Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 30 εγγραφές  [0-20]


  • σώμα [σῶμα] σώ-μα ουσ. (ουδ.) {σώμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. το σύνολο των υλικών στοιχείων ενός ζωντανού οργανισμού (μέλη, όργανα), η φυσική κατασκευή του, η εξωτερική μορφή ή ειδικότ. ο κορμός (σε αντιδιαστολή με το κεφάλι και τα άκρα ή την ψυχή και το πνεύμα): αγύμναστο/αθλητικό/ανδρικό/ανεπτυγμένο/γεροδεμένο/γυμνασμένο/γυναικείο/εφηβικό/καλλίγραμμο/λεπτό/μυώδες/παιδικό/παχύ/υγιές ~. Άσκηση/βάρος/θερμοκρασία/κίνηση/(φυσικές) λειτουργίες του ~ατος. Μέρη του ~ατος. Αναλογίες ενός ~ατος (: οι διαστάσεις των μελών του ή, ειδικότ. για γυναίκες, εκείνες του στήθους, της μέσης και της περιφέρειας). Ασκώ/γυμνάζω το ~ μου. Ποσοστό λίπους στο ~ (βλ. λιπομέτρηση). ~ (σαν) λάστιχο. Συμφιλιώνομαι με το ~ μου (: αποδέχομαι τις ατέλειές του). Έχει όμορφο πρόσωπο, αλλά δεν έχει ~ (ενν. καλό ~). Δωρητής Οργάνων ~ατος.|| (ειδικότ., κυρ. το δέρμα:) Λείο/σφριγηλό/χαλαρό ~. Αισθητική/απολέπιση/ενυδάτωση/καθαρισμός/καλλυντικά/κρέμα/λοσιόν/περιποίηση/πλύσιμο/φροντίδα (του) ~ατος.|| Η γλώσσα του ~ατος (: ο τρόπος κίνησης και η στάση του ~ατος ως έκφραση των διαθέσεων και των συναισθημάτων του ανθρώπου). 2. κάθε υλικό αντικείμενο με συγκεκριμένες ιδιότητες, αντιληπτό με τις αισθήσεις: αέριο/στερεό/υγρό ~. Ουράνια ~ατα. Βαρύτητα/πτώση των ~άτων.|| (ΓΕΩΜ., στερεό αντικείμενο τριών διαστάσεων, σε αντιδιαστολή με το επίπεδο σχήμα:) Ο κώνος είναι γεωμετρικό ~. Βλ. πολύσωμα. 3. το μεγαλύτερο ή κυριότερο τμήμα ενός συνόλου, οργάνου ή μιας κατασκευής: ~ της αντλίας/κιθάρας (= σκάφος)/(φωτογραφικής) μηχανής/συσκευής/του συστήματος. ~ εγγράφου/επιταγής (: το έντυπο, το χαρτί). Μεταλλικό/φωτιστικό/χαλύβδινο ~.|| (ειδικότ., για συσκευή θέρμανσης) Ηλεκτρικό ~. ~ καλοριφέρ/με ηλεκτρισμό.|| Με τη συμπίεση τα υλικά έγιναν ένα ~ (βλ. συμπαγοποίηση). (μτφ.) Στη συναυλία όλο το ακροατήριο γίναμε ένα ~ (: ενωθήκαμε).|| (ΟΙΚΟΔ.) Το ~ του κτιρίου. 4. σύνολο προσώπων που ανήκουν στην ίδια επιστημονική, κοινωνική ή άλλη κοινότητα ή ομάδα, με συγκεκριμένη οργάνωση και δραστηριότητα: αιρετό/δικαστικό/δικηγορικό/εκλεκτορικό/ιατρικό/προξενικό/συμβουλευτικό ~. ~ των ενόρκων/επιθεωρητών/(ορκωτών) λογιστών/φροντιστών. ~ Ελληνικού Οδηγισμού. ~ Eλλήνων προσκόπων. ~ Ορκωτών Εκτιμητών. Το διοικητικό συμβούλιο συνήλθε σε ~. 5. συλλογή στοιχείων ενός γνωστικού αντικειμένου, ταξινομημένων σε χειρόγραφη ή ηλεκτρονική μορφή, για επιστημονική μελέτη: ~ επιγραφών/παπύρων/πηγών δικαίου. 6. ΣΤΡΑΤ. στρατιωτική μονάδα μεγαλύτερη από τη μεραρχία και μικρότερη από τη στρατιά ή μη μάχιμη στρατιωτική δύναμη· συνεκδ. σύνολο ανθρώπων και υπηρεσιών με εκπαίδευση και οργάνωση στρατιωτικής μορφής: ~ εφέδρων/πεζοναυτών. Στρατιωτική Σχολή Αξιωματικών ~άτων (ΣΣΑΣ).|| Τεχνικό/Υγειονομικό ~. ~ Υλικού Πολέμου (ΣΥΠ).|| ~ Πολιτοφυλακής. Αστυνομικό ~. Αποτάχθηκε/αποπέμφθηκε από το ~ ... 7. ΕΚΚΛΗΣ. ο άρτος της Θείας Ευχαριστίας και το σύνολο των μελών της Εκκλησίας (με τον Χριστό ως κεφαλή): Το ~ και το αίμα του Χριστού.|| Tο ~ της Eκκλησίας. 8. ΤΥΠΟΓΡ. σύγγραμμα, τόμος και γενικότ. αντίτυπο βιβλίου μετά τη βιβλιοδεσία. ● Υποκ.: σωματάκι (το): κυρ. στη σημ. 1. ● Μεγεθ.: σωματάρα (η): κυρ. στη σημ. 1. ● ΣΥΜΠΛ.: Σώμα Στρατού: ΣΤΡΑΤ. στρατιωτικός σχηματισμός (με ενιαία διοίκηση) που αποτελείται από μεραρχίες καθώς και από μονάδες όλων των όπλων και της διοικητικής μέριμνας., σώμα του εγκλήματος: ΝΟΜ. το υλικό μέσο της εκτέλεσης ενός εγκλήματος και γενικότ. το πειστήριο: αδιαμφισβήτητο/αδιάσειστο/επαρκές ~ ~.|| Το ~ ~, η πλαστογραφημένη επιταγή, βρέθηκε στο αυτοκίνητο του συλληφθέντος. [< λατ. corpus delicti] , Δείκτης Μάζας Σώματος (ΔΜΣ) βλ. μάζα, Διπλωματικό Σώμα βλ. διπλωματικός, εκλογικό σώμα βλ. εκλογικός, Επιθεώρηση Εργασίας/Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας βλ. επιθεώρηση, θερμαντικό σώμα βλ. θερμαντικός1, κετονικά σώματα βλ. κετονικός, Λιμενικό Σώμα-Ελληνική Ακτοφυλακή βλ. λιμενικός, μέλαν σώμα βλ. μέλας, ξένο σώμα βλ. ξένος, Πυροσβεστική Υπηρεσία/Πυροσβεστικό Σώμα βλ. πυροσβεστικός, σώμα κειμένων βλ. κείμενο, Σώματα Ασφαλείας βλ. ασφάλεια, τυλώδες σώμα βλ. τυλώδης ● ΦΡ.: εν σώματι (λόγ.): σύσσωμοι, όλοι μαζί, με την παρουσία όλων: Οι εργαζόμενοι παρέδωσαν ψήφισμα ~ ~ στη διεύθυνση. Τον συνόδεψαν ~ ~ στην τελευταία του κατοικία., σώμα με/προς σώμα: από πολύ κοντινή απόσταση, ο ένας αντιμέτωπος με τον άλλον: αγώνας/μάχη/πάλη/σύγκρουση ~ ~. Η διαδήλωση συνοδεύτηκε από συμπλοκές ~ ~ με την Αστυνομία., ένα σώμα, μια ψυχή βλ. ψυχή, νους υγιής εν σώματι υγιεί βλ. νους, συγκρότηση σε σώμα βλ. συγκρότηση, ψυχή τε και σώματι βλ. ψυχή [< αρχ. σῶμα, γαλλ. corps]
  • σωματαράς σω-μα-τα-ράς ουσ. (αρσ.) (μεγεθ.-προφ.): μεγαλόσωμος συνήθ. άνδρας με καλογυμνασμένο σώμα. Πβ. μποντιμπιλντεράς, σφίχτης. Βλ. -αράς.
  • σωματάρχης σω-μα-τάρ-χης ουσ. (αρσ.): ΣΤΡΑΤ. διοικητής Σώματος Στρατού. Βλ. -άρχης. [< γαλλ. chef de corps]
  • σωματειακός , ή, ό σω-μα-τει-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με σωματείο: ~ός: αθλητισμός. ~ή: επιτροπή/νομοθεσία/οργάνωση. ~ό: δίκαιο/παράρτημα. ~ές: εκλογές/επιτροπές. Σε ~ό επίπεδο.|| (για πρόσ.) ~ός: προπονητής. Βλ. δια~. [< γαλλ. corporatif]
  • σωματείο [σωματεῖο] σω-μα-τεί-ο ουσ. (ουδ.) (συχνά με κεφαλ. Σ): ΝΟΜ. μη κερδοσκοπική ένωση προσώπων που δραστηριοποιούνται από κοινού σε τομέα δράσης και η οποία αποτελεί νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου· ειδικότ. επίσημο όργανο εργαζομένων που συγκροτείται με σκοπό την προάσπιση των συμφερόντων τους: ερασιτεχνικό/κοινωφελές ~. Αθλητικό/επιστημονικό/καλλιτεχνικό/μουσικό/ποδοσφαιρικό/πολιτιστικό/σκακιστικό/φιλανθρωπικό/φιλοζωικό ~. ~ επιχειρηματικότητας νέων. Πβ. οργάνωση, σύλλογος, σύνδεσμος.|| Δευτεροβάθμιο/επιχειρησιακό/κλαδικό/πανελλήνιο/πρωτοβάθμιο/τοπικό ~. ~ ιδιοκτητών/καταστηματαρχών/μισθωτών/συμβασιούχων/συνταξιούχων. ~ Ελλήνων Ηθοποιών (ακρ. ΣΕΗ). Ομοσπονδία ~ων. Πβ. συνδικάτο, συντεχνία. [< μτγν. σωματεῖον]
  • σωματεμπορία σω-μα-τε-μπο-ρί-α ουσ. (θηλ.) & σωματεμπόριο (το): παράνομη διακίνηση ανθρώπων με σκοπό κυρ. τη σεξουαλική εκμετάλλευση αλλά και την καταναγκαστική εργασία: διεθνική ~. ~ γυναικών/παιδιών. Κύκλωμα ~ας. Θύματα κακοποίησης και ~ας. Πβ. δουλεμπόριο, εμπόριο λευκής σαρκός, μαστροπεία, τράφικινγκ. Βλ. -εμπόριο. [< μτγν. σωματεμπόριον 'εμπόριο δούλων', πβ. αγγλ. trafficking]
  • σωματέμπορος σω-μα-τέ-μπο-ρος ουσ. (αρσ.) & (λαϊκό) σωματέμπορας: πρόσωπο που κάνει σωματεμπορία: κύκλωμα/σπείρα ~ων. Πβ. μαστροπός, νταβατζής, προαγωγός. Βλ. -έμπορος. [< μτγν. σωματέμπορος 'δουλέμπορος']
  • σωματιδιακός , ή, ό σω-μα-τι-δι-α-κός επίθ.: ΦΥΣ. που σχετίζεται με τα σωματίδια: ~ός: επιταχυντής. ~ή: ακτινοβολία/δομή/συγκέντρωση/φυσική (: που μελετά τις ιδιότητες και τη συμπεριφορά των στοιχειωδών σωματιδίων της ύλης). ~ό: υλικό. ~οί: ρύποι. ~ές: εκπομπές. Βλ. αστρο~, κυματο~ δυϊσμός. [< αγγλ. corpuscular, γαλλ. corpusculaire]
  • σωματίδιο σω-μα-τί-δι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου | συνηθέστ. στον πληθ.} 1. ΦΥΣ. κάθε μικροσκοπική μονάδα ύλης: υποατομικό ~ (βλ. αδρόνιο, λεπτόνιο). Βαριά/ελαφρά ~α. ~ άλφα (= πυρήνας ηλίου). ~-φορέας. ~ της αντιύλης (= αντι~). Αρνητικά (: ηλεκτρόνια)/θετικά (: πρωτόνια) φορτισμένα ~α. Κίνηση/στροφορμή/ταχύτητα ~ίου. Ανιχνευτές/επιταχυντές ~ίων. Βλ. μικρο-, νανο-σωματίδια.|| Θεωρητικό ~/~ του Θεού (: ~/μποζόνιο (του) Χιγκς, το οποίο πιστεύεται ότι μπορεί να εξηγήσει πώς η ύλη αποκτά μάζα).|| Υποθετικά ~α (βλ. νετραλίνο, ταχυόνιο). ΣΥΝ. σωμάτιο (1) 2. κόκκος: τοξικά ~α. ~α καπνού/πάγου. Αιωρούμενα ~α σκόνης. ~α του άνθρακα. Βλ. -ίδιο. ● ΣΥΜΠΛ.: στοιχειώδη σωματίδια βλ. στοιχειώδης [< γαλλ. particule, corpuscule]
  • σωματικός , ή, ό σω-μα-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με το σώμα: ~ός: θάνατος/κίνδυνος/πόνος/τραυματισμός/τύπος (= σωματότυπος). ~ή: αδυναμία/ανάπτυξη/άσκηση/αύξηση/δραστηριότητα/δύναμη/ενέργεια/επαφή (πβ. σαρκικός)/ευεξία/κατασκευή/κίνηση/κοιλότητα/κούραση/λειτουργία/υγιεινή/φροντίδα. ~ό: βάρος/λίπος. ~ές: ανάγκες/αναλογίες/διαστάσεις/διαταραχές/κακώσεις. ~ά: κύτταρα (βλ. γεννητικός)/προσόντα/χαρακτηριστικά. Βλ. εξω~, ψυχο~. ΑΝΤ. ψυχικός ● επίρρ.: σωματικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: σωματική ακεραιότητα βλ. ακεραιότητα, σωματική βία βλ. βία, σωματική βλάβη βλ. βλάβη, σωματική διάπλαση βλ. διάπλαση, σωματική έρευνα βλ. έρευνα, σωματική ικανότητα βλ. ικανότητα, φυσική/σωματική/αθλητική αγωγή βλ. αγωγή [< αρχ. σωματικός, αγγλ. somatic, γαλλ. somatique]
  • σωματικότητα σω-μα-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): σωματική, υλική υπόσταση μιας ενέργειας ή συναίσθηση του σώματος: η ~ των κινήσεων/των μορφών/της υποκριτικής. Παίξιμο/χορογραφία με έντονη ~. Βλ. -ότητα, υλικότητα. [< αγγλ. corporeality, γαλλ. corporéité, corporealité]
  • σωμάτιο σω-μά-τι-ο ουσ. (ουδ.) {σωματί-ου | -ων} 1. ΦΥΣ. σωματίδιο. 2. ΒΙΟΛ. κάθε μικροσκοπικό στοιχείο ζωντανού οργανισμού: ωχρό ~ (: ιστός που αναπτύσσεται σε άδειο ωοθυλάκιο μετά την ωορρηξία). Νεφρικά/σηραγγώδη/ψαμμώδη ~α. Βλ. μικροσωμάτια. [< αρχ. σωμάτιον, ‘μικρό σώμα, (για πράγματα) σωματίδιο’, γαλλ. corpuscule]
  • σωματο- & σωματό- & σωματ- πρόθημα λέξεων που αναφέρονται 1. στο ανθρώπινο σώμα, τον άνθρωπο ή τη ζωή του: σωματό-τυπος. Σωματο-αισθητικός.|| Σωματο-ποίηση.|| Σωματ-εμπόριο.|| Σωματο-φύλακας. 2. ΦΥΣ. σε ελάχιστο συστατικό της ύλης: σωματ-ίδιο.
  • σωματοαισθητικός , ή, ό σω-μα-το-αι-σθη-τι-κός επίθ. & (σπάν.) σωματαισθητικός: που σχετίζεται με την ικανότητα του οργανισμού να αντιλαμβάνεται την αίσθηση του πόνου, της πίεσης και της θερμοκρασίας: (ΑΝΑΤ.) ~ός: φλοιός (: περιοχή στον εγκέφαλο). ~ό: σύστημα. [< αγγλ. somatosensory, 1952]
  • σωματοδομή σω-μα-το-δο-μή ουσ. (θηλ.): μυοσκελετική κατασκευή, σωματότυπος: αδύνατη/βαριά ~. Έχει τη ~ αθλητή. Ποδοσφαιριστής που αγωνίζεται στη θέση του αμυντικού λόγω ~ής. [< αγγλ. body structure]
  • σωματοδόμηση σω-μα-το-δό-μη-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): ΑΘΛ. μπόντι μπίλντινγκ.
  • σωματολογία σω-μα-το-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΑΝΘΡΩΠ. κλάδος που μελετά τη δομή και τη φυσιολογία του ανθρώπινου σώματος και τις μεταβολές που υφίσταται. Βλ. -λογία. [< γαλλ. somatologie, αγγλ. somatology]
  • σωματομεδίνη σω-μα-το-με-δί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. πεπτιδική ορμόνη η οποία παράγεται στο συκώτι και διεγείρεται από τη δραστηριότητα άλλων ορμονών, όπως η σωματοτροπίνη. Βλ. -ίνη. [< αγγλ. somatomedin, 1971 < somat-+ ο + (inter)med(iary+ in]
  • σωματομετρία σω-μα-το-με-τρί-α ουσ. (θηλ.): ΑΝΘΡΩΠ. επιστημονική μέτρηση των μερών του ανθρώπινου σώματος. Πβ. ανθρωπομετρία. Βλ. -μετρία.
  • σωματομετρικός , ή, ό σω-μα-το-με-τρι-κός επίθ.: ΑΝΘΡΩΠ. που σχετίζεται με τη σωματομετρία: ~ός: έλεγχος. ~οί: δείκτες. ~ές: αναλογίες/διαστάσεις. ~ά: δεδομένα/στοιχεία/χαρακτηριστικά (: βάρος, ύψος). ~ή και διατροφική αξιολόγηση. Πβ. ανθρωπομετρικός. ● επίρρ.: σωματομετρικά

