Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • τάξη τά-ξη ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) -εως | -εις, -εων} 1. τήρηση κανόνων, οργάνωση, μεθοδικότητα· κατ' επέκτ. εύρυθμη λειτουργία, κοινωνική ομαλότητα, νομιμότητα: ~ και καθαριότητα/νοικοκυροσύνη. Επιτέλους, έβαλε/μπήκε ~ εδώ μέσα! Στο σπίτι τους βασίλευε/επικρατούσε η απόλυτη ~. ΑΝΤ. ακαταστασία, αταξία.|| Έχει ~ στη δουλειά της (= είναι τακτική). Πβ. οργανωτικ-, συστηματικ-ότητα.|| Η κοινοβουλευτική ~ (: οι κανονισμοί που καθορίζουν τη λειτουργία της Βουλής). Η φυσική ~ των πραγμάτων. (ΑΣΤΡΟΝ.) Κοσμική ~ και χάος.|| Αποκατάσταση/διασάλευση/διατήρηση/επαναφορά της ~ης. Μονάδες Αποκατάστασης ~ης (ακρ. ΜΑΤ). Διαφυλάσσω/επιβάλλω την ~. Πβ. ευταξία. ΑΝΤ. αναρχία. 2. υποδιαίρεση του κύκλου σπουδών στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, σχολικό έτος· συνεκδ. οι μαθητές ή/και ο διδάσκων, η αίθουσα διδασκαλίας: προπαρασκευαστική ~. Το αναλυτικό πρόγραμμα/τα βιβλία/τα μαθήματα/η ύλη κάθε ~ης. ~εις ένταξης/μικτής ικανότητας/υποδοχής (για αλλοδαπούς μαθητές). Επαναλαμβάνω/περνώ/χάνω την ~ (= δεν προβιβάζομαι). Πηγαίνει στην έκτη ~ του Δημοτικού/στην τρίτη ~ του Γυμνασίου/Λυκείου. Eίναι/πάνε στην ίδια ~ (= είναι συμμαθητές).|| (ειδικότ., στη φροντιστηριακή εκπαίδευση:) ~εις ενηλίκων (= τμήματα). Θα βγάλει/κάνει την ~ το καλοκαίρι.|| Οι μικρές/μεγάλες ~εις (: αναφορικά με την ηλικία των μαθητών). Αξιολόγηση/διαχείριση της ~ης. Επίσκεψη της ~ης στο μουσείο. Είναι πρώτος στην ~ (του).|| Η έδρα/τα θρανία/ο πίνακας της ~ης. Απουσιάζω από την ~.|| Εικονική-δυνητική ~ (= τηλε~). 3. θέση σε ιεραρχία: λογιστής/μηχανικός Α'/Β'/Γ' ~εως. Βλ. βαθμίδα, βαθμός. 4. κατηγορία σε σύστημα ταξινόμησης: η Τάξις των Θετικών Επιστημών/των Γραμμάτων και των Καλών Τεχνών/των Ηθικών και Πολιτικών Επιστημών (: της Ακαδημίας Αθηνών).|| (ΑΣΤΡΟΝ.) ~εις λαμπρότητας αστέρων.|| (ΖΩΟΛ.-ΒΟΤ.) Η ~ των κολεόπτερων. Βλ. (συν)ομοταξία, υπερ~, υπο~.|| (ΜΑΘ.) Διαφορικές εξισώσεις πρώτης/ανώτερης ~ης.|| (ΧΗΜ.) Οργανική ένωση που ανήκει στην ~ των μονοσακχαριτών.|| (γενικότ.) Παρουσίαση εργογραφίας κατά χρονολογική ~ (= σειρά). 5. {συνήθ. στον πληθ.} οργανωμένο σύνολο ατόμων με κοινά χαρακτηριστικά: διαφωνίες στις ~εις (= στους κόλπους/κύκλους) των εκπαιδευτικών/εργαζομένων σχετικά με ...|| (ειρων.) Η ευγενής/συμπαθής ~ των ... Πβ. σινάφι.|| Οι ~εις των προοδευτικών/συντηρητικών. Πβ. παράταξη.|| Οι ~εις της Ελληνικής Αστυνομίας.|| (ΣΤΡΑΤ.) Κατατάχθηκε/υπηρετεί στις ~εις των Ενόπλων Δυνάμεων.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Οι ~εις (= τα τάγματα) των Αγγέλων. 6. {στη γεν.} επίπεδο, είδος: προβλήματα διαφορετικής ~ης. Άλλης ~εως θέμα είναι το ... Πβ. κλάση2. 7. διάταξη, σχηματισμός: (κυρ. ΣΤΡΑΤ.) Το πεζικό πολεμούσε σε πυκνή ~. Βλ. παράταξη. ● ΣΥΜΠΛ.: ηθικής τάξης/τάξεως: που σχετίζεται με την ηθική: ζητήματα/θέματα/προβλήματα ~ ~. Για λόγους ~ ~. [< γαλλ. d'ordre moral] , ηλεκτρονική/ψηφιακή τάξη & η-τάξη: ΠΑΙΔΑΓ. -ΤΕΧΝΟΛ. σύστημα οργάνωσης και διαχείρισης εκπαιδευτικού υλικού στο διαδίκτυο που επιτρέπει τη συνεχή αλληλεπίδραση εκπαιδευτή και εκπαιδευομένου. Βλ. ηλεκτρονική εκπαίδευση, τηλε-διδασκαλία, -εκπαίδευση, -μάθηση, -τάξη. [< αγγλ. e-class] , κοινωνική τάξη & τάξη: καθεμία από τις ομάδες που διαφοροποιούνται μεταξύ τους με βάση το οικονομικό ή μορφωτικό επίπεδο των μελών τους, τη συμμετοχή στην παραγωγική διαδικασία ή/και το επάγγελμα: ανώτερη/μεσαία/κατώτερη ~ ~.|| Η αγροτική/άρχουσα/αστική/εργατική (= ο εργαζόμενος λαός)/κυβερνώσα/κυρίαρχη/λαϊκή ~. Η ~ των μικρομεσαίων. Οι ασθενέστερες (οικονομικά)/εύπορες/παραγωγικές/υψηλές/χαμηλές (εισοδηματικά) ~εις. Σύγκρουση των ~εων. ΣΥΝ. στρώμα (3), νέα τάξη (πραγμάτων): διαμόρφωση νέας κατάστασης σε παγκόσμιο επίπεδο μετά από σημαντικές μεταβολές στα κοινωνικοπολιτικά δεδομένα· γενικότ. αλλαγή κατεύθυνσης, πορείας: Δημιουργείται μια ~ ~.|| ~ ~ στην πολιτική. Πβ. νέα εποχή., πάλη των τάξεων & ταξική πάλη: ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. σύγκρουση ταξικών συμφερόντων, κυρ. ανάμεσα στην αστική τάξη και το προλεταριάτο, η οποία, σύμφωνα με τον μαρξισμό, βρίσκεται στη βάση της εξέλιξης της ιστορίας., έννομη τάξη βλ. έννομος, η καθεστηκυία τάξη βλ. καθεστηκυία, όργανο της τάξης/τάξεως βλ. όργανο, τάξη μεγέθους βλ. μέγεθος ● ΦΡ.: ανακαλώ/επαναφέρω κάποιον στην τάξη (επίσ.): του επισημαίνω ότι έχει υπερβεί τα όρια, τον υποχρεώνω να πειθαρχήσει. [< γαλλ. rappeler à l' ordre] , βάζω/μπαίνει κάτι σε τάξη & βάζω/μπαίνει τάξη σε κάτι: τακτοποιώ/διευθετείται: Βάζω σε τάξη τις ιδέες/τις σημειώσεις/τις σκέψεις μου. Βάλε τάξη στο δωμάτιο/στη ζωή σου. Το αρχείο μπήκε σε τάξη., πρώτος/δεύτερος τη τάξει (επίσ.): που βρίσκεται στα ανώτερα ιεραρχικά κλιμάκια, κατέχοντας την πρώτη/δεύτερη θέση: πρώτος ~ ~ αξιωματούχος/πολίτης του κράτους (= ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας)/υπουργός (πβ. πρωτοκλασάτος)., της τάξεως/τάξης (+ γεν.): του ύψους, του επιπέδου: άνοδος/απώλειες/αύξηση/έλλειμμα/κέρδη/πλεόνασμα ~ ~ του ... %. Ποσό ~ ~ των δύο χιλιάδων ευρώ., διασάλευση της (δημόσιας/έννομης) τάξης βλ. διασάλευση, ησυχία, τάξη και ασφάλεια βλ. ησυχία, κερδίζω χρονιά/τάξη βλ. κερδίζω, μένω στην ίδια τάξη βλ. μένω, πρώτης τάξεως/τάξης βλ. πρώτος [< αρχ. τάξις ‘διάταξη ή γραμμή μάχης, παραγγελία, ρόλος, θέση, κοινωνική τάξη’, γαλλ. ordre, classe]

