Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 5 εγγραφές  [0-5]


  • σύμπτωμα

    σύ-μπτω-μα ουσ. (ουδ.) {συμπτώμ-ατος | -ατα} 1. ΙΑΤΡ. ένδειξη παθολογικής κατάστασης: ανησυχητικό/κύριο/προέχον (: αυτό που γίνεται περισσότερο αισθητό στον ασθενή)/σύνηθες/ψυχοσωματικό ~. Ανεπιθύμητα/αντικειμενικά/βασανιστικά/ενοχλητικά/ήπια/καρδιακά/καταθλιπτικά/κλινικά/κοινά/σοβαρά/στερητικά (π.χ. ευερεθιστότητα, κούραση, αϋπνίες, υπερένταση, πονοκέφαλος)/συνοδά (= δευτερογενή)/σωματικά/τυπικά/υποκειμενικά/ψυχικά ~ατα. Τα ~ατα της ασθένειας/γρίπης. Πβ. σημείο. 2. (μτφ.) δείγμα αρνητικής κατάστασης: Παρατηρήθηκαν ~ατα απειθαρχίας στην ομάδα. Η κοινωνία παρουσιάζει ~ατα κατάρρευσης/παρακμής. Πβ. σημάδι. ● ΣΥΜΠΛ.: συμπτώματα απόσυρσης βλ. απόσυρση [< 1: μτγν. σύμπτωμα, γαλλ. symptôme, αγγλ. symptom]

  • συμπτωματικός , ή, ό συ-μπτω-μα-τι-κός επίθ. 1. τυχαίος, που γίνεται από σύμπτωση: ~ή: συνάντηση. ~ό: γεγονός. Οποιαδήποτε ομοιότητα με πραγματικά πρόσωπα ή καταστάσεις είναι ~ή. 2. ΙΑΤΡ. που αποτελεί σύμπτωμα, που εμφανίζει συμπτώματα ή τα αντιμετωπίζει: ~ή: λοίμωξη/νόσος (: που είναι αποτέλεσμα άλλης νόσου). Βλ. ιδιοπαθής.|| ~ό: σύνδρομο. ΑΝΤ. α~.|| ~ή: αγωγή/ανακούφιση/αντιμετώπιση (= συμπτωματολογική)/θεραπεία. ΑΝΤ. ριζικός. ● επίρρ.: συμπτωματικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: κατά σύμπτωση: Το ανακάλυψα εντελώς ~. ΣΥΝ. τυχαία [< 1: μτγν. συμπτωματικός 2: γαλλ. symptomatique, αγγλ. symptomatic]
  • συμπτωματικότητα συ-μπτω-μα-τι-κό-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του συμπτωματικού, του τυχαίου: η ~ της ύπαρξης. Πβ. τυχαιότητα. [συμ< γερμ. Zufälligkeit]
  • συμπτωματολογία συ-μπτω-μα-το-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. το σύνολο των συμπτωμάτων μιας ασθένειας: άτυπη/βαριά/έντονη/καταθλιπτική/κλινική/νευρολογική ~. ~ της άπνοιας/γρίπης. Βλ. -λογία. [< γαλλ. symptomatologie, αγγλ. symptomatology]
  • συμπτωματολογικός , ή, ό συ-μπτω-μα-το-λο-γι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη συμπτωματολογία: ~ή: εικόνα.|| ~ή: αντιμετώπιση. ΣΥΝ. συμπτωματικός. ● επίρρ.: συμπτωματολογικά [< γαλλ. symptomatologique, αγγλ. symptomatological]

απόσυρση

απόσυρση[ἀπόσυρση] α-πό-συρ-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.) 1. απομάκρυνση από την κυκλοφορία οχημάτων παλαιάς τεχνολογίας με παροχή κινήτρων για την αντικατάστασή τους από άλλα νεότερης: ~ αυτοκινήτων.|| ~ύρσεις δικύκλων/πλοίων.|| ~ και ανακύκλωση ηλεκτρικών συσκευών. 2. παύση ή διακοπή της ισχύος επίσημου συνήθ. εγγράφου: ~ αίτησης/διάταξης/κατηγοριών/μέτρων/μήνυσης/νομοσχεδίου/πρότασης/ρύθμισης/υποψηφιότητας/σχεδίου. Πβ. ακύρωση, ανάκληση, άρση.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ επενδύσεων/καταθέσεων/κεφαλαίων. 3. αναστολή διανομής, κυρ. προϊόντων, στο κοινό: αναγκαστική/επιδοτούμενη/μαζική/οριστική/προληπτική/προσωρινή ~. ~ εμπορευμάτων/φαρμάκων. ~ύρσεις (επικίνδυνων) τροφίμων από την αγορά.|| ~ καλλιεργήσιμων γαιών (= αγρανάπαυση). 4. αποχώρηση: ~ των στρατευμάτων.|| (κατ' επέκτ.) ~ και απομόνωση από φίλους και οικογένεια. ~ από την αγορά εργασίας (βλ. παραίτηση, συνταξιοδότηση). 5. ΓΕΩΛ. υποχώρηση υδάτων. Βλ. άμπωτη. ΑΝΤ. επίκλυση ● ΣΥΜΠΛ.: συμπτώματα απόσυρσης: ΨΥΧΟΛ.-ΙΑΤΡ. ευρύ φάσμα ψυχοπαθολογικών διαταραχών (πονοκέφαλος, αϋπνία, μυϊκός πόνος) που εμφανίζονται σε περίπτωση διακοπής χρήσης εθιστικών ουσιών, όπως τα ναρκωτικά ή το αλκοόλ. [< αγγλ. withdrawal symptoms] [< γαλλ. retrait]

ιδιοπαθής

ιδιοπαθής, ής, ές [ἰδιοπαθής] ι-δι-ο-πα-θής επίθ.: ΙΑΤΡ. (κυρ. για ασθένεια) τα αίτια της οποίας δεν είναι γνωστά: ~ής: επιληψία/νευραλγία/πνευμονική ίνωση. ~ές: σύνδρομο. Βλ. δευτεροπαθής, συμπτωματικός, -παθής. ● επίρρ.: ιδιοπαθώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: ιδιοπαθής υπέρταση βλ. υπέρταση [< πβ. μτγν. ἰδιοπαθής ‘που έχει το ίδιο ψυχικό πάθος’, γαλλ. idiopathique, αγγλ. idiopathic]

-λογία

-λογίαεπίθημα θηλυκών ουσιαστικών που αναφέρεται σε 1. επιστημονικό κλάδο ή τομέα: βιο~/γλωσσο~/επιστημο~/θεο~/κοινωνιο~/ορυκτο~/παθο~/πετρο~/φιλο~/ψυχο~. Βλ. -ικός. 2. λόγο, λόγια: ακριβο~/αντι~/απο~/δικαιο~/ηθικο~.|| (αρνητ. συνυποδ.) Αερο~/εκλογο~/καταστροφο~/κενο~/πολυ~. Αισχρο~ (βλ. -λόγος)/δαιμονο~/κινδυνο~.|| (ομιλία) Δευτερο~. 3. σύνολο συγκεντρωμένων στοιχείων, αρχών, κανόνων: (περιληπτ.) θεματο~ (πβ. -γραφία). Νομο~.|| (συλλογή) Aνθο~ (βλ. -λόγιο).|| Δεοντο~/μεθοδο~. 4. προσδιορισμό, καθορισμό ή στο αποτέλεσμά τους: βαθμο~ (πβ. βαθμολόγηση)/δοσο~/χρονο~. Βλ. -λογώ.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.