Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • σύντμηση σύ-ντμη-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΓΛΩΣΣ. απόδοση λέξης με βραχυγραφία ή αποκοπή συλλαβών: ~ του ονόματος/όρου/τίτλου. Βλ. ακρωνύμιο, αρκτικόλεξο. 2. (λόγ.) μείωση μεγέθους, έκτασης ή διάρκειας: ~ της διαδικασίας/του κειμένου/της προθεσμίας/του χρόνου. Πβ. βράχυνση, σύμπτυξη, συντόμευση. [< 2: μτγν. σύντμησις ‘συγκοπή’]

ακρωνύμιο

ακρωνύμιο [ἀκρωνύμιο] α-κρω-νύ-μι-ο ουσ. (ουδ.) & ακρώνυμο: συντομογραφία που προκύπτει από τα αρχικά γράμματα ή τις αρχικές συλλαβές λέξεων (ελληνικών ή ξένων), π.χ. ΠΔ, Σ.ΕΠ.Ε., Βλ. -ωνύμιο. ΣΥΝ. αρκτικόλεξο [< αγγλ. acronym, 1940, γαλλ. acronyme, 1970]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.