βαθμίδα

βαθμίδαβαθ-μί-δα ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) ιεραρχική θέση: ανώτερη/κατώτερη/μέση ~.|| Οι ~ες της ιεροσύνης.|| (ακαδημαϊκές/πανεπιστημιακές ~ες:) Ερευνητής Α'/Β'/Γ'/Δ' ~ας. Προκήρυξη θέσης μέλους ΔΕΠ στη ~ του (επίκουρου) καθηγητή.|| (διοικητικές ~ες:) Πέρασε από/ανέβηκε όλες τις ~ες και τώρα είναι Διευθυντής.|| (εκπαιδευτικές ~ες:) Οι μαθητές/τα σχολεία όλων των ~ων (: πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης).|| Μισθολογική ~ (= κλιμάκιο). Βλ. προ~. 2. (επίσ.) σκαλί, σκαλοπάτι: καθίσματα σε ~ες (= κερκίδες). Πβ. αναβαθμός. Βλ. κλίμακα. 3. ΜΟΥΣ. καθένας από τους επτά ή οκτώ φθόγγους μιας κλίμακας. Βλ. πτώση. 4. ΦΥΣ. καθένα από τα επίπεδα που δηλώνουν σταδιακή μεταβολή ενός μεγέθους: ~ες θερμοκρασίας/πίεσης. Η ένταση του ήχου μπορεί να ρυθμιστεί σε δύο ~ες. Πβ. βαθμός. Βλ. θερμο~. 5. ΓΕΩΛ. μικρή, χρονικά, στρωματογραφική ενότητα. Βλ. εποχή, ηλικία. [< 1,3: γαλλ. grade 2: αρχ. βαθμίς 4: αγγλ. gradient 5: γαλλ. étage]

διασάλευση

διασάλευσηδι-α-σά-λευ-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): διατάραξη, αποσταθεροποίηση: ~ της ειρήνης/της κοινωνικής γαλήνης. ● ΦΡ.: διασάλευση της (δημόσιας/έννομης) τάξης: ΝΟΜ. πρόκληση αναστάτωσης στην ομαλή λειτουργία της κοινωνίας: Κατηγορείται για πρόκληση επεισοδίων και ~ ~. Πβ. διατάραξη (της) κοινής ησυχίας. [< μτγν. διασάλευσις, γαλλ. perturbation]

