. συκοφάντρια κ. συκοφάντισσα}: πρόσωπο που διαδίδει συκοφαντίες: άθλιος/αισχρός/κοινός ~. Πβ. διαβολέας, λασπολόγος. [< αρχ. συκοφάντης, συκοφάντρια]
  • συκοφάντηση συ-κο-φά-ντη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): διατύπωση, διάδοση συκοφαντιών, διαβολή: Επιχειρείται/καταγγέλλουν ~ (εναντίον) του ... Πβ. δυσφήμιση, κατα~, λάσπη, λασπολογία, λοιδορία, προσβολή. [< μεσν. συκοφάντησις]
  • συκοφαντία συ-κο-φα-ντί-α ουσ. (θηλ.): ψευδής κατηγορία εναντίον κάποιου με στόχο τη δυσφήμιση· συκοφάντηση: άθλια/αισχρή/κοινή ~.|| Θύμα/υπόθεση ~ας. ~ες και ύβρεις. Προσπάθεια ~ας και σπίλωσης του ονόματος κάποιου. Μήνυση για ~. Κατέρρευσε η ~ εις βάρος μας. Πβ. διαβολή, λασπολογία. [< αρχ. συκοφαντία]
  • συκοφαντικός , ή, ό συ-κο-φα-ντι-κός επίθ.: που στοχεύει στη συκοφαντία: ~ός: ισχυρισμός. ~ή: δήλωση/εκστρατεία/επίθεση/κατηγορία/προπαγάνδα. ~ό: δημοσίευμα. Κείμενο με ~ό περιεχόμενο. Πβ. λιβελογραφικός. ● επίρρ.: συκοφαντικά ● ΣΥΜΠΛ.: συκοφαντική δυσφήμιση βλ. δυσφήμιση [< αρχ. συκοφαντικός]
  • συκοφαντώ [συκοφαντῶ] συ-κο-φα-ντώ ρ. (μτβ.) {συκοφαντ-είς ..., -ώντας | συκοφάντ-ησα, -ούμαι, -ήθηκα, -ημένος}: διαδίδω συκοφαντίες: ~ούν τον θεσμό/το κόμμα. Τον ~ησαν στο αφεντικό του. ~ήθηκε για προδοσία/ότι δήθεν έκλεψε/ως καταχραστής. Πβ. διαβάλλω, διασύρω, δυσφημίζω, κακολογώ, κατα~, λασπολογώ. [< αρχ. συκοφαντῶ]
  • συκόφυλλο

    συ-κό-φυλ-λο ουσ. (ουδ.): φύλλο συκιάς. ● ΦΡ.: καλόμαθε/γλυκάθηκε η γριά στα σύκα (θα φάει/κι έφαγε και τα συκόφυλλα) βλ. γριά [< μτγν. συκόφυλλον]

γριά

γριάγρι-ά ουσ. (θηλ.) 1. (συνήθ. μειωτ.) ηλικιωμένη γυναίκα: ο γέρος κι η ~. Πβ. γερόντισσα, γιαγιά, γραία.|| (κ. ως επίθ.) ~ γειτόνισσα. Είναι ~. Βλ. καλο-, κωλό-, μουστό-, μπαμπό-, παλιό-, σκατό-γρια. ΑΝΤ. νέα, νεαρή. 2. (προφ.) (συνήθ. + κτητ. αντων.) χαρακτηρισμός ηλικιωμένης γυναίκας από τον σύζυγο ή τα παιδιά της: Πήγε να δει τη ~ του (= τη μάνα του). ● Υποκ.: γριούλα (η): Βλ. κυρούλα. ● ΣΥΜΠΛ.: γριά αλεπού βλ. αλεπού, μαλλί της γριάς βλ. μαλλί ● ΦΡ.: καλόμαθε/γλυκάθηκε η γριά στα σύκα (θα φάει/κι έφαγε και τα συκόφυλλα) & γλυκάθηκε η γριά στο μέλι, θα φάει και το κουβέλι (παροιμ.): για να δηλωθεί ο εθισμός σε απολαύσεις και η δυσκολία με την οποία κάποιος τις αποχωρίζεται., εδώ ο κόσμος καίγεται/χάνεται και η γριά/το μουνί χτενίζεται βλ. χτενίζω, η γριά/η παλιά (η) κότα έχει το ζουμί βλ. ζουμί, λέγε λέγε το κοπέλι, κάνει την κυρά/τη γριά και/να θέλει βλ. κοπέλι ● βλ. γέρος [< μεσν. γριά ]

δυσφήμιση

δυσφήμισηδυ-σφή-μι-ση ουσ. (θηλ.) & δυσφήμηση: διάδοση ισχυρισμών, στοιχείων, πληροφοριών, συμβάντων που δημιουργούν αρνητική εικόνα για κάποιον ή κάτι ή θίγουν τα συμφέροντά του: διεθνής/επαγγελματική/προσωπική ~. ~ προϊόντων/υπηρεσιών.|| Ενέργειες/παραβάσεις που συνιστούν ~ του αθλήματος. Πβ. αμαύρωση, διαπόμπευση, διασυρμός, δυσφημισμός, συκοφάντηση. ΑΝΤ. διαφήμιση (3) ● ΣΥΜΠΛ.: απλή δυσφήμιση: ΝΟΜ. αδίκημα σύμφωνα με το οποίο τιμωρείται όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει κάτι μεμπτό, επιλήψιμο για κάποιον, βλάπτοντας έτσι την τιμή και την υπόληψή του., συκοφαντική δυσφήμιση: ΝΟΜ. αδίκημα το οποίο διαπράττει κάποιος που διαβάλλει συνειδητά κάποιον άλλο ενώπιον τρίτου: μήνυση/ποινική δίωξη για ~ ~. ~ ~ σε βάρος ... [< γαλλ. diffamation]

τσαπέλα

τσαπέλατσα-πέ-λα ουσ. (θηλ.): αρμαθιά από ξερά σύκα. [< ιταλ. ciambella ή βεν. zambela]

-φάγος & -φαγος

-φάγος & -φαγος, ος, ο (λόγ.) επίθημα επιθέτων ή ουσιαστικών με αναφορά σε 1. άνθρωπο ή ζώο που τρέφεται με συγκεκριμένη κατηγορία ή ποσότητα τροφής: κρεατο-φάγος/χορτο~.|| Λιγό-φαγος (πβ. λιτο-δίαιτος).|| Μυρμηγκο-φάγος/ξυλο~/πτωματο~/σαρκο~/φυλλο~.|| (περιληπτ.) (Τα) παµ-φάγα/φυτο~. 2. (μτφ.) άτομο με πάθος για ό,τι εκφράζει η πρωτότυπη λέξη: βιβλιο-φάγος (βλ. -φιλος). 3. καταπατητή: οικοπεδο~. 4. ασθένεια: τριχο~.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.