αγωγή

αγωγή[ἀγωγή] α-γω-γή ουσ. (θηλ.) 1. συστηματική διαδικασία για την ψυχική, πνευματική μόρφωση και σωματική διάπλαση του ανθρώπου, εκπαίδευση, κατάρτιση σε ένα ορισμένο αντικείμενο ή ανατροφή: αισθητική/διαπολιτισμική/εικαστική/ελληνική/επαγγελματική/ηθική/θεατρική/θρησκευτική/καλλιτεχνική/κοινωνική/μουσειακή/πολυπολιτισμική/προγεννητική (: προετοιμασία για τον γονεϊκό ρόλο)/προσχολική/στρατιωτική/συμβουλευτική/συναισθηματική/υποχρεωτική/χριστιανική ~. ~ νου και ψυχής (πβ. γαλούχηση). ~ του καταναλωτή. Προβλήματα ~ής και παιδείας (πβ. διαπαιδαγώγηση).|| (για άνθρωπο:) με/χωρίς ~ (: με καλή ανατροφή/ανάγωγος). Έχει λάβει ~/στερείται ~ής από το σπίτι. Έδωσε καλή ~ στα παιδιά του. Βλ. δι~. 2. ΝΟΜ. αίτηση δικαστικής προστασίας με σκοπό την ικανοποίηση προσβαλλόμενου δικαιώματος και συνεκδ. το έγγραφο με το οποίο υποβάλλεται η ανωτέρω αίτηση (το δικόγραφό της): δικαστική/ένδικη/ποινική ~. ~ διαζυγίου/έξωσης (λόγω ιδιοχρησίας). ~ για ηθική βλάβη/καταβολή αποζημίωσης/συκοφαντική δυσφήμιση. ~ εναντίον/κατά/σε βάρος (κάποιου). Ασκώ/εγείρω/κάνω (πβ. ενάγω)/καταθέτω/κινώ/προβαίνω σε/προχωρώ σε/υποβάλλω ~. Απορρίπτεται/γίνεται δεκτή/κοινοποιείται/συζητείται στο Πολυμελές Πρωτοδικείο η ~. Αξίωσε με ~ την αναγνώριση της πατρότητας. Βλ. αναφορά, αντ~, καταγγελία, μήνυση, προσ~. 3. ΙΑΤΡ. συστηματική αντιμετώπιση ενός προβλήματος υγείας: αντιβιοτική/αντιμικροβιακή/αντιπηκτική/εναλλακτική/θεραπευτική/ιατροφαρμακευτική/παρηγορητική/προληπτική/συντηρητική/φαρμακευτική ~. ~ για αντιμετώπιση επιπλοκών/οστεοπόρωση/υπέρταση. Ο γιατρός όρισε ~ με δίαιτα/φάρμακα. Πβ. θεραπεία, κούρα. 4. ΦΥΣ. μετάδοση ενέργειας μέσα από ένα υλικό μέσο: ~ ηλεκτρισμού/θερμότητας. Βλ. αγώγιμος, εισ~, εξ~, περι~. ● ΣΥΜΠΛ.: αγωγή κακοδικίας: ΝΟΜ. που ασκεί κάποιος εναντίον δικαστικού λειτουργού ή δικηγόρου για ζημία σε βάρος του, λόγω αμέλειας ή παραδρομής κατά την άσκηση των καθηκόντων του: Δικαστήριο Αγωγών ~., αγωγή του πολίτη & Κοινωνική και Πολιτική Αγωγή: σχολικό μάθημα και βιβλίο που αναφέρεται στη λειτουργία της κοινωνίας και τη διοίκηση των δήμων, καθώς και στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των πολιτών., αγωγή υγείας: δραστηριότητα που στοχεύει στη βελτίωση της ποιότητας ζωής μέσω της ενημέρωσης και της ευαισθητοποίησης σε θέματα υγείας: προγράμματα ~ής ~ στα σχολεία., γλωσσική αγωγή: που στοχεύει στην καλλιέργεια της γλώσσας και συγκεκριμένα του προφορικού λόγου, της ακρόασης, της ανάγνωσης και της γραφής: ~ ~ στο νηπιαγωγείο. Αξιοποίηση των υπολογιστών στη ~ ~., ειδική αγωγή/εκπαίδευση: αγωγή ατόμων που αποκλίνουν σε σημαντικό βαθμό διανοητικά, σωματικά, κοινωνικά ή συναισθηματικά από αυτόν που θεωρείται φυσιολογικός: ~ ~ κωφών. ~ ~ και αυτισμός. [< αγγλ. special education, 1921] , κυκλοφοριακή αγωγή: που αποσκοπεί στην εκμάθηση της σωστής οδικής κυκλοφορίας οχημάτων και πεζών: ~ ~ παιδιών ηλικίας ως δώδεκα ετών., περιβαλλοντική αγωγή: διαδικασία που οδηγεί στην ανάπτυξη ικανοτήτων και στάσεων απαραίτητων για την κατανόηση και την εκτίμηση της σχέσης ανάμεσα στον άνθρωπο, τον πολιτισμό του και το βιοφυσικό περιβάλλον και κυρ. την προστασία του τελευταίου: οικολογική παιδεία και ~ ~. Βιώσιμη ανάπτυξη με την ~ ~. Ευαισθητοποίηση των μαθητών σε θέματα ~ής ~ής. [< αγγλ. environmental education] , πολιτική αγωγή: ΝΟΜ. (σε ποινικό δικαστήριο) αξιώσεις αστικής φύσεως (για αποζημίωση, αποκατάσταση, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης), όπως και ποινικές, οι οποίες προκύπτουν από έγκλημα· ειδικότ. ο παθών ή κυρ. καταχρ. ο δικηγόρος του παθόντος: Ο εκπρόσωπος/ο συνήγορος της ~ής ~ής. Οι συγγενείς των θυμάτων μπορούν να παραστούν στο δικαστήριο ως ~ ~., σεξουαλική αγωγή/διαπαιδαγώγηση: που έχει ως στόχο την εξοικείωση με τη σεξουαλικότητα του ανθρώπου, με θέματα ανατομίας και υγιεινής και την ενημέρωση σχετικά με την αντισύλληψη και την αναπαραγωγή: ~ ~ στα σχολεία. Διαφυλικές σχέσεις/έφηβοι και ~ ~. [< αγγλ. sex(ual) education, 1920, γαλλ. éducation sexuelle] , φυσική/σωματική/αθλητική αγωγή: σύνολο κινητικών και αισθητικών δραστηριοτήτων που αποβλέπουν στη βιολογική, κοινωνική και πνευματική ανάπτυξη του ανθρώπου και την καλλιέργεια της συνεργασίας, της ομαδικότητας και της πειθαρχίας, γυμναστική· ειδικότ. το αντίστοιχο σχολικό μάθημα: ~ ~ των νέων/στο σχολείο. Βλ. αθλητισμός.|| Διδάσκω/σπούδασε ~ ~. [< αγγλ. physical education] , αναγνωριστική αγωγή βλ. αναγνωριστικός, αντισταθμιστική αγωγή/εκπαίδευση βλ. αντισταθμιστικός, διεκδικητική αγωγή βλ. διεκδικητικός, καταψηφιστική αγωγή βλ. καταψηφιστικός, ρυθμική αγωγή βλ. ρυθμικός ● ΦΡ.: αγωγή περί κλήρου βλ. κλήρος [< 1: αρχ. ἀγωγή, 2: μτγν. 3: γαλλ. procès, 4: αγγλ. conduction]

αδρόνιο

αδρόνιο[ἁδρόνιο] α-δρό-νι-ο ουσ. (ουδ.) {αδρονί-ων, συνήθ. στον πληθ.}: ΦΥΣ. ΠΥΡ. κάθε υποατομικό σωματίδιο που αποτελείται από κουάρκ και διασπάται ή αντιδρά με ισχυρές αλληλεπιδράσεις: επιταχυντής ~ων. Τα ~α διακρίνονται σε βαρυόνια και μεσόνια. Τα πρωτόνια και τα νετρόνια είναι είδη ~ων. Βλ. γκλου-, λεπτ-όνιο. [< αγγλ. hadron < ἁδρός, 1962, γαλλ. ~, 1965]

ακεραιότητα

ακεραιότητα[ἀκεραιότητα] α-κε-ραι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. διατήρηση της ολότητας, της πληρότητας: δομική ~ κατασκευής/κτιρίου. ~ λέξεων (ΑΝΤ. βραχυγραφία). ~ αρχειακού υλικού. Πβ. αρτιότητα.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ αναφοράς. Προστασία της ~ας δεδομένων (: από σβήσιμο ή αλλοίωση). Δεν διασφαλίζεται η ~ του μηνύματος. 2. (μτφ.) εντιμότητα, χρηστότητα: Διακρίνεται για την ~ά του. Βλ. -ότητα. ΣΥΝ. ηθικότητα, τιμιότητα ● ΣΥΜΠΛ.: εδαφική ακεραιότητα: ΝΟΜ.-ΠΟΛΙΤ. το δικαίωμα κάθε κράτους να είναι ανεξάρτητο, ασκώντας κυριαρχικά δικαιώματα στα εδάφη του: διαφύλαξη/παραβίαση/υπεράσπιση της ~ής ~ας. Απειλώ/προασπίζομαι/σέβομαι την ~ ~ μιας χώρας. [< γαλλ. intégrité de territoire, γερμ. territoriale Integrität] , σωματική ακεραιότητα: ΝΟΜ. το δικαίωμα κάθε πολίτη να μη βλάπτεται σωματικά: απειλή/προσβολή/προστασία/σεβασμός της ~ής ~ας. Το έννομο αγαθό της ~ής ~ας. Έγκλημα κατά της ζωής ή της ~ής ~ας. Θέτω σε κίνδυνο τη ~ ~ κάποιου. Κινδυνεύει η ~ ~ά μου. Πβ. αρτιμέλεια. [< γαλλ. intégrité physique, αγγλ. physical integrity] ● ΦΡ.: ακεραιότητα (του) χαρακτήρα: για έντιμο, ενάρετο, συνήθ. δημόσιο πρόσωπο: Τον εκτιμούν για την ~ ~ του, την υπευθυνότητα και την ευθυκρισία του. [< μτγν. ἀκεραιότης, γαλλ. intégrité]

-άρας

-άρας: μεγεθυντική κατάληξη αρσενικών κυρίων ονομάτων και επίθημα για τον σχηματισμό επωνύμων του ίδιου γένους: (οικ.) Μητσ~/Παυλ~.|| Παναγιωτ~.