έννομος

έννομος, η/ος, ο [ἔννομος] έν-νο-μος επίθ.: ΝΟΜ. που γίνεται σύμφωνα με τον νόμο, τον ακολουθεί ή καθορίζεται από αυτόν: ~η: σχέση/υποχρέωση. ~ο: κράτος. ~ες: συνέπειες. ~α: αποτελέσματα/δικαιώματα/μέσα. ΣΥΝ. νόμιμος, σύννομος ΑΝΤ. έκνομος, παράνομος ● επίρρ.: έννομα & (λόγ.) εννόμως ● ΣΥΜΠΛ.: έννομα αγαθά: που τα προστατεύει το δίκαιο, ο νόμος: ~ ~ του ατόμου (: ζωή, σωματική ακεραιότητα και υγεία, περιουσία, ιδιοκτησία, ελευθερία). ~ ~ της ολότητας (: ομαλή λειτουργία της δικαιοσύνης, πολίτευμα και εδαφική ακεραιότητα της χώρας, προστασία του περιβάλλοντος)., έννομη τάξη & (λόγ.) έννομος τάξη: οι κανόνες δικαίου: διεθνής/εσωτερική/ευρωπαϊκή/κοινοτική ~ ~. Αποκατάσταση/διασάλευση/διαφύλαξη/κατάργηση/προστασία της ~ης ~ης. [< γαλλ. ordre juridique] , έννομη προστασία βλ. προστασία, έννομο συμφέρον βλ. συμφέρον [< αρχ. ἔννομος]

ηλεκτρονική

ηλεκτρονική[ἠλεκτρονική] η-λε-κτρο-νι-κή ουσ. (θηλ.): ΗΛΕΚΤΡΟΝ. κλάδος της Φυσικής και της Τεχνολογίας που ασχολείται με τη μελέτη της κίνησης των ηλεκτρονίων και με τον σχεδιασμό ηλεκτρικών συσκευών και κυκλωμάτων. Πβ. ηλεκτρονικά (τα). Βλ. μικρο~, νανο~, οπτο~. [< αγγλ. electronics, 1910, γαλλ. électronique, περ. 1930]

ησυχία

ησυχία[ἡσυχία] η-συ-χί-α ουσ. (θηλ.): απουσία θορύβου, έντασης, ταραχής ή/και κίνησης: μες στην ~ του δάσους/της νύχτας. Βασιλεύει/έγινε/επικρατεί (άκρα/απόλυτη/νεκρική) ~ (πβ. σιγή). Τάραξαν/χάλασαν την ~ του. Πότε θα βρω την ~ μου, επιτέλους; Δεν έχει ~ (= δεν κάθεται ήσυχος). -Συνέβη κάτι όσο έλειπα; -Μπα, ~ (: τίποτα σημαντικό)! Πβ. αταραξία, γαλήνη, ηρεμία.|| (ως προτροπή ή προσταγή:) ~ (= σουτ, τσιμουδιά)! Κάνε ~ (= μη μιλάς, μην κάνεις φασαρία)!|| (επίσ.) Τήρηση ~ας (= σιωπής).|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Νήψη, ~ και προσευχή. Βλ. αν~. ● ΣΥΜΠΛ.: σεισμική ησυχία: ΓΕΩΦ. σημαντική ελάττωση της σεισμικής δραστηριότητας για μεγάλο χρονικό διάστημα, μήνες ή χρόνια, πριν από έναν ισχυρό σεισμό. Βλ. σεισμικότητα. [< αγγλ. seismic quietness] ● ΦΡ.: ησυχία, τάξη και ασφάλεια (ειρων.): για κατάσταση πλήρους ηρεμίας, αταραξίας ή/και αδράνειας., με την ησυχία του (προφ.): χωρίς βιασύνη, πίεση ή εξωτερική ενόχληση: Ήρθε ~ ~ (= με το πάσο του). Μη βιάζεσαι, ~ ~ σου!|| Θα διαβάσω ~ ~ μου το βράδυ, όταν θα κοιμούνται όλοι., ώρες κοινής ησυχίας (επίσ.): κατά τις οποίες απαγορεύεται η πρόκληση θορύβου που διαταράσσει την ανάπαυση των κατοίκων μιας περιοχής, για τη χειμερινή περίοδο περ. 15:30-17:30 και 22:00-07:30, και για τη θερινή 15.00-17.30 και 23.00-07.00: Σέβομαι/τηρώ τις ~ ~. Βλ. ηχορύπανση., αφήνω/παρατάω κάποιον ήσυχο/στην ησυχία του βλ. ήσυχος, διατάραξη (της) κοινής ησυχίας βλ. διατάραξη [< αρχ. ἡσυχία]

καθεστηκυία

καθεστηκυία[καθεστηκυῖα] κα-θε-στη-κυ-ί-α επίθ. (με άρθ.) (λόγ.): καθιερωμένη, κυρίαρχη: η ~ άποψη/κατάσταση/λογική/νοοτροπία (= επικρατούσα). Οι ~ες αντιλήψεις. Κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: η καθεστηκυία τάξη: το παγιωμένο πολιτικό και κοινωνικό σύστημα· καθεστώς, κατεστημένο: ανατροπή/διατήρηση της ~ας ~ης. Πβ. status quo. Βλ. νέα τάξη (πραγμάτων). [< μτχ. παθ. παρακ. του ρ. καθίστημι ‘τοποθετώ’]

