σύνδεσμος σύν-δε-σμος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -έσμου} 1. (με κεφαλ. το αρχικό Σ) οργανωμένη ένωση φυσικών ή νομικών προσώπων με κοινά ενδιαφέροντα ή κοινούς στόχους: αθλητικός (πβ. όμιλος)/αναπτυξιακός/καλλιτεχνικός/λογοτεχνικός/μορφωτικός/πολιτιστικός ~. Δραστηριότητες/ίδρυση/καταστατικό/μέλη/πρόεδρος/συμβούλιο/συνεδρίαση/σφραγίδα (του) ~έσμου. ~ αξιωματικών/διαιτητών/στρατιωτικών/φιλάθλων/φίλων (…). Ένωση/ομοσπονδία ~έσμων. ~ οργανωμένων οπαδών (ομάδας). ~ Αιμοδοτών-Δωρητών Οργάνων Σώματος. ~ Eλληνικών Bιομηχανιών (ΣΕΒ). ΣΥΝ. σύλλογος, σωματείο 2. ΠΛΗΡΟΦ. (συνήθ. υπογραμμισμένη ή με διαφορετικό χρώμα) λέξη ή φράση σε ιστοσελίδα ή αρχείο, με την οποία μεταφέρεται κάποιος σε άλλη ιστοσελίδα: εξωτερικοί/εσωτερικοί/προτεινόμενοι/σχετικοί/χρήσιμοι ~οι. Επιλογή/προβολή/προσθήκη ~έσμου. Διαθέσιμο στον ~ … Πβ. υπερ~. ΣΥΝ. λινκ (1), σύνδεση (5) 3. ΓΡΑΜΜ. άκλιτη λέξη που συνδέει είτε όμοιους όρους μιας πρότασης είτε προτάσεις μεταξύ τους: αιτιολογικοί/αντιθετικοί/διαζευκτικοί/ειδικοί/εναντιωματικοί/ενδοιαστικοί/παραχωρητικοί/συμπερασματικοί/συμπλεκτικοί/τελικοί/υποθετικοί/χρονικοί ~οι. Παρατακτικοί και υποτακτικοί ~οι.4. πρόσωπο που αποτελεί τον μεσάζοντα και φέρνει σε επικοινωνία μέλη ή τμήματα μυστικής συνήθ. οργάνωσης· ειδικότ. ειδικά εκπαιδευμένος στρατιωτικός που μεταφέρει μηνύματα από μονάδα σε μονάδα: ~ ανταρτών/(αντι)κατασκοπείας.5. ΤΕΧΝΟΛ. εξάρτημα με το οποίο γίνεται ένωση ή συναρμογή (υλικού, μηχανής) και το σχετικό σημείο: αρθρωτός/ελαστικός/εύκαμπτος/σταθερός ~. ~ αεραγωγών/βαγονιών/σωλήνων. Βλ. αρμός, σύναψη.6. (σπάν.-μτφ.) στενή συναισθηματική κυρ. σχέση: Έχει ~ο με την οικογένειά/το σπίτι/τους συγγενείς/τον τόπο του. ΣΥΝ. δέσιμο (5), δεσμός (1) 7. ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. ταινία ινώδους ιστού που συνδέει οστά και χόνδρους και χρησιμεύει για την υποστήριξη και ενίσχυση των αρθρώσεων: ελαστικός/ισχυρός ~. ~ αστραγάλου/γονάτου/δαχτύλου. Κύριος/πλατύς ~ της μήτρας. Ρήξη έσω πλαγίου/προσθίου χιαστού ~έσμου. Βλ. τένοντας.8. ΜΟΥΣ. (στη βυζαντινή μουσική) σύμβολο ανάμεσα σε χαρακτήρες ποσότητας, που ακολουθούνται από ίσο ή φθόγγους σε ανοδική ή καθοδική διαδοχή. [< αρχ. σύνδεσμος, 1: γαλλ. ligue 2: αγγλ. link 4,6: γαλλ. liaison 5: αγγλ. coupling 7: γαλλ. ligament]
αρμός
αρμός[ἁρμός] αρ-μός ουσ. (αρσ.) 1. ΟΙΚΟΔ. μικρό κενό που αφήνεται ηθελημένα μεταξύ των τμημάτων επιφάνειας ή των δομικών στοιχείων κατασκευής, με σκοπό την αποτροπή πρόκλησης βλαβών, κυρ. εξαιτίας συστολών και διαστολών, και συνήθ. γεμίζεται με κονίαμα: αντισεισμικός ~. Κατασκευαστικοί ~οί. ~οί γεφυρών/πλακιδίων. ~οί μεταξύ κουφώματος και τοίχου. Κάλυψη/πλήρωση/στεγανοποίηση/στοκάρισμα/σφράγιση ~ών (: με αρμόστοκο).2. σημείο σύνδεσης των μερών ενός συνόλου· γενικότ. συνδετικό στοιχείο: Έτριζαν οι ~οί του κρεβατιού/σκάφους. Πβ. σύνδεσμος.|| (μτφ.) Οι ~οί του κορμιού (= κλειδώσεις)/συστήματος. Συνεκτικοί (κοινωνικοί) ~οί. Πβ. δεσμός, κρίκος. [< αρχ. ἁρμός, γαλλ. joint]
τένοντας
τένονταςτέ-νο-ντας ουσ. (αρσ.) {τενόντ-ων}: ΑΝΑΤ. δέσμη ινώδους ιστού που συνδέει τους μυς με τα οστά του σκελετού: ιγνυακός ~. Ο ~ του δικεφάλου/τετρακεφάλου. Αποκατάσταση/αποκόλληση/διάταση/κάκωση/παραμόρφωση/ρήξη/τράβηγμα/φλεγμονή ~α. Θλάση στον ~α. Οι (καμπτήρες) ~ες των δαχτύλων του χεριού. Διατομή νεύρων και ~ων. Βλ. σύνδεσμος. ● ΣΥΜΠΛ.: αχίλλειος τένοντας βλ. αχίλλειος [< αρχ. τένων, γαλλ.-αγγλ. tendon]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.