Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • σύνολος , ος/η, ο σύ-νο-λος επίθ. (αρχαιοπρ.): που θεωρείται στο σύνολό του: ~ος: βίος. ~η: ανθρωπότητα. ~ ο ελληνισμός πανηγύρισε τη μεγάλη επιτυχία. ΣΥΝ. ολόκληρος (2) ΑΝΤ. μερικός [< αρχ. σύνολος]