κερδίζω

κερδίζωκερ-δί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {κέρδ-ισα, -ίσει, -ήθηκε, -ηθεί, κερδίζ-οντας, κερδ-ισμένος} 1. αναδεικνύομαι νικητής, νικώ: ~ισε την αγωγή/τον αγώνα/τη δίκη/τις εκλογές/το ματς (= πήρε)/τον πόλεμο. Τους ~ισε όλους και με διαφορά! Με ~ισε στο σκάκι. ~ισαν (με) 2-1 την αντίπαλη ομάδα. Βλ. ξανα~.|| Θέλει πάντα να ~ει. Ο τυχερός αριθμός που ~ει είναι το ... Ποιος ~ει μέχρι τώρα (: ποιος προηγείται στο σκορ); ΑΝΤ. ηττώμαι, χάνω (5) 2. αποκτώ κάτι ωφέλιμο ή επιθυμητό, λόγω τύχης ή ικανοτήτων, κατακτώ: Ο νικητής ~ει μια ψηφιακή φωτογραφική μηχανή. Οι υπερτυχεροί που κληρώθηκαν ~ουν δώρα αξίας ... ~ισε το πρώτο βραβείο/το λαχείο/το χρυσό μετάλλιο/τον τίτλο/το φλουρί της βασιλόπιτας. Ο παίκτης ~ισε πέναλτι/φάουλ. ~ισαν γνώσεις/την ελευθερία τους/εμπειρίες. Έχει ~ίσει δόξα και χρήμα/(επάξια) μια θέση στο πάνθεον των ...|| Τι θα ~ίσω, αν σου αποκαλύψω την αλήθεια (: τι όφελος θα έχω); ~ισα πολλά από το ταξίδι (: ωφελήθηκα).|| ~ την αγάπη/την εμπιστοσύνη/το ενδιαφέρον/τον θαυμασμό/την προτίμηση/τη φιλία κάποιου. Σε ~ει με την απλότητά της/με την πρώτη ματιά (= γοητεύει). Τα βιολογικά προϊόντα ~ουν την αγορά. ~ισε το κοινό με τον λόγο του. Έχει κάνει τα πάντα, για να την ~ίσει (: ερωτικά). Ο σεβασμός ~εται, δεν επιβάλλεται. 3. βγάζω χρήματα από την εργασία μου ή με άλλο τρόπο: Πόσα ~εις από αυτή τη δουλειά; ~ει πάνω από ... ευρώ το μήνα. ~ίσαμε σημαντικά ποσά. Πβ. αποκομίζω, οικονομώ, προσπορίζομαι.κερδίζει (μτφ.-προφ.) ΑΝΤ. χάνει 1. (+ σε) υπερέχει, υπερτερεί: Το έργο του ~ (= πλεονεκτεί) σε πρωτοτυπία και πολυμορφία. 2. βελτιώνεται, αναδεικνύεται: Ωραίο τραγούδι που ~ πολύ, όταν παίζεται ζωντανά. ● ΦΡ.: βγάζω/κερδίζω τα προς το ζην/το ψωμί μου & κερδίζω τη ζωή μου: εξασφαλίζω, συνήθ. μέσω εργασίας, τα απαραίτητα, για την επιβίωσή μου, χρήματα ή υλικά αγαθά: ~ ~ ως δημοσιογράφος/καθαρίστρια. ~ει ~ με κόπο και ιδρώτα., βγαίνω/είμαι (ο) κερδισμένος (μτφ.): ωφελούμαι: Βγήκε ~ από την υπόθεση. Ήταν ο μεγάλος ~ των εκλογών.|| (απειλητ.) Όποιος του πηγαίνει κόντρα, δεν θα βγει ~., κερδίζω (τον) χαμένο χρόνο: προσπαθώ να αναπληρώσω τις ελλείψεις, τα κενά που δημιουργήθηκαν στο παρελθόν, εντατικοποιώντας τις προσπάθειές μου., κερδίζω χρονιά/τάξη (παλαιότ.): δικαιούμαι να πάω στο σχολείο λίγο νωρίτερα από το κανονικό, λόγω της ημερομηνίας γέννησής μου., κερδίζω χρόνο (μτφ.): συντομεύω τον απαιτούμενο χρόνο για την ολοκλήρωση μιας διαδικασίας ή τον παρατείνω προς όφελός μου: Πηγαίνω στη δουλειά με τη μηχανή, για να ~ίσω ~.|| Μας είπε ψέματα, προσπαθώντας να ~ίσει ~. Πβ. αγοράζω χρόνο., κέρδισε το εισιτήριο (μτφ.): κατόρθωσε να αποκτήσει πρόσβαση σε μια σημαντική δραστηριότητα: ~ ~ της συμμετοχής. ~ ~ για τον τελικό του διαγωνισμού., έκλεψε/κέρδισε τις εντυπώσεις βλ. εντύπωση, έχασε/κέρδισε το στοίχημα βλ. στοίχημα, καίω/κατακτώ/κερδίζω/κλέβω/παίρνω την καρδιά κάποιου βλ. καρδιά, κερδίζει έδαφος βλ. έδαφος, κερδίζει/παίρνει πόντους βλ. πόντος1, ομάδα που κερδίζει, δεν αλλάζει βλ. ομάδα, όποιος χάνει στα χαρτιά, κερδίζει στην αγάπη βλ. χαρτί, τον/την κέρδισε το τραγούδι βλ. τραγούδι [< μτγν. κερδίζω, πβ. αρχ. κερδαίνω]