-άρχης

-άρχης{-άρχη (λόγ.) -άρχου, κλητ. (λόγ.) -άρχα | -αρχών} επίθημα αρσενικών και θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνει 1. τον επικεφαλής, τον προϊστάμενο: επιτελ~/ομαδ~.|| Λιμεν~/λυκει~/νομ~/περιφερει~/φροντιστηρι~.|| (τον ηγεμόνα:) Μον~. Πλανητ~. 2. το πρώτο στην τάξη μέλος ή τον παλαιότερο πρόγονο: πατρι~.|| Γεν~. 3. τον ιδιοκτήτη: εργοστασι~/καναλ~/λεσχι~/μιντι~

ασφάλεια

ασφάλεια[ἀσφάλεια] α-σφά-λει-α ουσ. (θηλ.) {-ας (λόγ.) -είας | -ών} 1. προστασία από κίνδυνο, τραυματισμό, βλάβη, ζημιά, καθώς και τα συναφή προστατευτικά μέτρα: δημόσια/διεθνής/εθνική/εναέρια/εργασιακή/κρατική/νομική/οικονομική/περιβαλλοντική/υγειονομική ~. Πυρηνική/στρατιωτική/συλλογική ~. ~ αεροσκάφους/πλοίου/φορτίου. ~ τροφίμων. Τεχνικοί ~είας. Για μεγαλύτερη ~. Για λόγους ~είας. Η ~ της πόλης/του σπιτιού/των συνόρων. Η στατική ~ της κατασκευής. ~ των καταναλωτών/των πολιτών. Η υγιεινή και ~ των εργαζομένων. Υποδείξεις για ~ από ηλεκτρισμό/σεισμό. Πρόληψη και ~. Βρίσκω/παρέχω ~. Δεν ετέθη σε κίνδυνο η ~ των επιβατών. Απειλείται/διακυβεύεται/εδραιώνεται η ~. Βλ. βιο~, πυρ~. 2. κατάσταση ή αίσθηση απουσίας κινδύνου: συναισθηματική ~. Αίσθημα ~ας. ~ και σιγουριά. Νιώθω ~ στο σπίτι μου. ΑΝΤ. ανασφάλεια 3. (ειδικότ.) διασφάλιση, κατοχύρωση, διαφύλαξη του απορρήτου: (ΝΟΜ.) εμπράγματη ~. Περιουσιακά στοιχεία που χρησιμοποιούνται ως ~ (= εγγύηση) για την αγορά.|| Απόλυτη/αυξημένη/υψηλή ~. ~ επικοινωνίας. ~ πληροφοριών/στοιχείων. Ηλεκτρονικές συναλλαγές με ~ των δεδομένων. 4. βεβαιότητα, σιγουριά: Πρόβλημα που δεν μπορεί να υπολογιστεί με ~. Συμπέρασμα που προκύπτει με ~. Με ~ προβλέπεται ότι … 5. (με κεφαλ. το αρχικό Α) υπηρεσία της Ελληνικής Αστυνομίας, αρμόδια για τη διαφύλαξη της δημόσιας τάξης· συνεκδ. το κτίριο όπου εδρεύει: Γενική/(παλαιότ.) Ειδική ~. Η ~ ερευνά την υπόθεση και εξετάζει όλα τα ενδεχόμενα.|| Ο δράστης/κατηγορούμενος κρατείται/προσήχθη στην ~. Μάρτυρες που κλήθηκαν στην ~, για να εξεταστούν. 6. φρουρά: ιδιωτική ~. Η προσωπική ~ του Υπουργού. Ειδοποιώ την ~ του κτιρίου. Βλ. σεκιούριτι. 7. ασφαλιστική εταιρεία, σύμβαση, ασφαλιστικό ταμείο, γενικότ. ασφάλιση: Η ~ καλύπτει τη ζημιά.|| Ιδιωτική/μικτή/ομαδική/προαιρετική/ταξιδιωτική/υποχρεωτική ~. ~ κλοπής/περίθαλψης/περιουσίας/σύνταξης/υγείας. ~ αυτοκινήτου/μοτοσικλέτας/σκάφους. Εμπειρογνώμονες/μεσίτες ~ών. Κάνω ~ (: υπογράφω συμβόλαιο).|| (για ασφάλιστρα) Πληρώνω την ~. Ακριβή/φτηνή ~.|| (προφ.) Θα εισπράξει την ~ (= την αποζημίωση).|| Έχω ~ (δημοσίου). Βλ. αντ~, τραπεζοασφάλειες. 8. ΗΛΕΚΤΡ. συσκευή που χρησιμοποιείται για την προστασία ενός ηλεκτρικού κυκλώματος από ρεύμα με ένταση μεγαλύτερη από το κανονικό: Έπεσε/κάηκε η ~ (του γενικού διακόπτη). Συσκευές με ενσωματωμένη αυτόματη ~ κατά της υπερθέρμανσης. Βλ. ρελέ. 9. μηχανισμός για προστασία, αποτροπή βλάβης, ανεπιθύμητης ή επικίνδυνης λειτουργίας: Η ~ του όπλου (: που εμποδίζει την τυχαία εκπυρσοκρότησή του).|| (σε αυτοκίνητο) Κλείνω την πόρτα και βάζω ~.ασφαλείας (λόγ.): για να χαρακτηριστεί κάτι που παρέχει προστασία: διακόπτης/συναγερμός/φωτιστικά ~. Ρολά ~.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Αντίγραφα ~ (= μπακ-απ). Κενό ασφαλείας. Κωδικός ~ (= πάσγουορντ ή πιν). ● ΣΥΜΠΛ.: ασφάλεια ζωής: σύμβαση με ασφαλιστική εταιρεία η οποία αναλαμβάνει τα έξοδα ιατρικής περίθαλψης ή την καταβολή αποζημίωσης, σε περίπτωση θανάτου ή ατυχήματος του ασφαλισμένου. [< γαλλ. assurance (sur la) vie] , ασφάλεια πυρός: ασφάλιση που καλύπτει ενδεχόμενη πυρκαγιά: ~ ~ και άλλων κινδύνων (π.χ. κλοπής/σεισμού). ~ ~ αυτοκινήτου/επιχείρησης/σπιτιού. Παρέχεται ~ ~. (βλ. πυρασφάλεια), δυνάμεις Ασφαλείας: αστυνομικές δυνάμεις επιφορτισμένες με τη διασφάλιση της τάξης. Βλ. ΜΑΤ. [< αγγλ. security forces, 1948] , ενεργειακή ασφάλεια: προστασία από τον κίνδυνο εξάντλησης των αποθεμάτων ενέργειας. [< αγγλ. energy security, 1960], ενεργητική ασφάλεια: που παρέχεται στον οδηγό από τα διάφορα συστήματα του αυτοκινήτου για την αποφυγή ατυχήματος (π.χ. σύστημα πέδησης, ABS, TCS)., κοινωνική ασφάλεια (συνήθ. με κεφαλ. τα αρχικά Κ,Α): παροχή οικονομικής βοήθειας και υπηρεσιών κοινωνικής πρόνοιας από ένα κράτος στους πολίτες: ~ ~ και κοινωνική αρωγή. Δίκαιο (της) ~ής ~ας. Πβ. κοινωνική ασφάλιση., μέτρα ασφαλείας: σύνολο μέτρων για την πρόληψη επαπειλούμενης διατάραξης της δημόσιας τάξης (όπως: κλοπής, κατασκοπείας, τρομοκρατικών ενεργειών): αυστηρά/δρακόντεια/έκτακτα/ισχυρά ~ ~. Ειδικά ~ ~ έλαβε η αστυνομία κατά τη διεξαγωγή του αγώνα. [< αγγλ. security measures, 1952] , οδική ασφάλεια: το σύνολο των μέτρων που αποσκοπούν στην προστασία όσων κινούνται στο οδικό δίκτυο: ~ ~ και κυκλοφοριακή αγωγή. [< αγγλ. road safety, γαλλ. sécurité routière] , παθητική ασφάλεια: που παρέχει η καμπίνα και γενικότ. το αμάξωμα στους επιβάτες σε περίπτωση σύγκρουσης. [< αγγλ. passive security] , πληροφορίες ασφαλείας: (κυρ. σε προϊόντα ή υπηρεσίες) οδηγίες για την διασφάλιση της σωστής χρήσης τους και την προστασία του καταναλωτή ή του χρήστη., Συμβούλιο Ασφαλείας: ΠΟΛΙΤ. μόνιμο Συμβούλιο των Ηνωμένων Εθνών, υπεύθυνο για τη διατήρηση της παγκόσμιας ειρήνης και ασφάλειας, με πέντε μόνιμα κράτη-μέλη και δέκα επιλεγμένα εκ περιτροπής μεταξύ άλλων κρατών-μελών: Αποφάσεις/ψηφίσματα του ~ίου ~είας. [< αγγλ. Security Council, 1946] , συστήματα ασφαλείας {σπανιότ. στον εν.}: τεχνολογικά προϊόντα διαφόρων ειδών που έχουν ως σκοπό την αποτροπή κινδύνου: ηλεκτρονικά/προηγμένα/σύγχρονα ~ ~. ~ ~ και πυρανίχνευσης/συναγερμού. Πβ. σύστημα προστασίας. [< αγγλ. security systems] , Σώματα Ασφαλείας: το Αστυνομικό, το Λιμενικό και το Πυροσβεστικό Σώμα και το προσωπικό που υπηρετεί στα Σώματα αυτά: Οι Ένοπλες Δυνάμεις και τα ~ ~ (= δημόσια δύναμη)., τιμή ασφαλείας: (κυρ. για αγροτικά προϊόντα) τιμή κάτω από την οποία δεν μπορεί να πωληθεί κάτι: κατώτατη ~ ~., υψίστης ασφαλείας (λόγ.): για να χαρακτηριστεί κάτι που παρέχει τη μέγιστη ασφάλεια: μέτρα/φυλακές ~ ~., φυσική ασφάλεια: το σύνολο των μέτρων που λαμβάνονται για την προστασία του προσωπικού και των δεδομένων μιας επιχείρησης, ενός οργανισμού από φυσικές καταστροφές. [< αγγλ. physical security] , αντίγραφο ασφαλείας βλ. αντίγραφο, απόσταση ασφαλείας βλ. απόσταση, ασφαλιστική δικλείδα/δικλείδα ασφαλείας βλ. δικλείδα, ζώνη ασφαλείας βλ. ζώνη, κάμερα ασφαλείας βλ. κάμερα, κλειδαριά ασφαλείας βλ. κλειδαριά, πιστοποιητικό ασφαλείας βλ. πιστοποιητικό, πόρτα ασφαλείας βλ. πόρτα, προσωπικό ασφαλείας βλ. προσωπικό, Τάγματα Ασφαλείας βλ. τάγμα, φως ασφαλείας βλ. φως ● ΦΡ.: με ασφάλεια: με τρόπο που να παρέχει προστασία από κίνδυνο: Οδηγώ/ταξιδεύω ~ ~., ησυχία, τάξη και ασφάλεια βλ. ησυχία [< 1: αρχ. ἀσφάλεια 2,3,4,6,7: γαλλ. sécurité, sûreté 5: αγγλ. insurance, γαλλ. assurance]

βια

βιαουσ. (θηλ.) (λαϊκό-λογοτ.): βιασύνη. ΣΥΝ. βιάση [< αρχ. βία με συνίζηση]

βλάβη

βλάβηβλά-βη ουσ. (θηλ.) {βλαβ-ών} 1. διακοπή της ομαλής λειτουργίας ενός συστήματος ή σπάν. ζημιά, φθορά υλικού αγαθού: ανεπανόρθωτη/μεγάλη/μικρή/μόνιμη/προσωρινή/σοβαρή/τεχνική ~. Μείναμε χωρίς τηλέφωνο λόγω ~ης στο δίκτυο. Αποκατάσταση της ~ης. ~ες αποχέτευσης/ύδρευσης. Επισκευή ~ών. Διαπιστώθηκε/παρουσιάστηκε (μηχανική) ~ στον κινητήρα του αεροσκάφους. Το αυτοκίνητο έβγαλε ~ (: παρουσίασε τεχνικό πρόβλημα, χάλασε). Πβ. δυσλειτουργία.|| Τα κτίρια έπαθαν/υπέστησαν ~ες από τον σεισμό. 2. ΙΑΤΡ. ανωμαλία στη μορφή ή τη δομή κυττάρου, ιστού ή οργάνου· γενικότ. κάθε παρέκκλιση από τη φυσιολογική δομή και λειτουργία του σώματος ή του πνεύματος: γενετική/ηπατική/νεφρική ~. Αγγειακές ~ες (= αλλοιώσεις, διαταραχές, παθήσεις). ~ του δέρματος (βλ. έγκαυμα, πληγή, τραύμα). Υπέστη μόνιμη εγκεφαλική ~. Βλ. αναπηρία. ● ΣΥΜΠΛ.: ηθική βλάβη: ΝΟΜ. σε βάρος της τιμής, της ζωής, της ελευθερίας κάποιου: αποζημίωση/μήνυση για ~ ~. [< γαλλ. dommage/préjudice moral] , σωματική βλάβη: ΝΟΜ. που αφορά την υγεία ή τη σωματική και διανοητική ακεραιότητα ενός προσώπου: απλή/απρόκλητη/βαριά/επικίνδυνη/θανατηφόρα ~ ~. ~ ~ από τροχαίο ατύχημα. [< γαλλ. dommage/préjudice corporel] , ανήκεστος/ανήκεστη βλάβη βλ. ανήκεστος [< αρχ. βλάβη]

