σύ-μπτω-μα ουσ. (ουδ.) {συμπτώμ-ατος | -ατα} 1. ΙΑΤΡ. ένδειξη παθολογικής κατάστασης: ανησυχητικό/κύριο/προέχον (: αυτό που γίνεται περισσότερο αισθητό στον ασθενή)/σύνηθες/ψυχοσωματικό ~. Ανεπιθύμητα/αντικειμενικά/βασανιστικά/ενοχλητικά/ήπια/καρδιακά/καταθλιπτικά/κλινικά/κοινά/σοβαρά/στερητικά (π.χ. ευερεθιστότητα, κούραση, αϋπνίες, υπερένταση, πονοκέφαλος)/συνοδά (= δευτερογενή)/σωματικά/τυπικά/υποκειμενικά/ψυχικά ~ατα. Τα ~ατα της ασθένειας/γρίπης. Πβ. σημείο.2. (μτφ.) δείγμα αρνητικής κατάστασης: Παρατηρήθηκαν ~ατα απειθαρχίας στην ομάδα. Η κοινωνία παρουσιάζει ~ατα κατάρρευσης/παρακμής. Πβ. σημάδι. ● ΣΥΜΠΛ.: συμπτώματα απόσυρσης βλ. απόσυρση [< 1: μτγν. σύμπτωμα, γαλλ. symptôme, αγγλ. symptom]
συμπτωματικός , ή, ό συ-μπτω-μα-τι-κός επίθ. 1. τυχαίος, που γίνεται από σύμπτωση: ~ή: συνάντηση. ~ό: γεγονός. Οποιαδήποτε ομοιότητα με πραγματικά πρόσωπα ή καταστάσεις είναι ~ή.2. ΙΑΤΡ. που αποτελεί σύμπτωμα, που εμφανίζει συμπτώματα ή τα αντιμετωπίζει: ~ή: λοίμωξη/νόσος (: που είναι αποτέλεσμα άλλης νόσου). Βλ. ιδιοπαθής.|| ~ό: σύνδρομο. ΑΝΤ. α~.|| ~ή: αγωγή/ανακούφιση/αντιμετώπιση (= συμπτωματολογική)/θεραπεία. ΑΝΤ. ριζικός. ● επίρρ.: συμπτωματικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: κατά σύμπτωση: Το ανακάλυψα εντελώς ~. ΣΥΝ. τυχαία [< 1: μτγν. συμπτωματικός 2: γαλλ. symptomatique, αγγλ. symptomatic]
συμπτωματικότητα συ-μπτω-μα-τι-κό-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του συμπτωματικού, του τυχαίου: η ~ της ύπαρξης. Πβ. τυχαιότητα. [συμ< γερμ. Zufälligkeit]
συμπτωματολογία συ-μπτω-μα-το-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. το σύνολο των συμπτωμάτων μιας ασθένειας: άτυπη/βαριά/έντονη/καταθλιπτική/κλινική/νευρολογική ~. ~ της άπνοιας/γρίπης. Βλ. -λογία. [< γαλλ. symptomatologie, αγγλ. symptomatology]
συμπτωματολογικός , ή, ό συ-μπτω-μα-το-λο-γι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη συμπτωματολογία: ~ή: εικόνα.|| ~ή: αντιμετώπιση. ΣΥΝ. συμπτωματικός. ● επίρρ.: συμπτωματολογικά [< γαλλ. symptomatologique, αγγλ. symptomatological]
απόσυρση
απόσυρση[ἀπόσυρση] α-πό-συρ-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.) 1. απομάκρυνση από την κυκλοφορία οχημάτων παλαιάς τεχνολογίας με παροχή κινήτρων για την αντικατάστασή τους από άλλα νεότερης: ~ αυτοκινήτων.|| ~ύρσεις δικύκλων/πλοίων.|| ~ και ανακύκλωση ηλεκτρικών συσκευών.2. παύση ή διακοπή της ισχύος επίσημου συνήθ. εγγράφου: ~ αίτησης/διάταξης/κατηγοριών/μέτρων/μήνυσης/νομοσχεδίου/πρότασης/ρύθμισης/υποψηφιότητας/σχεδίου. Πβ. ακύρωση, ανάκληση, άρση.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ επενδύσεων/καταθέσεων/κεφαλαίων. 3. αναστολή διανομής, κυρ. προϊόντων, στο κοινό: αναγκαστική/επιδοτούμενη/μαζική/οριστική/προληπτική/προσωρινή ~. ~ εμπορευμάτων/φαρμάκων. ~ύρσεις (επικίνδυνων) τροφίμων από την αγορά.|| ~ καλλιεργήσιμων γαιών (= αγρανάπαυση).4. αποχώρηση: ~ των στρατευμάτων.|| (κατ' επέκτ.) ~ και απομόνωση από φίλους και οικογένεια. ~ από την αγορά εργασίας (βλ. παραίτηση, συνταξιοδότηση). 5. ΓΕΩΛ. υποχώρηση υδάτων. Βλ. άμπωτη. ΑΝΤ. επίκλυση ● ΣΥΜΠΛ.: συμπτώματα απόσυρσης: ΨΥΧΟΛ.-ΙΑΤΡ. ευρύ φάσμα ψυχοπαθολογικών διαταραχών (πονοκέφαλος, αϋπνία, μυϊκός πόνος) που εμφανίζονται σε περίπτωση διακοπής χρήσης εθιστικών ουσιών, όπως τα ναρκωτικά ή το αλκοόλ. [< αγγλ. withdrawal symptoms] [< γαλλ. retrait]
ιδιοπαθής
ιδιοπαθής, ής, ές [ἰδιοπαθής] ι-δι-ο-πα-θής επίθ.: ΙΑΤΡ. (κυρ. για ασθένεια) τα αίτια της οποίας δεν είναι γνωστά: ~ής: επιληψία/νευραλγία/πνευμονική ίνωση. ~ές: σύνδρομο. Βλ. δευτεροπαθής, συμπτωματικός, -παθής. ● επίρρ.: ιδιοπαθώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: ιδιοπαθής υπέρταση βλ. υπέρταση [< πβ. μτγν. ἰδιοπαθής ‘που έχει το ίδιο ψυχικό πάθος’, γαλλ. idiopathique, αγγλ. idiopathic]
-λογία
-λογίαεπίθημα θηλυκών ουσιαστικών που αναφέρεται σε 1. επιστημονικό κλάδο ή τομέα: βιο~/γλωσσο~/επιστημο~/θεο~/κοινωνιο~/ορυκτο~/παθο~/πετρο~/φιλο~/ψυχο~. Βλ. -ικός.2. λόγο, λόγια: ακριβο~/αντι~/απο~/δικαιο~/ηθικο~.|| (αρνητ. συνυποδ.) Αερο~/εκλογο~/καταστροφο~/κενο~/πολυ~. Αισχρο~ (βλ. -λόγος)/δαιμονο~/κινδυνο~.|| (ομιλία) Δευτερο~.3. σύνολο συγκεντρωμένων στοιχείων, αρχών, κανόνων: (περιληπτ.) θεματο~ (πβ. -γραφία). Νομο~.|| (συλλογή) Aνθο~ (βλ. -λόγιο).|| Δεοντο~/μεθοδο~.4. προσδιορισμό, καθορισμό ή στο αποτέλεσμά τους: βαθμο~ (πβ. βαθμολόγηση)/δοσο~/χρονο~. Βλ. -λογώ.
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.