μέγεθος

μέγεθοςμέ-γε-θος ουσ. (ουδ.) {μεγέθ-ους | -η, -ών} 1. μήκος, ύψος, πλάτος ή όγκος φυσικού αντικειμένου ή σώματος, οι διαστάσεις του: ~ μπαταρίας/οθόνης. Το ~ της Γης. Χαρτί ~ους/σε ~ Α4. Ενδύματα σε διάφορα/μεγάλα (βλ. (έξτρα) λαρτζ)/όλα τα ~η. Γλυπτό σε φυσικό ~ (: σε πραγματικές διαστάσεις). Δεν βρίσκει ρούχα στο ~ός του (= στα μέτρα, στο νούμερό του). Ψάρια που εκτρέφονται μέχρι να φτάσουν το εμπορικό ~.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ αρχείου. Αλλαγή/επιλογή ~ους εικονιδίων/χαρακτήρων (βλ. γραμματοσειρά). Κάντε κλικ, για να δείτε τη φωτογραφία στο κανονικό της ~ (: όπως έχει αποθηκευτεί στο σχετικό αρχείο). 2. (μτφ.) έκταση, ένταση, εύρος ή πλήθος: το (αληθινό/πραγματικό) ~ ενός προβλήματος/της καταστροφής. Το ~ της ζημιάς/της κατάντιας.|| Σεισμική δόνηση ~ους 5,9 βαθμών της κλίμακας Ρίχτερ.|| Επιχειρήσεις μεσαίου/μικρού ~ους.|| Το ~ μιας οικογένειας (: ο αριθμός των μελών της). 3. ΦΥΣ. φυσικό μέγεθος: διανυσματικά (π.χ. δύναμη, επιτάχυνση, ορμή, ταχύτητα)/ενεργειακά (π.χ. θερμίδα)/εντατικά/ηλεκτρικά (π.χ. αντίσταση, ενέργεια, ένταση, ισχύς, συχνότητα, τάση)/θεμελιώδη (π.χ. ένταση ηλεκτρικού ρεύματος/φωτεινής πηγής, θερμοκρασία, μάζα, μήκος, χρόνος)/μονόμετρα (ή βαθμωτά)/παράγωγα (π.χ. πυκνότητα) ~η.μεγέθη (τα): κέρδη, έσοδα· γενικότ. οικονομικά ποσά: αύξηση/μείωση ~ών για τις βιομηχανίες τροφίμων. Αρνητικά/βελτιωμένα/θετικά τα ~η της εταιρείας για το πρώτο εξάμηνο.|| Βασικά ~η του προϋπολογισμού. ● ΣΥΜΠΛ.: απόλυτο μέγεθος: ΑΣΤΡΟΝ. η φυσική λαμπρότητα ουράνιου σώματος (σύμβ. M), όπως αυτή θα γινόταν αντιληπτή από απόσταση δέκα παρσέκ. Βλ. φαινόμενο μέγεθος. [< αγγλ. absolute magnitude, 1902] , αριθμητικό μέγεθος: ΜΑΘ. κάθε ποσότητα που μειώνεται ή αυξάνεται, μπορεί να μετρηθεί και να εκφραστεί με κάποιον αριθμό. Βλ. εμβαδό, μήκος, όγκος, πλάτος, ύψος., τάξη μεγέθους: κατά προσέγγιση τιμή, ποσό(τητα), μέγεθος: Για να έχετε μία ~ ~, το συνολικό κόστος των έργων ανέρχεται στις ... χιλιάδες ευρώ. Πβ. της τάξεως/τάξης., φαινόμενο μέγεθος: ΑΣΤΡΟΝ. η φαινόμενη λαμπρότητα ουράνιου σώματος (σύμβ. m), όπως αυτή γίνεται αντιληπτή από έναν παρατηρητή στη Γη. Βλ. απόλυτο μέγεθος. [< αγγλ. apparent magnitude] , φυσικό μέγεθος: ΦΥΣ. φυσική έννοια, ιδιότητα, φαινόμενο που μπορεί να εκφραστεί ποσοτικά και έχει ορισμένη μονάδα μέτρησης., ανάλογα μεγέθη/ποσά βλ. ανάλογος, αντιστρόφως ανάλογα μεγέθη/ποσά βλ. ανάλογος, νομισματικά μεγέθη βλ. νομισματικός, οικογενειακό μέγεθος βλ. οικογενειακός, οικονομικά μεγέθη βλ. οικονομικός ● ΦΡ.: σε μέγεθος τσέπης: για κάτι που μπορεί να μεταφερθεί μέσα σε τσέπη: φορητό ραδιόφωνο ~ ~. [< αγγλ. pocket-size, 1909] , πρώτου μεγέθους βλ. πρώτος [< αρχ. μέγεθος]