διάπλαση

διάπλασηδι-ά-πλα-ση ουσ. (θηλ.) 1. ηθική, πνευματική ή/και σωματική διαμόρφωση του ανθρώπου: αισθητική ~. ~ της διάνοιας/του χαρακτήρα. Πβ. διαπαιδαγώγηση.|| Ανατομική/μυϊκή/φυσική ~ του εμβρύου. Πβ. ανάπτυξη. 2. ΟΙΚΟΛ. βιοκοινότητα με αλληλεξαρτώμενα φυτά και ζώα προσαρμοσμένα σε συγκεκριμένο κλίμα και έδαφος μιας μεγάλης γεωγραφικής περιοχής: θαμνώδεις/φυτικές ~άσεις. Πβ. οικοσύστημα. Βλ. βιότοπος. 3. ΓΕΩΛ. σχηματισμός: ~ του εδάφους. ● ΣΥΜΠΛ.: σωματική διάπλαση: δομή του σώματος: ~ ~ ανάλογη με το ύψος, το βάρος, το φύλο, την ηλικία. Έχει ισχυρή/κανονική/σωστή ~ ~. [< 1: μτγν. διάπλασις, γαλλ. formation 2: αγγλ. biome, 1916, 3: γαλλ. formation]

διπλωματικός

διπλωματικός, ή, ό δι-πλω-μα-τι-κός επίθ. 1. ΠΛΗΡΟΦ. που σχετίζεται με τους διπλωμάτες ή τη διπλωματία: ~ός: αγώνας/ακόλουθος/μαραθώνιος/σάκος/σύμβουλος/υπάλληλος. ~ή: αποτυχία/εκστρατεία/κινητικότητα/σταδιοδρομία/στρατηγική. ~ό: θρίλερ/παρασκήνιο. ~ές: σχέσεις (βλ. διεθνής). Εξομάλυνση/ομαλοποίηση των ~ών σχέσεων. 2. (μτφ.) που χαρακτηρίζεται από διπλωματία: ~ός: ελιγμός. ~ή: απάντηση.|| ~ό: κόλπο/τέχνασμα. Πβ. πανούργος, πονηρός. 3. που σχετίζεται με τη διαδικασία απόκτησης διπλώματος: (σπάν.) ~ός: φοιτητής (: που βρίσκεται στο στάδιο εκπόνησης της ~ής εργασίας). 4. ΦΙΛΟΛ. που σχετίζεται με τη διπλωματική. ● Ουσ.: διπλωματική (η): ΦΙΛΟΛ. επιστημονικός κλάδος που έχει ως αντικείμενο τη μελέτη της ηλικίας, της γνησιότητας και της αξίας επίσημων εγγράφων, συνήθ. αυτών που έχουν σωθεί σε παπύρους και χειρόγραφα. Βλ. παλαιογραφία. ● επίρρ.: διπλωματικά ● ΣΥΜΠΛ.: διπλωματική αποστολή/αντιπροσωπεία: σύνολο εκπροσώπων ενός κράτους σε ξένη χώρα με σκοπό τη διαπραγμάτευση ή προώθηση θέματος: άτυπη/διεθνής/έκτακτη/επίσημη ~ ~. Αναλαμβάνω/εκπληρώνω/εκτελώ (μία) ~ αποστολή. Βρίσκομαι/λαμβάνω μέρος σε ~ αποστολή.|| Εθνική ~ αντιπροσωπεία. Πβ. πρεσβεία., διπλωματική εργασία & (προφ.) διπλωματική (η): επιστημονική μελέτη που υποβάλλεται για την απόκτηση διπλώματος: Εκπονεί τη διπλωματική του ~. ΣΥΝ. πτυχιακή εργασία, διπλωματικό επεισόδιο: προσωρινή όξυνση των σχέσεων δύο χωρών εξαιτίας έκτακτου περιστατικού., Διπλωματικό Σώμα (ακρ. ΔΣ) & Διπλωματική Υπηρεσία: το σύνολο των διπλωματών ενός κράτους. [< γαλλ. Corps Diplomatique (CD)] , διπλωματική ασθένεια βλ. ασθένεια, διπλωματική ασυλία βλ. ασυλία, διπλωματικός αντιπρόσωπος/εκπρόσωπος βλ. αντιπρόσωπος ● ΦΡ.: μέσω/διά της διπλωματικής οδού (λόγ.): με κατάλληλες διπλωματικές ενέργειες: Ενεργώ/ρυθμίζω κάτι ~ ~. Η λύση θα βρεθεί ~ ~. Ο χρόνος της επίσκεψης θα καθοριστεί ~ ~. [< γαλλ. diplomatique, αγγλ. diplomatic]

εκλογικός

εκλογικός, ή, ό [ἐκλογικός] ε-κλο-γι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τις εκλογές ή τους εκλογείς: ~ός: αγώνας/γύρος/θρίαμβος/μηχανισμός/συνδυασμός/χάρτης. ~ή: αναμέτρηση/βάση/δύναμη (: ο αριθμός, το ποσοστό των ψήφων)/εκστρατεία/επιτροπή/ήττα/καμπάνια/κατάρρευση/κοινωνιολογία/μάχη/νίκη/περίοδος/συμπεριφορά. ~ό: αποτέλεσμα/διαμέρισμα/μέτρο (: ο αριθμός ή το ποσοστό των έγκυρων ψήφων που απαιτείται για την εκλογή κάποιου). ~ές: περιφέρειες. Ασκεί το ~ό του δικαίωμα (: το δικαίωμα του εκλέγειν). Βλ. μετ~, προ~. ● ΣΥΜΠΛ.: εκλογικό κέντρο: χώρος που οργανώνεται προεκλογικά, για να δοθούν πληροφορίες στους εκλογείς για κόμμα ή υποψήφιο εκλογών., εκλογικό σύστημα: σύμφωνα με το οποίο κατανέμονται οι έδρες στα κόμματα, στους συνασπισμούς κομμάτων και στους μεμονωμένους υποψήφιους με βάση τον αριθμό των έγκυρων ψήφων που έλαβαν: αναλογικό (= αναλογική)/ενιαίο/μικτό/πλειοψηφικό ~ ~., εκλογικό σώμα: το σύνολο των πολιτών που έχουν δικαίωμα ψήφου., εκλογικός νόμος: νομοθεσία που περιγράφει και ρυθμίζει το εκλογικό σύστημα., ειδικός εκλογικός αριθμός βλ. αριθμός, εκλογικό τμήμα βλ. τμήμα, εκλογικός αντιπρόσωπος βλ. αντιπρόσωπος, εκλογικός κατάλογος βλ. κατάλογος, μείζονες εκλογικές περιφέρειες βλ. μείζων [< γαλλ. électoral]

-εμπόριο

-εμπόριο& -εμπορία: β' συνθετικό ουσιαστικών για τη δήλωση εμπορικής δραστηριότητας ή εκμετάλλευσης: μεγαλ~/μικρ~/καπν~/τηλ~. Φαρμακ-εμπορία.|| (αρνητ. συνυποδ., για παράνομη διακίνηση ανθρώπων ή εμπορευμάτων:) Δουλ-εμπόριο/λαθρ~/παρα~.

-έμπορος

-έμπορος& (λαϊκό) -έμπορας: επίθημα αρσενικών ουσιαστικών που δηλώνουν τον επαγγελματία που εμπορεύεται ορισμένο είδος αγαθών ή με συγκεκριμένο τρόπο: γουν~/ζω~/λαδ~. Μεγαλ/χονδρ-έμπορος.|| (αρνητ. συνυποδ., αυτός που διακινεί παράνομα ανθρώπους ή προϊόντα:) Σωματ~/χασισ~.

επιθεώρηση

επιθεώρηση[ἐπιθεώρηση] ε-πι-θε-ώ-ρη-ση ουσ. (θηλ.) 1. επίσημος έλεγχος της πορείας μιας σειράς εργασιών, της εύρυθμης και σωστής λειτουργίας μιας υπηρεσίας ή της καλής κατάστασης ενός χώρου: γενική/εβδομαδιαία/ειδική/έκτακτη/ετήσια/περιοδική/συστηματική/τακτική ~. ~ εξοπλισμού/πλοίων (βλ. νηογνώμονας). Επίσκεψη-~ (ενν. του Γενικού Επιθεωρητή) στην Αστυνομική Διεύθυνση. Αιφνιδιαστικές/επιτόπιες ~ήσεις. Εντατικοποίηση των ~ήσεων. Γίνονται/διενεργούνται/διεξάγονται/πραγματοποιούνται ~ήσεις. Κατά την ~ διαπιστώθηκε ότι ...|| (ΣΤΡΑΤ.) Στρατηγική/ταξιαρχική ~. ~ του αγήματος/όπλων και θαλάμων. 2. (συνεκδ., με κεφαλ. το αρχικό Ε) ανώτερη δημόσια υπηρεσία επιφορτισμένη με τον έλεγχο της λειτουργίας εκείνων που ανήκουν στη δικαιοδοσία της: Υγειονομική ~. ~ Δασών. 3. περιοδική έκδοση η οποία παρουσιάζει τις τελευταίες εξελίξεις σε κάποιο γνωστικό τομέα μέσα από άρθρα και δημοσιεύματα: επιστημονική/καλλιτεχνική/πολιτική ~.|| (ως τίτλος περιοδικού, με κεφάλ. το αρχικό Ε) Οικολογική ~. ~ Εκπαιδευτικών Θεμάτων. 4. ΘΕΑΤΡ. θεατρικό είδος με αυτοτελή νούμερα που συνοδεύονται από τραγούδια και χορό και σατιρίζουν την πολιτική και κοινωνική επικαιρότητα: μουσική ~. Νούμερο ~ης. Βλ. κωμειδύλλιο, κωμωδία, σάτιρα. ● ΣΥΜΠΛ.: ενεργειακή επιθεώρηση & (σπάν.) ενεργειακή αυτοψία/διάγνωση: εκτίμηση και καταγραφή της πραγματικής κατανάλωσης ενέργειας, των παραγόντων που την επηρεάζουν και των δυνατοτήτων εξοικονόμησής της σε ένα κτίριο ή κτιριακό συγκρότημα., Επιθεώρηση Εργασίας/Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας: υπηρεσία του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων με κύριο έργο την επίβλεψη και τον έλεγχο εφαρμογής των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας. [< 1: μτγν. ἐπιθεώρησις ‘εξέταση’, γαλλ. inspection, revue 2: γαλλ. inspection 3,4: γαλλ. revue]

έρευνα

έρευνα[ἔρευνα] έ-ρευ-να ουσ. (θηλ.) {-ας (λόγ.) -εύνης | -ών}: σύνολο οργανωμένων ενεργειών που γίνονται με σκοπό την εύρεση, τη συλλογή ή την ερμηνεία στοιχείων: ανακριτική/δημόσια/(ιατρο)δικαστική/διοικητική/εντατική/μυστική/πανελλαδική/πολύπλευρη ~. Αντικείμενο/πεδίο ~ας. Γραφείο ιδιωτικών ~ών (βλ. ντετέκτιβ). Μετά από εξονυχιστική ~ στο σπίτι του δράστη ... Εντείνεται/ολοκληρώθηκε/συνεχίζεται η εισαγγελική ~ για επικίνδυνα τρόφιμα. Κάνω/ξεκινώ ~. Το θέμα είναι/παραμένει υπό ~ (= ερευνάται). Διατάχθηκε διεξοδική ~ της υπόθεσης. Στο σκοτάδι οι ~ες για τη ληστεία. Η προκαταρκτική ~ (= προ~) ανατέθηκε στον αντιεισαγγελέα του Αρείου Πάγου.|| Ανασκαφική/αρχαιολογική/αυτόνομη/γενετική/δημογραφική/διαστημική/επιδημιολογική/ιστορική/κλινική/κοινωνική/περιβαλλοντική/τεχνολογική/φιλολογική ~. Ακαδημαϊκή/εκπαιδευτική/εμπειρική/πειραματική/πιλοτική/ποιοτική/ποσοτική/πρωτογενής/πρωτότυπη/στατιστική/στοχευμένη ~. ~ αιχμής. ~ κοινής γνώμης (πβ. γκάλοπ, δημοσκόπηση, σφυγμομέτρηση). ~ ικανοποίησης πελατών/χρηστών. Σύμφωνα με επίσημη ~ της Ευρωπαϊκής Ένωσης ... Το συμπέρασμα προκύπτει από ~ που πραγματοποίησε ... Συμμετοχή ασθενών σε επιστημονική ~. Πρόσφατες ~ες για λογαριασμό του Υπουργείου. Ελεύθερη ~ και διακίνηση ιδεών. Πβ. μελέτη, σπουδή. ● ΣΥΜΠΛ.: βασική έρευνα: που αποσκοπεί στην απόκτηση και διεύρυνση των επιστημονικών και τεχνικών γνώσεων σε συγκεκριμένο αντικείμενο, χωρίς να δίνεται έμφαση στην πρακτική τους εφαρμογή., επιχειρησιακή έρευνα: εφαρμογή μαθηματικών κυρ. μεθόδων, προκειμένου να μελετηθούν προβλήματα που σχετίζονται με πολύπλοκα συστήματα, με σκοπό τη βελτιστοποίησή τους: πιθανότητες/προσομοίωση/στατιστική και ~ ~. (ως γνωστικό αντικείμενο, με κεφαλ. τα αρχικά Ε) Θεωρητική και Εφαρμοσμένη ~ ~. [< αγγλ. operations/operational research, 1943, γαλλ. recherche opénationelle, 1956] , έρευνα αξιολόγησης: που αποσκοπεί στην αξιολόγηση αγαθών, προγραμμάτων, υπηρεσιών: ~ ~ των διδακτικών βιβλίων. [< αγγλ. evaluative research, 1966] , έρευνα δράσης: ΠΑΙΔΑΓ. συμμετοχικός τύπος έρευνας που αποσκοπεί στην εύρεση λύσεων σε πραγματικά προβλήματα. [< αγγλ. action-research, 1945] , έρευνα και ανάπτυξη: ΟΙΚΟΝ. σύνολο ενεργειών που αποσκοπούν στη βελτίωση προϊόντων και υπηρεσιών και στον σχεδιασμό και προώθηση πρότυπων εφαρμογών, καινοτόμων λύσεων· το αντίστοιχο τμήμα εταιρειών: ~ ~ πληροφοριακών συστημάτων/τεχνολογιών αιχμής. [< αγγλ. research and development, 1923] , εφαρμοσμένη έρευνα: που επεξεργάζεται θεωρητικές επιστημονικές γνώσεις για την αντιμετώπιση πρακτικών προβλημάτων ή τον σχεδιασμό πρακτικών μέσων για την εξυπηρέτηση ενός συγκεκριμένου τομέα., σωματική έρευνα & σωματικός έλεγχος: που γίνεται συνήθ. από αστυνομικό όργανο με σκοπό την ανακάλυψη κυρ. όπλων, εκρηκτικών ή ναρκωτικών που μπορεί να κρύβει κάποιος στο σώμα του: ~ ~ στο αεροδρόμιο/γήπεδο. Βλ. ανιχνευτής. [< αγγλ. body search] , βαλλιστική εξέταση βλ. βαλλιστικός, δειγματοληπτικός έλεγχος/δειγματοληπτική έρευνα βλ. δειγματοληπτικός, Ειδικός Λογαριασμός Κονδυλίων Έρευνας βλ. ειδικός, έρευνα αγοράς βλ. αγορά, έρευνα/μελέτη πεδίου βλ. πεδίο, τυφλή μελέτη βλ. τυφλός ● ΦΡ.: κατ' οίκον έρευνα: που διενεργείται νόμιμα στο σπίτι κάποιου: ένταλμα ~ ~ας (πβ. αναζήτηση, ψάξιμο). Σε νομότυπη ~ ~ που ακολούθησε/έγινε από άνδρες του Τμήματος Ασφαλείας βρέθηκαν μεγάλες ποσότητες ναρκωτικών. Βλ. οικογενειακό άσυλο/άσυλο κατοικίας. [< αρχ. ἔρευνα ‘αναζήτηση, διερεύνηση’, γαλλ.-αγγλ. investigation, γαλλ. recherche, αγγλ. research]

