Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • σύνδεσμος σύν-δε-σμος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -έσμου} 1. (με κεφαλ. το αρχικό Σ) οργανωμένη ένωση φυσικών ή νομικών προσώπων με κοινά ενδιαφέροντα ή κοινούς στόχους: αθλητικός (πβ. όμιλος)/αναπτυξιακός/καλλιτεχνικός/λογοτεχνικός/μορφωτικός/πολιτιστικός ~. Δραστηριότητες/ίδρυση/καταστατικό/μέλη/πρόεδρος/συμβούλιο/συνεδρίαση/σφραγίδα (του) ~έσμου. ~ αξιωματικών/διαιτητών/στρατιωτικών/φιλάθλων/φίλων (…). Ένωση/ομοσπονδία ~έσμων. ~ οργανωμένων οπαδών (ομάδας). ~ Αιμοδοτών-Δωρητών Οργάνων Σώματος. ~ Eλληνικών Bιομηχανιών (ΣΕΒ). ΣΥΝ. σύλλογος, σωματείο 2. ΠΛΗΡΟΦ. (συνήθ. υπογραμμισμένη ή με διαφορετικό χρώμα) λέξη ή φράση σε ιστοσελίδα ή αρχείο, με την οποία μεταφέρεται κάποιος σε άλλη ιστοσελίδα: εξωτερικοί/εσωτερικοί/προτεινόμενοι/σχετικοί/χρήσιμοι ~οι. Επιλογή/προβολή/προσθήκη ~έσμου. Διαθέσιμο στον ~ … Πβ. υπερ~. ΣΥΝ. λινκ (1), σύνδεση (5) 3. ΓΡΑΜΜ. άκλιτη λέξη που συνδέει είτε όμοιους όρους μιας πρότασης είτε προτάσεις μεταξύ τους: αιτιολογικοί/αντιθετικοί/διαζευκτικοί/ειδικοί/εναντιωματικοί/ενδοιαστικοί/παραχωρητικοί/συμπερασματικοί/συμπλεκτικοί/τελικοί/υποθετικοί/χρονικοί ~οι. Παρατακτικοί και υποτακτικοί ~οι. 4. πρόσωπο που αποτελεί τον μεσάζοντα και φέρνει σε επικοινωνία μέλη ή τμήματα μυστικής συνήθ. οργάνωσης· ειδικότ. ειδικά εκπαιδευμένος στρατιωτικός που μεταφέρει μηνύματα από μονάδα σε μονάδα: ~ ανταρτών/(αντι)κατασκοπείας. 5. ΤΕΧΝΟΛ. εξάρτημα με το οποίο γίνεται ένωση ή συναρμογή (υλικού, μηχανής) και το σχετικό σημείο: αρθρωτός/ελαστικός/εύκαμπτος/σταθερός ~. ~ αεραγωγών/βαγονιών/σωλήνων. Βλ. αρμός, σύναψη. 6. (σπάν.-μτφ.) στενή συναισθηματική κυρ. σχέση: Έχει ~ο με την οικογένειά/το σπίτι/τους συγγενείς/τον τόπο του. ΣΥΝ. δέσιμο (5), δεσμός (1) 7. ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. ταινία ινώδους ιστού που συνδέει οστά και χόνδρους και χρησιμεύει για την υποστήριξη και ενίσχυση των αρθρώσεων: ελαστικός/ισχυρός ~. ~ αστραγάλου/γονάτου/δαχτύλου. Κύριος/πλατύς ~ της μήτρας. Ρήξη έσω πλαγίου/προσθίου χιαστού ~έσμου. Βλ. τένοντας. 8. ΜΟΥΣ. (στη βυζαντινή μουσική) σύμβολο ανάμεσα σε χαρακτήρες ποσότητας, που ακολουθούνται από ίσο ή φθόγγους σε ανοδική ή καθοδική διαδοχή. [< αρχ. σύνδεσμος, 1: γαλλ. ligue 2: αγγλ. link 4,6: γαλλ. liaison 5: αγγλ. coupling 7: γαλλ. ligament]

αρμός

αρμός[ἁρμός] αρ-μός ουσ. (αρσ.) 1. ΟΙΚΟΔ. μικρό κενό που αφήνεται ηθελημένα μεταξύ των τμημάτων επιφάνειας ή των δομικών στοιχείων κατασκευής, με σκοπό την αποτροπή πρόκλησης βλαβών, κυρ. εξαιτίας συστολών και διαστολών, και συνήθ. γεμίζεται με κονίαμα: αντισεισμικός ~. Κατασκευαστικοί ~οί. ~οί γεφυρών/πλακιδίων. ~οί μεταξύ κουφώματος και τοίχου. Κάλυψη/πλήρωση/στεγανοποίηση/στοκάρισμα/σφράγιση ~ών (: με αρμόστοκο). 2. σημείο σύνδεσης των μερών ενός συνόλου· γενικότ. συνδετικό στοιχείο: Έτριζαν οι ~οί του κρεβατιού/σκάφους. Πβ. σύνδεσμος.|| (μτφ.) Οι ~οί του κορμιού (= κλειδώσεις)/συστήματος. Συνεκτικοί (κοινωνικοί) ~οί. Πβ. δεσμός, κρίκος. [< αρχ. ἁρμός, γαλλ. joint]

τένοντας

τένονταςτέ-νο-ντας ουσ. (αρσ.) {τενόντ-ων}: ΑΝΑΤ. δέσμη ινώδους ιστού που συνδέει τους μυς με τα οστά του σκελετού: ιγνυακός ~. Ο ~ του δικεφάλου/τετρακεφάλου. Αποκατάσταση/αποκόλληση/διάταση/κάκωση/παραμόρφωση/ρήξη/τράβηγμα/φλεγμονή ~α. Θλάση στον ~α. Οι (καμπτήρες) ~ες των δαχτύλων του χεριού. Διατομή νεύρων και ~ων. Βλ. σύνδεσμος. ● ΣΥΜΠΛ.: αχίλλειος τένοντας βλ. αχίλλειος [< αρχ. τένων, γαλλ.-αγγλ. tendon]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.