μένω

μένωμέ-νω ρ. (αμτβ.) {έμει-να, μεί-νει, μέν-οντας} 1. κατοικώ: ~ εκτός Ελλάδας/ένα στενό παρακάτω/(προσωρινά) με τους γονείς μου/μόνη μου/στην επαρχία/στον δεύτερο (όροφο)/στο κέντρο/στην οδό (βλ. διεύθυνση) ... Δεν ~ουν πια εδώ. ~ουμε αλλού τώρα/δίπλα-δίπλα (: είμαστε γείτονες)/(πολύ) κοντά. Απέναντί μας δεν ~ει κανείς. Σε ποια περιοχή/πού ~ετε; Μέναμε μαζί (= συγκατοικούσαμε). Θα ήθελες να ~νεις (= ζήσεις) μόνιμα στο εξωτερικό; ~ (= το σπίτι μου είναι) δέκα λεπτά από τη δουλειά. Πβ. δια~. 2. βρίσκομαι σε κάποιο μέρος, εξακολουθώ να είμαι κάπου, συχνά περισσότερο από το συνηθισμένο, το κανονικό: ~εις ή φεύγεις; Θα ~νω για δυο λεπτά. Μη ~ετε πολλή ώρα κάτω από τον ήλιο. Θα ~νετε για φαγητό; Μακάρι να μέναμε περισσότερο! Θα χρειαστεί να ~νετε στο κρεβάτι/νοσοκομείο για λίγες μέρες. Μέχρι πότε/πόσο θα ~νεις; Άσε με να ~νω λίγο ακόμη. Μπορείς να ~νεις όσο θέλεις. ~νε εκεί που είσαι, έρχομαι! Μπορείς να λείψεις όσο θες, θα ~νω εγώ στη θέση σου (βλ. αντικαθιστώ). ~νετε στις θέσεις σας (= μην κουνηθείτε). ~να όλη μέρα μέσα (: στο σπίτι, δεν βγήκα καθόλου· πβ. κλείστηκα). Σ' ευχαριστώ που ~νες μαζί μου. Θα ~νω (= κάτσω) κι άλλο. ~νατε καιρό στο χωριό; ~νε έξω όλο το βράδυ/μέχρι το απόγευμα στο γραφείο. ~να (= περίμενα) να δω τι θα γίνει. Στο τέλος ~ναν τρεις κι ο κούκος.|| Τα πλοία ~ναν στο λιμάνι εξαιτίας της κακοκαιρίας (βλ. αγκυροβολώ).|| Θα ~ουμε σε ξενοδοχείο/δίκλινο. Πβ. διανυκτερεύω, καταλύω.|| Το δικαστήριο έκρινε ότι το παιδί πρέπει να ~νει με τη μητέρα του. 3. περιέρχομαι σε συγκεκριμένη κατάσταση ή (συνεχίζω να) έχω μια ιδιότητα, να βρίσκομαι σε μία θέση, σε ένα επίπεδο: ~ έκπληκτος/ξύπνιος ως αργά/τελευταίος/ψύχραιμος. ~νε ακίνητη/αμίλητη για μια στιγμή. ~νε ανύπαντρη/έγκυος/ορφανή/παράλυτη/χήρα/χωρίς δουλειά (πβ. άνεργη). Μείναμε με την απορία/την ελπίδα/το παράπονο. Θέλω να ~νω μόνος μου. Ας ~νουμε φίλοι. Μη ~ετε αρκετές ώρες νηστικοί. Λες να μου ~νει κουσούρι; Του ~νε το παρατσούκλι. ~ναν ατιμώρητοι. Η ομάδα ~νε με δέκα παίκτες από το πρώτο ημίχρονο. Μείνε ήσυχος (κ. χιουμορ. ~νε ανήσυχος). Μη ~εις αδρανής/απαθής/θεατής. Ας ~νουμε ενωμένοι. Δεν μείναμε ικανοποιημένοι από το αποτέλεσμα. Πώς να ~νετε για πάντα νέοι. ~ει πιστός στην παράδοση. Δεν πρέπει να ~ουμε στάσιμοι. ~νετε συντονισμένοι (= συντονιστείτε) στον σταθμό. Δεν ~νε κανένας ζωντανός (πβ. γλιτώνω, επιβιώνω, διασώζομαι). Μείνατε καιρό μαζί (: βγαίνατε, είχατε σχέση);|| Αύριο τα σχολεία θα ~νουν κλειστά. Το πλοίο ~νε ακυβέρνητο. Το πρώτο τους άλμπουμ ~νε στα αζήτητα. Η ομάδα ~νε στην Α' Εθνική/στην κορυφή. Ας ~νουν τα πράγματα όπως είναι. (εμφατ.) Σύνθημα που ήταν, είναι και θα ~νει διαχρονικό. ΣΥΝ. παραμένω (1) 4. (συνήθ. + σε) σταματώ ή περιορίζομαι σε κάτι: Ας μη ~νουμε σ' αυτό. Ας ~ουμε (= σταθούμε) εδώ για λίγο. Ας ~νει εδώ το θέμα. ~ει στα ίδια και τα ίδια (πβ. επιμένει). Η συμφωνία ~νε στα χαρτιά (= δεν εφαρμόστηκε, δεν τηρήθηκε). Συνεχίζουμε από κει που ~ναμε την τελευταία φορά. Πού/σε ποιο κεφάλαιο είχαμε ~νει; ~νε στις υποσχέσεις (πβ. μένω στα λόγια). Οι διεθνείς μας ~ναν τελικά στην προσπάθεια (: δεν κατάφεραν να προκριθούν). Οι δύο ομάδες ~ναν στο 1-1.|| (αρνητ. συνυποδ.) Έχει ~νει στη δεκαετία του ... Μη ~εις (= κολλάς) στο παρελθόν/στους τύπους. 5. ξεμένω, μου τελειώνει κάτι: ~να από/χωρίς βενζίνη/μονάδες/μπαταρία/χρήματα. Το νησί κινδυνεύει να ~νει χωρίς πόσιμο νερό/ρεύμα. 6. απορρίπτομαι, κόβομαι: Στις πόσες απουσίες ~εις; ~νε σε δύο μαθήματα. ΑΝΤ. περνώ (5) 7. {συνηθέστ. στον αόρ.} (νεαν. αργκό) νιώθω μεγάλη έκπληξη, αδυνατώ να αντιδράσω: Μιλάμε, μόλις την είδα ~να (πβ. έπαθα, κόλλησα)! Τον κοιτάς και ~εις ... Καλά, μόλις το άκουσα, ~να (= κουφάθηκα)! ΣΥΝ. παθαίνω πλάκα 8. για κάτι που κληρονομεί κάποιος ή του ανήκει: Η περιουσία του θα ~νει στο ίδρυμα. Της ~νε το σπίτι από τους γονείς της.μένει 1. απομένει, περισσεύει, υπολείπεται: Μια βδομάδα ~/~νε μέχρι τις διακοπές. Μία λύση μόνο ~. Αυτό είναι ό,τι ~νε απ' το φαγητό; Έχει ~νει καθόλου κρασί;|| Δεν μου ~ χρόνος να ξεκουραστώ. Πόσος χρόνος ζωής του ~ ακόμη; Λίγες ώρες ~ναν για την έναρξη του μεγάλου τελικού. Δεν τους ~ουν και πολλά (ενν. χρήματα) κάθε μήνα. Δεν ~νε ούτε δεκάρα.