Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • σύντμηση σύ-ντμη-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΓΛΩΣΣ. απόδοση λέξης με βραχυγραφία ή αποκοπή συλλαβών: ~ του ονόματος/όρου/τίτλου. Βλ. ακρωνύμιο, αρκτικόλεξο. 2. (λόγ.) μείωση μεγέθους, έκτασης ή διάρκειας: ~ της διαδικασίας/του κειμένου/της προθεσμίας/του χρόνου. Πβ. βράχυνση, σύμπτυξη, συντόμευση. [< 2: μτγν. σύντμησις ‘συγκοπή’]

ακρωνύμιο

ακρωνύμιο[ἀκρωνύμιο] α-κρω-νύ-μι-ο ουσ. (ουδ.) & ακρώνυμο: συντομογραφία που προκύπτει από τα αρχικά γράμματα ή τις αρχικές συλλαβές λέξεων (ελληνικών ή ξένων), π.χ. ΠΔ, Σ.ΕΠ.Ε., Βλ. -ωνύμιο. ΣΥΝ. αρκτικόλεξο [< αγγλ. acronym, 1940, γαλλ. acronyme, 1970]