θερμαντικός1

θερμαντικός1, ή, ό θερ-μα-ντι-κός επίθ./ουσ.: που παράγει θερμότητα ή έχει την ιδιότητα να θερμαίνει: ~ός: εξοπλισμός. ~ή: αντίσταση/λάμπα/πλάκα/ύλη. ~ό: καλώδιο/μέσο/στοιχείο/σύστημα. Η ~ή επιφάνεια του λέβητα. Η ~ή (= θερμογόνος) δύναμη/ισχύς των καυσίμων.|| ~ή: αλοιφή/κρέμα. Λάδι με ~ή δράση.|| ~ό: ποτό/ρόφημα (πβ. ζεστό).|| (ως ουσ.) ~ά εξωτερικών χώρων (πβ. σόμπα). ● ΣΥΜΠΛ.: θερμαντική ικανότητα: θερμότητα που παράγεται από την τέλεια καύση της μονάδας μάζας καύσιμης ύλης. [< γαλλ. pouvoir calorifique] , θερμαντικό σώμα 1. & θερμαντική συσκευή: που χρησιμοποιείται για τη θέρμανση χώρου: ~ά ~ατα ακτινοβολίας/μαρμάρου. Βλ. αερόθερμο, θερμοσυσσωρευτής, κλιματιστικό. 2. (ειδικότ.) καλοριφέρ: ~ά ~ατα πάνελ (: από χαλύβδινα ελάσματα συγκολλημένα, ώστε να σχηματίζουν υδροφόρα πλάκα). [< αρχ. θερμαντικός, γαλλ. chauffant]

-ίδιο

-ίδιο{-ιδίου | -ιδίων} (λόγ.): υποκοριστικό επίθημα ουδέτερων ουσιαστικών: αγαλματ~/εικον~/κρατ~/κυστ~/ογκ~/σακ~/σταγον~/φιαλ~.|| (με μείωση ή απώλεια της υποκοριστικής σημ.:) Bακτηρ~/γον~.

ικανότητα

ικανότητα[ἱκανότητα] ι-κα-νό-τη-τα ουσ. (θηλ.) {ικανοτήτ-ων} 1. (για πρόσ.) η δυνατότητα κάποιου να πραγματοποιεί ή να εκτελεί κάτι: έμφυτη/επίκτητη/προσαρμοστική/στοχαστική/συνθετική ~. ~ ανάγνωσης και γραφής/ανάλυσης και σύνθεσης/άσκησης/κατανόησης/κρίσης/μάθησης/προσανατολισμού. ~ για εργασία. Μειωμένη ~ όσφρησης. Καλλιεργώ μια ~. Έχει ανεπτυγμένη την ~ του λόγου/της ομιλίας. ~ διαχείρισης αλλαγών/κρίσεων. Εξαιρετική ~ στη χρήση ηλεκτρονικών µέσων. Αξιολογείται η τεχνική ~ του υποψηφίου. Αμφιβάλλω για/αμφισβητώ την ~ά του να ... (πβ. αξιοσύνη). Με ιδιαίτερη ~ (= επιδεξιότητα). Επιβεβαιώνει/μαρτυρεί την ~ά του να … Έχει τη μοναδική ~ να φτιάχνει ... (πβ. δεξιοτεχνία, μαεστρία, μαστοριά, τέχνη). Πιστοποιητικό επαγγελματικής ~ας. Άδεια ~ας οδηγού. Διανοητικές/πνευματικές ~ες (πβ. εξυπνάδα). Καλλιτεχνικές ~ες (πβ. ταλέντο). Διακρίνομαι για τις ~ές μου. Διαθέτει διαπραγματευτική ~/~ες επικοινωνίας. Είναι προικισμένη με ηγετικές/οργανωτικές/υποκριτικές ~ες (= προσόντα). Έχει πολλές ~ες, αλλά δεν τις αξιοποιεί. Ανάπτυξη/τεστ ~ων. Στερούμαι ~ων. Κάνει επίδειξη των ~ων της.|| Σεξουαλική ~.|| Σκύλος με κυνηγετικές ~ες. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. ανικανότητα (1) 2. (επιστ.) ο βαθμός στον οποίο είναι δυνατόν να επιτευχθεί κάτι: αγοραστική/ασφαλιστική/εκτελεστική/επενδυτική/παραγωγική ~. ~ και ταχύτητα επεξεργασίας πληροφοριών. ~ ανύψωσης φορτίου έως και ... τόνους. Οικονομική και χρηματοπιστωτική ~. Η εθνική άμυνα και η αποτρεπτική ~ μιας χώρας. Αυξημένη ~ µεταφοράς φορτίων. Αποτίμηση σεισμικής ~ας κτιρίων. Πβ. δύναμη, δυναμικότητα, ισχύς. ΑΝΤ. αδυναμία (1) 3. ΦΥΣ. ιδιότητα σώματος να προκαλεί συγκεκριμένο φαινόμενο: θερμική/πτητική/στροφική ~. ~ απορρόφησης ενέργειας. ● ΣΥΜΠΛ.: αερόβια ικανότητα: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. που έχει ο οργανισμός, για να καταναλώνει τον ανώτατο δυνατό όγκο οξυγόνου στη μονάδα του χρόνου. Πβ. καρδιοαναπνευστική αντοχή., ικανότητα δικαίου: ΝΟΜ. δυνατότητα κάθε προσώπου να είναι φορέας δικαιωμάτων, υποχρεώσεων και καταστάσεων., σωματική ικανότητα (συντομ. Ι): ΣΤΡΑΤ. η κατάσταση της σωματικής και πνευματικής υγείας στρατεύσιμου, ανάλογα με την οποία κατατάσσεται σε ορισμένη κατηγορία, ώστε να του ανατεθούν τα αντίστοιχα καθήκοντα: Η ~ ~ μπορεί να είναι Ι/1 (απόλυτα υγιής), Ι/2, Ι/3 (ένοπλος ή άοπλος), Ι/4 (πάντοτε άοπλος) και Ι/5 (εξαίρεση από τη στράτευση)., γλωσσική ικανότητα βλ. γλωσσικός, διακριτική ικανότητα βλ. διακριτικός, δικαιοπρακτική ικανότητα βλ. δικαιοπρακτικός, θερμαντική ικανότητα βλ. θερμαντικός1, πιστοληπτική ικανότητα βλ. πιστοληπτικός, φέρουσα ικανότητα βλ. φέρων ● ΦΡ.: άτομα με ειδικές ανάγκες/ικανότητες/δεξιότητες βλ. ειδικός [< αρχ. ἱκανότης, γαλλ. capacité]

-ίνη

-ίνη: επίθημα δάνειων όρων για τη δήλωση χημικής, φαρμακευτικής ουσίας: βαζελ~/βαλ~/βιταμ~/γλουτολ~/θρεον~/ισολευκ~/ιστιδ~/λευκ~/λυσ~/μεθειον~/ναφθαλ~/νικοτ~/πενικιλ~/φαινυλαλαν~/χυμοθρυψ~. Πρωτε-ΐνη. Πβ. -ίνα2.

κείμενο

κείμενοκεί-με-νο ουσ. (ουδ.) {κειμέν-ου | -ων} 1. αυτοτελής συνήθ. ενότητα γραπτού λόγου: αυθεντικό/εισαγωγικό/ενημερωτικό/επισυναπτόμενο/έτοιμο/καλογραμμένο/λογοτεχνικό/νομικό/ξενόγλωσσο/πεζό/ποιητικό/πολιτικό/σατιρικό/τυπωμένο/χειρόγραφο ~. Εκκλησιαστικά/κλασικά ~α (: της κλασικής περιόδου). Ανάγνωση/δημοσίευση/διόρθωση/κατανόηση/μετάφραση/παραγωγή/περίληψη/συγγραφή ~ου. Δημιουργός (βλ. συγγραφέας)/παράγραφοι/συντάκτης/τίτλος του ~ου. ~ γεμάτο αντιφάσεις/λάθη. Το ~ της αγγελίας/της διαθήκης/της επιστολής/της ομιλίας/της όπερας (= λιμπρέτο)/της πρόσκλησης/της συνέντευξης/του τραγουδιού (: οι στίχοι). Εικονογράφηση/επιμέλεια ~ου. ~ αναφοράς/αρχών/διαμαρτυρίας. Υπογράφω ~ συμπαράστασης. Διαβάστε το παρακάτω/παραπάνω ~. Βλ. έγγραφο.|| (ΠΟΛΙΤ.-ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ.) ~ εργασίας. Το ~ της απόφασης/της παραίτησης/της συνθήκης/του Συντάγματος/του σχεδίου νόμου.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Ηλεκτρονικό/πρότυπο (βλ. σχεδιότυπο)/ψηφιακό ~. Αρχείο/επεξεργασία ~ου. Βλ. υπερ~.|| Προφορικό ~. Οπτικό ~ (= εικόνα). Βλ. τηλε~. 2. ΦΙΛΟΛ. (& πρωτότυπο κείμενο) γραπτό έργο στην αρχική του μορφή, όπως γράφτηκε από τον δημιουργό του, σε αντιδιαστολή προς τα αντίγραφα ή τις μεταφράσεις του: έκδοση/ερμηνεία/παραλλαγές/σχολιασμός του ~ου. Διασκευή ~ων. Πβ. αυτόγραφο. 3. ΓΛΩΣΣ. απόσπασμα προφορικού ή γραπτού λόγου που χρησιμοποιείται στην επικοινωνία και χαρακτηρίζεται από τις κειμενικές λειτουργίες: αφηγηματικό/διαλογικό/επιχειρηματολογικό/περιγραφικό ~. Βλ. δια~, μικρο~, περι~, συγ~. ● Υποκ.: κειμενάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: αδίδακτο/άγνωστο, διδαγμένο/γνωστό (κείμενο): (σε εξετάσεις, για απόσπασμα αρχαιοελληνικού συνήθ. έργου) που δεν έχουν ή έχουν διδαχθεί, αντίστοιχα, οι εξεταζόμενοι: μετάφραση ~ου ~ου., κριτική του κειμένου: ΦΙΛΟΛ. συγκριτική μελέτη των αντιγράφων που σώζονται από ένα έργο με σκοπό την αποκατάσταση της αρχικής, αυθεντικής του μορφής· ο αντίστοιχος κλάδος: η ~ ~ της Καινής/Παλαιάς Διαθήκης. Βλ. παλαιογραφία, παπυρολογία., παράλληλο κείμενο: (στην εκπαίδευση, συνήθ. στο μάθημα της λογοτεχνίας, της γλώσσας και της ιστορίας) που διδάσκεται, μελετάται ή εξετάζεται συγκριτικά με κάποιο άλλο βασικό, για να γίνει περισσότερο κατανοητό, να εμπλουτιστεί ή να αντικρουστεί το περιεχόμενο του δευτέρου., πολυτροπικό κείμενο: που περιλαμβάνει συνδυασμό σημειωτικών τρόπων (π.χ. γλώσσα, εικόνα, μουσική) για τη μετάδοση μηνύματος: Το ~ ~ στη διδασκαλία της γλώσσας. Βλ. Νέες Τεχνολογίες, πολυμέσα. [< αγγλ. multimodal text] , σώμα κειμένων {συνηθέστ. στον πληθ.}: ΓΛΩΣΣ. ευρεία συστηματική συλλογή αυθεντικών γραπτών, συνήθ. αποθηκευμένων σε ηλεκτρονική μορφή, ή ηχογραφημένων προφορικών κειμένων, που αντιπροσωπεύουν παραδείγματα χρήσης μιας γλώσσας ή των ποικιλιών της και συλλέγονται ή είναι διαθέσιμα για γλωσσική και γλωσσολογική ανάλυση. Βλ. θησαυρός. ΣΥΝ. κόρπους, επεξεργαστής κειμένου βλ. επεξεργαστής, Ιερό Βιβλίο/Κείμενο βλ. ιερός, συνεργατική συγγραφή κειμένων βλ. συνεργατικός ● ΦΡ.: εκτός κειμένου 1. για υλικό που δεν περιλαμβάνεται στη σελιδαρίθμηση εντύπου: εικόνες/πίνακες/σχέδια/φωτογραφίες/χάρτες ~ ~. 2. για κάτι που λέγεται προφορικά και δεν περιέχεται σε γραπτό: ~ ~ τόνισε τα εξής ... [< μτγν. κείμενον < κεῖμαι ‘βρίσκομαι, είμαι’, αγγλ. text, γαλλ. texte]