|| Τι άλλο ~ να κάνουμε; ~ να μάθω αν θα έρθουν. ~ουν πολλά να γίνουν ακόμα. Το μόνο που ~ να δούμε είναι ...|| (στην αριθμητική) Αν από το πέντε αφαιρέσουμε δύο, ~ουν τρία. 2. εξακολουθεί να υπάρχει, διαρκεί· ειδικότ. διατηρείται στη μνήμη παρά το πέρασμα του χρόνου: Έχουν ~νει κάποια σημάδια. Η αληθινή αγάπη ~ για πάντα. Δεν ~νε (= δεν σώθηκε) τίποτα από εκείνη την εποχή.|| Αυτό το ταξίδι θα μου ~νει αξέχαστο. Τι σας ~νε από την αποψινή βραδιά; Στιγμές που ~ναν στην ιστορία. Παροιμιώδης φράση που έχει ~νει ως τις μέρες μας. ● ΦΡ.: έμεινα να ...: συνεχίζω να κάνω κάτι: ~ ~ την κοιτάζω καθώς απομακρυνόταν. Στο τέλος μένεις να αναρωτιέσαι γιατί έγιναν όλα αυτά., έμεινε στον τόπο (μτφ.) 1. βρήκε ξαφνικό θάνατο, πέθανε ακαριαία: Χτύπησε στο κεφάλι κι ~ ~.|| Μην της λες τέτοια, θα μας μείνει ~ (= επιτόπου). 2. έμεινε στην ίδια τάξη., ήρθα για να μείνω (εμφατ.): για να δηλωθεί η εμφάνιση και αποφασιστική παρουσία προσώπου ή πράγματος σε έναν χώρο, με στόχο την εδραίωσή του σε αυτόν: ~ ~ πολλά χρόνια στην ομάδα. Ήρθαμε για να μείνουμε, ο κόσμος να χαλάσει.|| Τα μέτρα της κυβέρνησης/οι συσκευές ηλεκτρονικής ανάγνωσης ήρθαν για να μείνουν., μένει στη μέση (προφ.): δεν ολοκληρώνεται κάτι: Η δουλειά/το παιχνίδι/η προσπάθεια έμεινε ~. Οι σπουδές του/τα σχέδια έμειναν ~. Τα έργα κινδυνεύουν να μείνουν ~ (= ανολοκλήρωτα).|| (σπανιότ. στο α' ή β' πρόσ.) Ξεκίνησα να γράφω, αλλά έμεινα ~ (= δεν το τελείωσα)., μένει ως έχει: δεν αλλάζει: Το αποτέλεσμα του αγώνα/το θέμα/η κατάσταση ~ ~. Μερικά πράγματα καλύτεραν να ~ουν ως ~ουν., μένω μακριά (μτφ.): δεν πλησιάζω: ~ει ~ από τα φώτα της δημοσιότητας. Μείνε ~ απ' τα ναρκωτικά/το ποτό. Πβ. αποφεύγω.|| Οι δύο παίκτες έμειναν ~ από τις ατομικές τους επιδόσεις., μένω στα χέρια (κάποιου) {συνήθ. στον αόρ.} 1. για πρόσωπο που πεθαίνει ξαφνικά ενώπιον άλλου: Του 'μεινε ~ ο ασθενής. 2. για κάτι που χαλάει κατά τη χρήση του: Μου 'μεινε ~ το χερούλι της πόρτας., μένω στην ίδια τάξη: δεν προβιβάζομαι στην επόμενη: ~ε ~ λόγω απουσιών. ΣΥΝ. έμεινε στον τόπο (2), ταύτα και μένω (λόγ.): έκφραση που δηλώνει ότι κάποιος δεν έχει να πει κάτι άλλο: ~ ~ προς το παρόν., (αφήνω/μένει) το πεδίο/το έδαφος ελεύθερο βλ. ελεύθερος, (κάποιος/κάτι) μένει στα λόγια βλ. λόγια, (τα λόγια πετούν,) τα γραπτά μένουν βλ. γραπτός, αφήνω (κάποιον/κάτι) σύξυλο/μένω σύξυλος βλ. σύξυλος, αφήνω/παρατώ (κάποιον) στα κρύα του λουτρού βλ. λουτρό, βρέθηκε/έμεινε στον άσο βλ. άσος, δεν (απο)μένει (τίποτα άλλο) παρά/εκτός από βλ. απομένω, δεν έμεινε πέτρα πάνω στην πέτρα βλ. πέτρα, δεν έμεινε ρουθούνι βλ. ρουθούνι, δεν έμεινε/δεν άφησαν (ούτε) κολυμπηθρόξυλο (όρθιο) βλ. κολυμπηθρόξυλο, δεν έμεινε/δεν άφησαν τίποτα όρθιο βλ. τίποτα, δεν μου έμεινε άντερο βλ. άντερο, είμαι/έχω μείνει ταπί (και ψύχραιμος) βλ. ταπί1, έμεινα με τη γλύκα βλ. γλύκα, έμεινα με την εντύπωση βλ. εντύπωση, έμεινα με την όρεξη βλ. όρεξη, έμεινε (ο) μισός βλ. μισός, ζω/μένω/είμαι στη σκιά βλ. σκιά, η κακία θα σου μείνει! βλ. κακία, θα/να/ας μείνει ανάμεσά μας/μεταξύ μας βλ. ανάμεσα, κάθομαι/μένω/περιμένω/στέκομαι με σταυρωμένα/δεμένα χέρια/σταυρώνω τα χέρια βλ. σταυρώνω, μ' έπιασε/έπαθα/έμεινα από λάστιχο βλ. λάστιχο, μένω (απ') έξω βλ. έξω, μένω άγαλμα βλ. άγαλμα, μένω αμανάτι βλ. αμανάτι, μένω άφωνος βλ. άφωνος, μένω κάγκελο βλ. κάγκελο, μένω μετεξεταστέος βλ. μετεξεταστέος, μένω μπουκάλα βλ. μπουκάλα, μένω πίσω βλ. πίσω, μένω σέκος βλ. σέκος, μένω στο ράφι βλ. ράφι, μένω στον δρόμο βλ. δρόμος, μένω/αφήνω κόκαλο βλ. κόκαλο, μένω/γίνομαι στήλη άλατος βλ. στήλη, μένω/είμαι ρέστος βλ. ρέστος, μένω/είμαι στεγνός βλ. στεγνός, μένω/ζω/είμαι στο νοίκι βλ. νοίκι, μπαίνει/μένει στο ράφι βλ. ράφι, να μου λείπει (το βύσσινο) βλ. λείπω, πέθανε/έμεινε στην ψάθα βλ. ψάθα, περνά/μένει απαρατήρητο(ς) βλ. απαρατήρητος, περνά/μένει/μπαίνει στην ιστορία βλ. ιστορία, στέκομαι/μένω στο πόδι κάποιου βλ. πόδι [< αρχ. μένω]

