Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • σύφιλη σύ-φι-λη ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. χρόνιο αφροδίσιο νόσημα που επιφέρει ανατομικές και δερματικές βλάβες: Η ~ προκαλείται από το βακτήριο ωχρά σπειροχαίτη. Τα τρία στάδια της ~ης. Πβ. μαλαφράντζα. Βλ. τρεπόνημα. [< γαλλ. syphilis]

τρεπόνημα

τρεπόνημα τρε-πό-νη-μα ουσ. (ουδ.): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. γένος σπειροειδών βακτηρίων (Treponema): ωχρό ~ (= ωχρά σπειροχαίτη, σύφιλη). [< αγγλ. treponema, 1908, γαλλ. tréponème, 1909]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.