κετονικός

κετονικός, ή, ό κε-το-νι-κός επίθ.: ΧΗΜ. που σχετίζεται με την κετόνη: ~ή: ομάδα. ● ΣΥΜΠΛ.: κετονικά σώματα & κετονοσώματα: ΒΙΟΧ. χημικές ενώσεις που περιέχουν καρβονύλιο και συσσωρεύονται στο αίμα και στα ούρα σε μεγάλες ποσότητες σε περιπτώσεις ανώμαλου μεταβολισμού. Βλ. κετοναιμία, κετονουρία, κετοξέωση, κέτωση. [< γερμ. Keton-, αγγλ. ketonic, γαλλ. cétonique]

λιμενικός

λιμενικός, ή, ό λι-με-νι-κός επίθ.: που σχετίζεται με το λιμάνι ή το Λιμενικό Σώμα: ~ή: Αστυνομία/ζώνη. ~οί: φόροι. ~ές: εγκαταστάσεις (παραλαβής αποβλήτων πλοίων)/υπηρεσίες (βλ. φορτοεκφόρτωση)/υποδομές. ~ά: τέλη. Εθνική Λ~ή Πολιτική. (Δημοτικό) Λ~ό Ταμείο (: φορέας διαχείρισης λιμένα). Λ~ά Τμήματα και Λ~οί Σταθμοί (: υπηρεσίες που υπάγονται στις ~ές Αρχές). Βλ. αερο~. ● Ουσ.: λιμενικός (ο/η) (κ. με κεφαλ. Λ): μέλος του Λιμενικού Σώματος. Βλ. αστυνομικός. ● ΣΥΜΠΛ.: λιμενική Αρχή: διοικητική υπηρεσία λιμανιού: Άδεια ναυαγοσώστη που εκδίδεται από την οικεία ~ ~. ~ές Αρχές (: Κεντρικά Λιμεναρχεία, Λιμεναρχεία και Υπολιμεναρχεία)., Λιμενικό Σώμα-Ελληνική Ακτοφυλακή (ακρ. ΛΣ-ΕΛ.ΑΚΤ.) & (προφ.) Λιμενικό: Σώμα Ασφαλείας υπεύθυνο για τη φύλαξη των θαλάσσιων συνόρων και λιμανιών της χώρας, την παροχή βοήθειας και διάσωσης, την πάταξη της παράνομης δράσης στη θάλασσα, καθώς και την προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος: Αξιωματικός (βλ. ανθυπασπιστής, (ανθ)υπο-, αντι-, αρχι-πλοίαρχος, αντιναύαρχος, αρχι-, επι-κελευστής, λιμεν-, πλωτ-άρχης, λιμενοφύλακας, σημαιοφόρος)/Αρχηγός/ελικόπτερο/πλωτό περιπολικό του ~ού ~ατος. Βλ. αεροναυαγοσωστικό.

-λογία

-λογίαεπίθημα θηλυκών ουσιαστικών που αναφέρεται σε 1. επιστημονικό κλάδο ή τομέα: βιο~/γλωσσο~/επιστημο~/θεο~/κοινωνιο~/ορυκτο~/παθο~/πετρο~/φιλο~/ψυχο~. Βλ. -ικός. 2. λόγο, λόγια: ακριβο~/αντι~/απο~/δικαιο~/ηθικο~.|| (αρνητ. συνυποδ.) Αερο~/εκλογο~/καταστροφο~/κενο~/πολυ~. Αισχρο~ (βλ. -λόγος)/δαιμονο~/κινδυνο~.|| (ομιλία) Δευτερο~. 3. σύνολο συγκεντρωμένων στοιχείων, αρχών, κανόνων: (περιληπτ.) θεματο~ (πβ. -γραφία). Νομο~.|| (συλλογή) Aνθο~ (βλ. -λόγιο).|| Δεοντο~/μεθοδο~. 4. προσδιορισμό, καθορισμό ή στο αποτέλεσμά τους: βαθμο~ (πβ. βαθμολόγηση)/δοσο~/χρονο~. Βλ. -λογώ.

μάζα

μάζα[μᾶζα] μά-ζα ουσ. (θηλ.) {μαζ-ών} 1. ΦΥΣ. το ποσό της ύλης που υπάρχει σε ένα σώμα: ελάχιστη/μέγιστη επιτρεπόμενη ~. Μονάδα ~ας (: κιλό, χιλιόγραμμο). Αδρανειακή/βαρυτική/θερμική ~.|| (IATΡ.) Μυϊκή/οστική ~. Βλ. βιο~. 2. υλικό σώμα, συνήθ. μεγάλων διαστάσεων, με ακανόνιστο σχήμα: ορεινή/πετρώδης/στερεή/συμπαγής/σφαιροειδής/υδάτινη ~. Το αυτοκίνητο μετατράπηκε σε μια άμορφη ~ από σίδερα. Πβ. όγκος.|| (ΜΕΤΕΩΡ.) Ψυχρές αέριες ~ες. 3. μεγάλη ποσότητα: ~ δεδομένων/πληροφοριών/στοιχείων. Η μεγάλη ~ (= η πλειοψηφία) των εργαζομένων/των καταναλωτών/των ψηφοφόρων. Απρόσωπη ~ ανθρώπων.|| (ειδικότ. στον πληθ., πλήθος λαού) Επαναστατημένες/εργατικές/λαϊκές/πλατιές ~ες. Το κίνημα των ~ών (= μαζικό κίνημα). ● ΣΥΜΠΛ.: Δείκτης Μάζας Σώματος (ΔΜΣ): ΙΑΤΡ. δείκτης μέτρησης του σωματικού λίπους, που προκύπτει από τη διαίρεση του βάρους του ανθρώπινου σώματος με το τετράγωνο του ύψους του σε μέτρα. [< αγγλ. Body Mass Index, 1983] , κρίσιμη μάζα 1. σύνολο, συνήθ. ανθρώπων, το οποίο είναι αρκετά μεγάλο, ώστε να διαμορφώσει μια κατάσταση ή να επηρεάσει ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα: η ~ ~ δραστηριοτήτων/των χρηστών (του διαδικτύου). 2. ΦΥΣ. ΠΥΡ. η ελάχιστη ποσότητα σχάσιμου υλικού που είναι απαραίτητη, για να προκαλέσει και να συντηρήσει μια αλυσιδωτή αντίδραση. [< 1: αγγλ. critical mass, 1919 2: αγγλ. ~ ~, 1941, γαλλ. masse critique] , μαγνητική μάζα: ΦΥΣ. η ποσότητα μαγνητισμού που υπάρχει σε καθέναν από τους δύο πόλους ενός μαγνήτη: αρνητική/θετική ~ ~ (: βόρειου/νότιου πόλου). Βλ. ένταση πεδίου. [< γαλλ. masse magnétique] , ψυχολογία της μάζας/των μαζών/του όχλου/του πλήθους (ΨΥΧΟΛ.-ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ.): μελέτη της συμπεριφοράς του ατόμου, όταν αυτό αποτελεί μέλος ενός απρόσωπου πλήθους. [< αγγλ. mass psychology, 1900, crowd psychology, 1924] , ατομική μάζα βλ. ατομικός, μονάδα ατομικής μάζας βλ. ατομικός [< αρχ. μᾶζα ‘κρίθινη ζύμη ή πίτα’, γαλλ. masse, αγγλ. mass]

μελάς

μελάςμε-λάς ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): παραγωγός ή έμπορος μελιού. Βλ. -άς.

-μετρία

-μετρίαεπίθημα αφηρημένων θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνουν 1. επιστήμη ή τεχνική μέτρησης: ανθρωπο~/αξονο~/γεω~/εργο~/θερμιδο~/ογκο-μετρία (πβ. -μέτρηση)/σπιρο~ (βλ. σπιρό-μετρο)/στερεο~/τριγωνο~. 2. σχέση μεγεθών: (αν)ισο~/(α)συμ~.

μικρο-

μικρο-& μικρό- & μικρ-: α' συνθετικό που δηλώνει 1. μικρό μέγεθος: μικρό-σωμος. Μικρο-τεχνία. Μικρο-γράμματος (ΑΝΤ. κεφαλαιο-).|| (Μικρ-αίνω.|| Μικρο-ακουστικό/~συσκευή.|| (κατ' επέκτ.) Μικρο-επενδυτής/~καταθέτης/~μέτοχος.|| (μτφ.) Mικρο-διαφορά/~λεπτομέρεια.|| (μειωτ.) Μικρό-μυαλος/~ψυχος.|| Μικρο-πρεπής. ΑΝΤ. μεγαλο-. 2. νεαρή ηλικία: μικρο-μάνα.|| Μικρο-δείχνω. 3. (επιστ.) εξειδικευμένο πεδίο, περιορισμένο αντικείμενο έρευνας: μικρο-δομή/~κλίμακα. Μικρο-περιβάλλον. Μικρό-κοσμος. ΑΝΤ. μακρο-.|| Μικρο-βιολογία/~ηλεκτρονική (πβ. νανο-)/~χημεία.|| Μικρο-χειρουργική. 4. ΜΕΤΡΟΛ. (σύμβ. μ) υποπολλαπλάσια μονάδων, ίσα με το ένα εκατομμυριοστό τους: μικρο-αμπέρ/~βόλτ/~γραμμάριο. Βλ. γιγα-, κιλο-, μεγα-, μιλι-, νανο-, πετα-, πικο-, τερα-. 5. ΙΑΤΡ. (σπανιότ.) ατελή διάπλαση: μικρο-κεφαλία.

μικροσωμάτια

μικροσωμάτιαμι-κρο-σω-μά-τι-α ουσ. (ουδ.) (τα): ΒΙΟΛ. μικροσκοπικοί σφαιρικοί σχηματισμοί στο εσωτερικό του κυττάρου ή μικροσκοπικά τμήματα του ενδοπλασματικού δικτύου που σχηματίζονται ύστερα από διάλυση των κυττάρων. [< γαλλ.-αγγλ. microsomes]

νετραλίνο

νετραλίνονε-τρα-λί-νο ουσ. (ουδ.): ΦΥΣ. υποθετικό σωματίδιο που προβλέπεται από τη θεωρία της υπερσυμμετρίας. Βλ. σκοτεινή ύλη. [< αγγλ. neutralino]

νους

νους[νοῦς] ουσ. (αρσ.) {νου (λόγ.) νοός | (λόγ.) πληθ. νόες} ΣΥΝ. διάνοια, μυαλό 1. το σύνολο των συνειδητών και ασυνείδητων νοητικών διαδικασιών που σχετίζονται κυρ. με την αντίληψη, τη σκέψη, τη φαντασία, τη μνήμη· το πνεύμα, ο λόγος (δηλ. το λογικό): γέννημα/δημιούργημα/κατασκεύασμα/πλάσμα/προϊόν του νου (πβ. αποκύημα της φαντασίας). Οι δυνάμεις/η εγρήγορση/η καθαρότητα του νου. Έχει δημιουργικό/εύστροφο/οξύ/πρακτικό νου. Πράξη που ξεπερνά τον ανθρώπινο νου (: αδιανόητη, φρικτή). Αποφασίζει/κρίνει με καθαρό νου (= λογικά, ψύχραιμα). Έσβησε από τον νου του τα πάντα (= τα ξέχασε). Έχασε το(ν) νου της/σάλεψε ο ~ του (= τρελάθηκε). Πβ. νοημοσύνη, νόηση. Βλ. ψυχή.|| (ΦΙΛΟΣ.) Ο ~ του Αναξαγόρα/Ηράκλειτου. Φιλοσοφία του νου. 2. (κατ' επέκτ.) πρόσωπο έξυπνο, με ιδιαίτερα ανεπτυγμένη νοητική ικανότητα: φωτισμένος ~ (πβ. ιδιοφυΐα). Μόνο ένας δαιμόνιος/σατανικός ~ θα μπορούσε να σχεδιάσει κάτι τέτοιο! ● ΣΥΜΠΛ.: κοινός νους & (σπάν.) κοινό μυαλό: κοινή λογική., ιθύνων νους βλ. ιθύνων, τετράγωνο μυαλό βλ. μυαλό ● ΦΡ.: βάζω στο(ν)/με τον νου/μυαλό μου κάτι (προφ.): πάει το μυαλό μου σε κάτι, σκέφτομαι, υποψιάζομαι: Δεν ~εις με τον νου σου τι σε περιμένει!, βγάζω κάτι/κάποιον απ' το(ν) νου/το μυαλό/το κεφάλι/τη σκέψη (μου) (προφ.): σταματώ να το(ν) σκέφτομαι, το(ν) ξεχνώ: Μη φοβάσαι, δεν θα ξανασυμβεί, βγάλ' το ~ σου! Δεν μπορεί κανείς να μου (το) βγάλει ~ ότι ...|| Βγάλ' την, επιτέλους, ~ σου!, δεν το βάζει/δεν το χωράει/δεν μπορεί να το χωρέσει ο νους/το μυαλό κάποιου/του ανθρώπου (προφ.): δεν μπορεί να το πιστέψει, είναι αδιανόητο: ~ ~ ο νους/το μυαλό του ανθρώπου αυτό που συνέβη!, έχε τον νου σου & το(ν) νου σου (προφ.): πρόσεχε: ~ ~ μην πάθεις κανένα κακό. Τον νου σου! Θα πέσεις!, έχω στο(ν) νου μου/κατά νου (κάποιον/κάτι) (προφ.) 1. έχω κάποιον ή κάτι στο μυαλό μου, στη σκέψη μου: ~ ~ πολλά πράγματα. Έχε κατά ~ (= έχε υπόψη σου) ότι ... 2. σκοπεύω, προτίθεμαι: Έχει στο(ν) νου του/κατά νου ν' αλλάξει σπίτι. Πβ. έχω κάποιον/κάτι στο μυαλό μου., έχω το(ν) νου/το μυαλό μου σε κάποιον/κάτι (προφ.): με απασχολεί, το(ν) σκέφτομαι (επίμονα): ~ει ~ της συνέχεια στα παιδιά. Το μυαλό του το έχει στο παιχνίδι. Πού είχες ~ σου, όταν σου μιλούσα;|| Έχει αλλού το ~ του (= είναι αφηρημένος)., κοντά στο(ν) νου κι η γνώση (παροιμ.): για κάτι που (θεωρείται ότι) είναι αυτονόητο, που δεν χρειάζεται πολλή σκέψη., λέω με το νου μου (προφ.): σκέφτομαι: 'Είμαι πολύ τυχερός σήμερα!', είπε με το νου του. Πβ. λέω (από) μέσα μου., νους υγιής εν σώματι υγιεί (γνωμ.-λόγ.): δεν νοείται πνευματική υγεία χωρίς σωματική· προκειμένου να τονιστεί η σημασία της σωματικής άσκησης (άθλησης) ως απαραίτητης προϋπόθεσης για την πνευματική ευεξία. [< λατ. mens sana in corpore sano] , ό,τι βάλει ο νους (του ανθρώπου) (προφ.): ό,τι μπορεί κάποιος να φανταστεί· τα πάντα, πολλά και διάφορα (πράγματα): Στο παζάρι μπορούσες να βρεις ~ ~ σου/του ανθρώπου! Πβ. και του πουλιού το γάλα., ψήλωσε ο νους (κάποιου) (μτφ.-προφ.) 1. έχει υπερβολικές φιλοδοξίες. 2. έχασε τα λογικά του., ανοίγει/διευρύνει το μυαλό/το(ν) νου/τους πνευματικούς ορίζοντες βλ. μυαλό, βάζω κακό με το μυαλό/τον νου μου βλ. κακό, έχει άλλα πράγματα στο μυαλό/στο(ν) νου/στο κεφάλι του βλ. πράγμα, κατεβάζει το κεφάλι/η κούτρα/η γκλάβα/ο νους/το ξερό μου βλ. κατεβάζω, μου έρχεται/μου 'ρχεται/φέρνω (κάποιον ή κάτι) στο μυαλό/στο(ν) νου/στη σκέψη/στη μνήμη βλ. έρχομαι, μου περνά (από το μυαλό/τον νου) βλ. περνώ, μου πήρε το μυαλό/τα μυαλά/το(ν) νου βλ. μυαλό, μου 'χει φύγει το μυαλό/το καφάσι/το κεφάλι/ο νους/το τσερβέλο βλ. μυαλό, πηγαίνει το μυαλό/ο νους μου στο κακό βλ. κακό, σταματά ο νους του ανθρώπου βλ. σταματώ, τρέχει/ταξιδεύει/γυρίζει ο νους/το μυαλό κάποιου βλ. τρέχω, τυπώνω (καλά μέσα) στο μυαλό/στο(ν) νου μου βλ. τυπώνω [< 1: αρχ. νοῦς, γαλλ. esprit, αγγλ. mind, γερμ. Geist 2: γαλλ. esprit]

ξένος

ξένος, η, ο ξέ-νος επίθ. 1. που ανήκει σε ή σχετίζεται με άλλον, που δεν είναι δικός μου: ~ο: αυτοκίνητο/οικόπεδο/πράγμα/ρούχο/σπίτι. ~α: χρήματα. Πήρα κατά λάθος μία ~η βαλίτσα. Πβ. αλλότριος. ΑΝΤ. ίδιος1 (1) 2. που έχει καταγωγή ή προέλευση από άλλη χώρα σε σχέση με αυτή στην οποία βρίσκεται: ~ος: ανταποκριτής/επενδυτής/εργάτης/καλλιτέχνης/συγγραφέας/τραγουδιστής/φοιτητής. ~η: αποστολή.|| ~ος: πολιτισμός. ~η: βιβλιογραφία/γλώσσα/εφημερίδα/κουζίνα/λογοτεχνία (πβ. ξενόγλωσσος)/μουσική/παρέμβαση/προφορά/(τηλεοπτική) σειρά/τράπεζα/υπηκοότητα/χώρα. ~ο: διαβατήριο/έδαφος/κεφάλαιο/κράτος/νόμισμα/πανεπιστήμιο/συγκρότημα/συνάλλαγμα/σχολείο/χρηματιστήριο. ~ες: δυνάμεις (: τα ~α ισχυρά κράτη)/συνήθειες (πβ. ξενικός, ξενόφερτος). ~α: έθιμα/ήθη/χώματα (= η ξενιτιά). Τι γράφει για το θέμα ο ~ Τύπος; Ψηφίστηκε (ως) η καλύτερη ~η ταινία της χρονιάς. ΑΝΤ. αυτόχθων (1), εγχώριος, ημεδαπός, ντόπιος (1) 3. που δεν έχει συγγένεια, φιλία ή άλλη προσωπική, κοινωνική ή συναισθηματική σχέση με κάποιον· που δεν είναι οικείος, γνώριμος ή είναι άσχετος, ασύνδετος: Αισθάνομαι/νιώθω (σαν) ~. Μη φωνάζεις μπροστά σε ~ο κόσμο.|| ~η: υπόθεση. ~ο: πρόβλημα/πρόσωπο. ~ες: έγνοιες. Είμαι ~ με/προς κάτι. Αυτό που λες μου είναι τελείως ~ο (: μου είναι άγνωστο ή αδιάφορο). ● Ουσ.: ξένος, ξένη (ο/η): πρόσωπο που κατάγεται από διαφορετικό μέρος από αυτό στο οποίο βρίσκεται: εξυπηρέτηση/υποδοχή (των) ~ων (: επισκεπτών, καλεσμένων). Η χώρα μας το καλοκαίρι γεμίζει ~ους (: τουρίστες). Πβ. αλλο-δαπός, -εθνής.|| Μπήκε ένας ~ (= τρίτος) ανάμεσά μας. Είναι ντροπαλή μπροστά σε ~ους (= αγνώστους). ΑΝΤ. γνώριμος, γνώριμη ● ΣΥΜΠΛ.: ξένη γη: ξενιτιά: Ζει/πέθανε σε ~ ~. Πβ. ξένα (τα)., ξένο σώμα 1. (μτφ.) για πρόσωπο ή πράγμα που βρίσκεται σε ένα σύνολο χωρίς να ανήκει, να έχει ενταχθεί σε αυτό ή αφομοιωθεί από αυτό: Είναι ~ ~ στο κόμμα/στην ομάδα. 2. οτιδήποτε έχει μπει ή σχηματιστεί σε έναν ζωντανό οργανισμό μέσω φυσικής οδού ή τραύματος: ~ ~ στον λαιμό/στο μάτι/στο στόμα. Aπόφραξη αεραγωγού από ~ ~. Ο οργανισμός απέρριψε το μόσχευμα ως ~ ~., ξένος δάκτυλος βλ. δάκτυλος, ο ξένος παράγοντας βλ. παράγοντας, φθορά ξένης περιουσίας/ιδιοκτησίας βλ. φθορά ● ΦΡ.: ξένος πόνος, ξένα δάκρυα: όταν η στενοχώρια του άλλου δεν μας αγγίζει., δυο γάιδαροι μαλώνανε σε ξένο αχυρώνα βλ. αχυρώνας, μπαίνω/εισβάλλω στα χωράφια κάποιου/σε ξένα χωράφια βλ. χωράφι, σε ξένα χέρια βλ. χέρι ● βλ. ξένα [< αρχ. ξένος, γαλλ. étranger, αγγλ. foreigner]

-ότητα

-ότητα(λόγ.) επίθημα αφηρημένων θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνουν 1. κατάσταση ή χαρακτηριστικό: αυστηρ~/γνησι~/προνοητικ~. Βλ. -ύτητα.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Oσι~/παναγι~. Αγι~/ιερ~ (ΣΥΝ. -οσύνη). 2. (περιληπτ., παράγ. από ουσ.) σύνολο ατόμων με κοινή ιδιότητα: αδελφ~/ανθρωπ~. [< αρχ. -ότης]

πολύσωμα

πολύσωμαπο-λύ-σω-μα ουσ. (ουδ.): ΒΙΟΛ. ομάδα ριβοσωμάτων που συνδέονται με ένα μόριο του αγγελιοφόρου RNA και συμβάλλουν στη σύνθεση των πρωτεϊνών. [< αγγλ. poly(ribo)some, 1962, γαλλ. ~, polyribosome, 1972]

πυροσβεστικός

πυροσβεστικός, ή, ό πυ-ρο-σβε-στι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με την πυρόσβεση: ~ός: αφρός/εξοπλισμός/κρουνός (πβ. υδροστόμιο)/σωλήνας. ~ή: αντλία/κλίμακα/μάνικα. ~ό: αεροσκάφος (βλ. καναντέρ)/ελικόπτερο (βλ. σούπερ πούμα)/κλιμάκιο/προσωπικό/συγκρότημα. ~ές: δυνάμεις. ~ά: είδη (βλ. πυροσβεστήρας)/μέσα/πλοιάρια/συνεργεία/συστήματα. ~ Σταθμός. ~ή Ακαδημία. Το ~ό έργο των εθελοντών. Πβ. κατασβεστικός. 2. (μτφ.) που έχει ως στόχο να καταλαγιάσει τις εντάσεις, τις αντιπαραθέσεις: ~ός: ρόλος. ~ή: παρέμβαση (σε διαμάχη). ~ά: μέτρα. ΣΥΝ. κατευναστικός ● επίρρ.: πυροσβεστικά: στη σημ. 2: Η πρωτοβουλία του λειτούργησε ~. Επενέβη ~. ● ΣΥΜΠΛ.: Πυροσβεστική Υπηρεσία/Πυροσβεστικό Σώμα (ακρ. ΠΥ/ΠΣ) & (προφ.) Πυροσβεστική: Σώμα Ασφαλείας με αποστολή την προστασία της ζωής και της περιουσίας των πολιτών, του δασικού πλούτου και του φυσικού περιβάλλοντος από πυρκαγιές, θεομηνίες και άλλες καταστροφές: ο (Υπ)Αρχηγός/οι Υπηρεσίες του ~ού ~ατος.|| Η ~ ~ δέχτηκε πολλές κλήσεις για άντληση υδάτων από πλημμυρισμένα υπόγεια. Κάλεσαν την ~ για να σβήσει τη φωτιά/να τους απεγκλωβίσει. Βλ. δασοπυρόσβεση, πυροπροστασία. [< αγγλ. Fire Brigade/Service, γερμ. Feuerwehr] , πυροσβεστικό όχημα & (προφ.) πυροσβεστικό: ειδικό όχημα του Πυροσβεστικού Σώματος που χρησιμοποιείται κυρ. για την κατάσβεση φωτιάς ή πυρκαγιάς. Βλ. κλιμακο-, υδρο-φόρος., πυροσβεστική φωλιά βλ. φωλιά [< 1: γαλλ. de pompier]

στοιχειώδης

στοιχειώδης, ης, ες στοι-χει-ώ-δης επίθ. {στοιχειώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} 1. (λόγ.) πρωταρχικός, θεμελιώδης: ~ης: σεβασμός (σε κανόνες ασφαλείας). ~ης: παράλειψη/παρατήρηση/υποχρέωση. ~ες: καθήκον. ~εις: κανόνες. ~εις: πληροφορίες/προδιαγραφές/υπηρεσίες. ~η: δικαιώματα των εργαζομένων/μέτρα. Δεν εξασφαλίζω/καλύπτω ούτε τις ~εις ανάγκες μου. Είναι ~ες να ακολουθήσουμε κοινή στρατηγική.|| (ειδικότ., για επιστήμη ή τέχνη) ~εις: αρχές/γνώσεις/δομές/έννοιες/ιδιότητες. ~η: μαθηματικά. ΣΥΝ. βασικός (1), ουσιώδης 2. (λόγ.) που περιορίζεται στο ελάχιστο, στο εντελώς αναγκαίο: ~ης: έλεγχος/εξοπλισμός. ~ης: ανάλυση/αναφορά/ενθάρρυνση/εργασία/ευπρέπεια/κατάρτιση/λειτουργία/μόρφωση/οργάνωση/σήμανση/συναίσθηση (της ευθύνης)/σύνεση. ~ες: δείγμα (ανθρωπιάς)/επίπεδο (γνώσεων)/ποσό. ~εις: προφυλάξεις/συνθήκες διαβίωσης. Η ~ ευγένεια απαιτεί/υπαγορεύει να ... Η ~ λογική φαίνεται να τους διαφεύγει. Γνωρίζει ~η Ελληνικά (= τα ~η). ΣΥΝ. μίνιμουμ 3. ΦΥΣ.-ΧΗΜ. που αναφέρεται στα στοιχειώδη σωματίδια: ~ες: ηλεκτρικό φορτίο. Βλ. -ώδης. ● Ουσ.: στοιχειώδη (τα): τα απολύτως απαραίτητα: Θα σας διδάξω μόνο τα ~ (= βασικά). ● επίρρ.: στοιχειωδώς [-ῶς] (λόγ.): στον ελάχιστο βαθμό: τα ~ απαραίτητα. Δεν μπορεί ούτε ~ να αυτοεξυπηρετηθεί. ● ΣΥΜΠΛ.: στοιχειώδη σωματίδια: ΦΥΣ. ΠΥΡ. τα μικρότερα δομικά σωματίδια της ύλης, τα οποία δεν διαιρούνται περαιτέρω: Φυσική ~ών ~ίων (= σωματιδιακή φυσική). Βλ. βαρυόνιο, ηλεκτρόνιο, κουάρκ, λεπτόνιο, μεσόνιο, νετρόνιο, πρωτόνιο. [< γαλλ. particules élémentaires, περ. 1900, αγγλ. elementary particles, 1934] , πρωτοβάθμια εκπαίδευση βλ. εκπαίδευση, στοιχειώδης μεμβράνη βλ. μεμβράνη [< 1: αρχ. στοιχειώδης, γαλλ. élémentaire]

συγκρότηση

συγκρότησησυ-γκρό-τη-ση ουσ. (θηλ.) 1. σχηματισμός, σύσταση: θεσμική/κοινωνική/οικονομική/πολιτική ~ του κράτους (πβ. διάρθρωση, δομή). ~ της Βουλής/του διοικητικού συμβουλίου/της επιτροπής (πβ. κατάρτιση)/της κοινωνίας/της ομάδας. 2. (μτφ.) ανάπτυξη και οργάνωση των πνευματικών κυρ. ικανοτήτων του ανθρώπου, κατάρτιση, καλλιέργεια: διανοητική/ηθική/ψυχική ~. Ωριμότητα και ~ της προσωπικότητας/της σκέψης. ● ΦΡ.: συγκρότηση σε σώμα: ΝΟΜ. (για αιρετό όργανο) η πρώτη συνεδρίαση κατά την οποία λαμβάνει χώρα η εκλογή της διοίκησης βάσει των διατάξεων και του κανονισμού ή του καταστατικού, με παράλληλη κατανομή των αρμοδιοτήτων των μελών της: ~ ~ του νέου ΔΣ μετά τη Γενική Συνέλευση. [< μτγν. συγκρότησις ‘συναρμογή’]

τυλώδης

τυλώδης, ης, ες τυ-λώ-δης επίθ. {τυλώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (επιστ.): που μοιάζει με τύλο ή είναι γεμάτος τύλους. Βλ. -ώδης. ● ΣΥΜΠΛ.: τυλώδες σώμα: ΙΑΤΡ. μεσολόβιο. [< μτγν. τυλώδης]

ψυχή

ψυχή

ψυ-χή ουσ. (θηλ.) 1. η άυλη, πνευματική ουσία του ανθρώπου, που θεωρείται ότι είναι αθάνατη· γενικότ. η άυλη και άφθαρτη ουσία κάθε όντος: ειρήνη της ~ής. Η ~ δίνει ζωή στο σώμα.|| Κάθαρση/λύτρωση/σωτηρία της ~ής. (ΕΚΚΛΗΣ.) Ο σωτήρας των ~ών (: ο Θεός). Προσεύχομαι για την ~ κάποιου. Δέηση για την ~ του ... Παρέδωσε την ~ του στον Κύριο (= πέθανε· βλ. πνεύμα). (ως ευχή για πεθαμένο:) Ο Θεός να/ας αναπαύσει την ~ του.|| (σε όρκο:) Στην ~ της μάνας/του πατέρα μου!|| (ΦΙΛΟΣ.) Καθολική/παγκόσμια ~ (πβ. ψυχή του κόσμου).|| (ΜΥΘ.) Η Ψυχή και ο Έρωτας.|| Η ~ των ζώων. 2. (ειδικότ.) η ηθική και συναισθηματική φύση του ανθρώπου, σε αντίθεση με τη βιολογική και διανοητική του υπόσταση: αβυσσαλέα/αγγελική/αγνή/αδάμαστη/αδούλωτη/ελεύθερη/ευαίσθητη/ευγενική/καθαρή/μαύρη/παιδική/περήφανη (βλ. φρόνημα)/σκληρή/σκοτεινή ~. Οι αρετές/η γαλήνη/η δύναμη/η ευγένεια/η ηρεμία/η καλλιέργεια/η κατάσταση/το μεγαλείο/η ομορφιά/ο πόνος/η υγεία της ~ής. Το τραγούδι άγγιξε την ~ μου (: με συγκίνησε βαθύτατα). Έχει καλή/κακή ~ (= καρδιά· πβ. καλό-/κακό-ψυχος). Η αμαρτία βαραίνει την ~ (βλ. συνείδηση). Κάποιος/κάτι γεμίζει την ~ μας με θλίψη/χαρά. Πόνεσε η ~ μου που την είδα να κλαίει (: στενοχωρήθηκα πολύ). Το ευχαριστήθηκε/χάρηκε η ~ μου! Το αληθινό ταλέντο βγαίνει/πηγάζει από την ~. Με τα μάτια της ~ής.|| H λαϊκή ~. 3. άνθρωπος, ζωή· ειδικότ. εμψυχωτής: αδικοχαμένες/μοναχικές/νεανικές/πληγωμένες ~ές. Πόλη δύο εκατομμυρίων ~ών (= κατοίκων). Χάθηκαν τόσες αθώες ~ές! Τι να κάνει άραγε αυτή η ~;|| Δεν υπήρχε ~ τριγύρω. Σε αυτό το μέρος τον χειμώνα δεν πατάει ~.|| (μτφ.) Είναι η ~ του αγώνα. Το εμπορικό κέντρο είναι η ~ της πόλης. 4. {χωρ. πληθ.} παλικαριά, θάρρος: το μεγαλείο της ελληνικής ~ής. Δείξαμε ~ και νικήσαμε. Θέλει ~ (= κότσια) ν' αψηφάς τον κίνδυνο. Είναι ομάδα με ~. Είχαν ~ και πάλεψαν μέχρι τέλους εναντίον των κατακτητών (: ήταν ψυχωμένοι, ανδρείοι· βλ. δειλός, άνανδρος). Πβ. αγωνιστικ-, μαχητικ-ότητα, σθένος. 5. ΤΕΧΝΟΛ. το κεντρικό ή βασικό τμήμα αντικειμένου ή κατασκευής, συνήθ. δοκού, σιδηροτροχιάς: αγωγοί/συρματόσχοινα με χαλύβδινη ~. ● Υποκ.: ψυχάκι (το) (οικ.): πρόσωπο αγαπημένο, κοντινό ή για το οποίο τρέφουμε αισθήματα συμπάθειας, εκτίμησης., ψυχούλα (η): καλοσυνάτος άνθρωπος, που χαρακτηρίζεται από ευαισθησία και ανιδιοτέλεια. ● ΣΥΜΠΛ.: ψυχή του κόσμου & κοσμική ψυχή: ΦΙΛΟΣ. (κατά τους πρώτους φιλοσόφους) η ζωοποιός δύναμη του κόσμου., αδελφή ψυχή βλ. αδελφός, η αθανασία της ψυχής βλ. αθανασία, η ψυχή της παρέας βλ. παρέα, κατάθεση ψυχής βλ. κατάθεση ● ΦΡ.: βάζω την ψυχή μου (σε κάτι) (προφ.): δημιουργώ, κάνω κάτι με όλες μου τις δυνάμεις, με όρεξη και διάθεση: ~ει ~ σ' αυτό που κάνει., βγαίνει η ψυχή (κάποιου) (προφ.): πεθαίνει: Κόντεψε να βγει ~ του., για την ψυχή της μάνας μου (συνήθ. ειρων.): για να τονιστεί ότι κάτι γίνεται αφιλοκερδώς και ανυστερόβουλα: Το κάνουν για το κέρδος, δεν στήνουν ολόκληρες επιχειρήσεις ~ ~ τους. Πβ. δωρεάν, τζάμπα. ΑΝΤ. με το αζημίωτο., δίνω (και) την ψυχή μου (για κάποιον/κάτι): κάνω τα πάντα., δώσ' του (κάτι) και πάρ' του την ψυχή (μτφ.-προφ.): για να δηλωθεί ότι κάτι αρέσει πολύ σε κάποιον: Δώσ' του γλυκά/κουτσομπολιό ~ ~!, ένα σώμα, μια ψυχή: για να δηλωθεί απόλυτη ενότητα, σύμπνοια: Είμαστε/έχουμε γίνει ~ ~!, και οι ... έχουν ψυχή (προφ.-χιουμορ.): ακόμα και όσοι υποτιμούνται έχουν συναισθήματα και δικαιώματα., με όλη μου την ψυχή/την καρδιά (προφ.): με κάθε ειλικρίνεια, ολόψυχα: Σ' ευχαριστώ ~ ~! Σου εύχομαι/σε παρακαλώ ~ ~ να ... Θέλω κάτι ~ ~. Τον αγαπούσα ~ ~. ΣΥΝ. από καρδιάς, από τα βάθη της καρδιάς/της ψυχής (μου), με την ψυχή μου (προφ.-εμφατ.): για να δηλωθεί απόλαυση, ευχαρίστηση σε πολύ μεγάλο βαθμό: Γλέντησα/χόρεψα ~ ~. Πανηγύρισε ~ ~ του., μια ψυχή που είναι να βγει, ας βγει! (προφ.): (για κάτι δυσάρεστο) ό,τι πρόκειται να συμβεί, ας συμβεί μια ώρα νωρίτερα., πιάνεται/πιάστηκε η ψυχή μου (προφ.): στενοχωριέμαι, υποφέρω, αγωνιώ: Πιάνεται ~ ~ που σε βλέπω να κουράζεσαι. ~στηκε ~ όταν είδα ..., ταξίδι ψυχής 1. που έχει ως στόχο την ικανοποίηση ψυχικών αναγκών: ~ ~ στις ρίζες του (= στον τόπο καταγωγής του). 2. (μτφ.) εσωτερική αναζήτηση, ταξίδι με τον νου σε διαφορετικούς τόπους ή καταστάσεις: Η Τέχνη αποτελεί ~ ~., τι ψυχή έχει (κάτι); (οικ.): δεν έχει καμιά αξία ή σημασία: Δεν ήπια και πολύ, ~ ~ ένα ποτηράκι;, τι ψυχή θα παραδώσεις;: (σε κάποιον που διαπράττει κάτι κακό ή και χιουμορ.) δεν φοβάσαι την ώρα της Κρίσεως;, τρέμει η ψυχή μου (μτφ.-προφ.): ανησυχώ πολύ, φοβάμαι υπερβολικά: ~ ~ μην πάθει κανένα κακό. ΣΥΝ. βγαίνει/πηδάει/σπαρταράει/τρέμει η καρδιά μου, ψυχή ζώσα (λόγ.-εμφατ.): κανένας: Δεν κυκλοφορεί/δεν υπάρχει ~ ~., ψυχή τε και σώματι (λόγ.) & ψυχή και σώμα: ολόψυχα, ολοκληρωτικά: Του αφοσιώθηκε ~ ~. Αγωνίστηκε/συμμετέχει ~ ~. Τάχθηκε ~ ~ υπέρ του ..., ψυχή/ψυχούλα μου!: ως προσφώνηση με την οποία εκφράζεται αγάπη, τρυφερότητα, οικειότητα: ~ ~, μου λείπεις! ΣΥΝ. καρδιά/καρδούλα μου, άβυσσος η ψυχή (του ανθρώπου)! βλ. άβυσσος, ανοίγει η καρδιά/η ψυχή μου βλ. ανοίγω, ανοίγω την καρδιά μου/την ψυχή μου (σε κάποιον) βλ. ανοίγω, από τα βάθη της καρδιάς/της ψυχής (μου) βλ. βάθος, αποθανέτω η ψυχή μου μετά των αλλοφύλων βλ. αλλόφυλος, βασανίζω το μυαλό/το κεφάλι/τον εαυτό/τη σκέψη/την ψυχή μου βλ. βασανίζω, γελάω με την καρδιά μου/με την ψυχή μου/μέχρι δακρύων βλ. γελώ, δεν το βαστά(ει) η καρδιά (/η ψυχή) μου/δεν μου βαστά(ει) η καρδιά (/η ψυχή) βλ. βαστώ, εν βρασμώ ψυχής βλ. βρασμός, Θεός σχωρέσ΄τον/την ψυχή του! βλ. θεός, ματώνει η καρδιά μου βλ. ματώνω, μαυρίζει/μαύρισε η ψυχή μου βλ. μαυρίζω, με πόνο ψυχής βλ. πόνος, με την ψυχή στο στόμα βλ. στόμα, μου βγαίνει η πίστη/η Παναγία/η ψυχή/το λάδι βλ. βγαίνω, μου βγήκε η ψυχή/η πίστη ανάποδα βλ. ανάποδα, μου 'φυγε η ψυχή βλ. φεύγω, ο Θεός και η ψυχή του! βλ. θεός, παρέδωσε το πνεύμα βλ. πνεύμα, παρηγοριά στον άρρωστο (μέχρι/ώσπου να βγει η ψυχή του) βλ. παρηγοριά, πήγε η ψυχή/η καρδιά μου στην Κούλουρη βλ. Κούλουρη, πουλάω (και) την ψυχή μου στον διά(β)ολο βλ. πουλώ, πρώτα βγαίνει η ψυχή και μετά/ύστερα το χούι βλ. χούι, το λέει η ψυχή/καρδιά/καρδούλα/περδικούλα του βλ. περδικούλα, τον/την έχει βαρεθεί η ψυχή μου βλ. βαριέμαι, τραβάει η ψυχή/η καρδιά μου (κάτι) βλ. τραβώ ● βλ. ψυχάρα [< αρχ. ψυχή, 5 γερμ. Seele]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.