όργανο

όργανο[ὄργανο] όρ-γα-νο ουσ. (ουδ.) {οργάν-ου | -ων} 1. ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. συνδυασμός ιστών που επιτελούν συγκεκριμένη λειτουργία: ζωτικό ~. ~ του ανθρώπου/ζώου/φυτού. Τα κύτταρα του ~ου. Τα ~α του αναπνευστικού συστήματος (π.χ. πνεύμονες). 2. ΜΟΥΣ. κάθε μηχανική διάταξη που παράγει μουσική, μουσικό ήχο: λαϊκό/παραδοσιακό ~. Σολιστικό/συνοδευτικό ~. Έγχορδα/κρουστά/πνευστά ~α. Αναγεννησιακά/αρχαιοελληνικά/μεσαιωνικά ~α. Τα ~α της ορχήστρας. Σολίστ του ~ου. Με συνοδεία ~ων. 3. εργαλείο, εξάρτημα ή συσκευή που χρησιμοποιείται κυρ. στην επιστήμη ή την τεχνολογία για την εκτέλεση λειτουργίας· γενικότ. μέσο: αναλυτικό/αξιόπιστο/ευαίσθητο/πολύπλοκο/φορητό ~. Αναλογικό/ηλεκτρονικό/ψηφιακό ~. Ανιχνευτικά/αστρονομικά/γεωμετρικά/ιατρικά/μετεωρολογικά/μετρητικά/ναυτιλιακά/οπτικά/τοπογραφικά ~α. ~ (κατα)γραφής/ελέγχου/παρατήρησης. ~α ακριβείας. Τα ~α του εργαστηρίου/χημείου. Τα ~α του αυτοκινήτου.|| (ΓΥΜΝ.) ~α αεροβικής/προπόνησης (π.χ. κοιλιακών).|| Μαχαίρι που έγινε φονικό ~.|| (μτφ.) Η γλώσσα ως ~ επικοινωνίας. Γλωσσικό ~. 4. επίσημα συγκροτημένη ομάδα ατόμων ή Αρχή που έχει επιφορτιστεί με συγκεκριμένες αρμοδιότητες: διεθνές/κοινοτικό/κρατικό/κυβερνητικό/περιφερειακό ~. Αιρετά/γνωμοδοτικά/διακλαδικά/διαχειριστικά/δικαιοδοτικά/διοικητικά/ελεγκτικά/επιτελικά/εποπτικά/θεσμικά/καθοδηγητικά/πανεπιστημιακά/πειθαρχικά/συλλογικά ~α. ~ εκπροσώπησης (εργαζομένων). Το ανώτατο ~ του κόμματος. Συνεδρίαση τοπικού συντονιστικού ~ου. Τα ~α της ένωσης/του οργανισμού/του συνδέσμου. Εντεταλμένα ~α της Πολιτείας.|| Μονομελές ~. 5. (μτφ.-μειωτ.) για πρόσωπο ή πράγμα που χρησιμοποιείται ως μέσο προώθησης αθέμιτου, ιδιοτελούς σκοπού: άβουλο/πιστό/τυφλό ~. Την έχει κάνει πειθήνιο ~ό του. Πβ. μαριονέτα, πιόνι, υποχείριο.|| Το έντυπο αποτέλεσε ~ προπαγάνδας. 6. (ευφημ.) πέος ή αιδοίο: ανδρικό/γυναικείο ~. ● Υποκ.: οργανάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: δωρεά οργάνων (σώματος): ΙΑΤΡ. εθελοντική προσφορά οργάνων για μεταμόσχευση είτε από ζώντες δότες είτε από πτωματικούς (οι οποίοι είχαν υπογράψει εν ζωή σχετική δήλωση δωρεάς): ~ ~ και ιστών. [< γαλλ. don d'organe] , εκκλησιαστικό όργανο: ΜΟΥΣ. όργανο με πλήκτρα εφοδιασμένο με ειδικούς αυλούς, καθένας από τους οποίους παράγει διαφορετικό ήχο μέσω του αέρα που διοχετεύεται σε αυτούς από φυσητήρες. Βλ. ύδραυλις., εμπόριο/εμπορία οργάνων & λαθρεμπόριο οργάνων: παράνομη αγοραπωλησία ανθρώπινων οργάνων με σκοπό τη μεταμόσχευσή τους. [< αγγλ. (human) organ trafficking] , μηχανικά (μουσικά) όργανα: ΜΟΥΣ. που παράγουν μουσική μηχανικά, χωρίς δηλ. εκτελεστή (π.χ. λατέρνα)., όργανο της τάξης/τάξεως: αστυνομικός., πολιτειακά όργανα: ΠΟΛΙΤ. μέσω των οποίων ασκούνται οι λειτουργίες της Πολιτείας (Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Βουλή, Κυβέρνηση, Δικαστήρια, Διοίκηση, Τοπική Αυτοδιοίκηση)., αισθητήριο (όργανο) βλ. αισθητήριος, αστυνομικά όργανα βλ. αστυνομικός, γεννητικά/αναπαραγωγικά όργανα βλ. γεννητικός, δωρητής οργάνων (σώματος) βλ. δωρητής, εκτελεστικό όργανο βλ. εκτελεστικός, ευγενή όργανα βλ. ευγενής, κωπηλατικό (μηχάνημα/όργανο) βλ. κωπηλατικός, μίσθαρνο όργανο βλ. μίσθαρνος, πειθήνιο όργανο βλ. πειθήνιος, ψυχικό όργανο βλ. ψυχικός ● ΦΡ.: άρχισαν τα όργανα (μτφ.-ειρων.): ξεκίνησε κάτι που αναμένεται συνήθ. να εξελιχθεί αρνητικά: ~ ~ με απεργιακές κινητοποιήσεις., εν χορδαίς και οργάνοις βλ. χορδή [< 1,3,6: αρχ. ὄργανον 2: ιταλ. organo 4,5: γαλλ. organe]

παράταξη

παράταξηπα-ρά-τα-ξη ουσ. (θηλ.) 1. οργανωμένη ομάδα με κοινές ιδεολογικές ή/και πολιτικές αρχές· ειδικότ. πολιτικό κόμμα: ανεξάρτητη/αριστερή/δεξιά/δημοκρατική/προοδευτική/συντηρητική/φιλελεύθερη ~. Η διοικούσα/κυβερνώσα (ή κυβερνητική)/πλειοψηφούσα ~. Ιστορική ~. Δημοτικές/κομματικές/συνδικαλιστικές/φοιτητικές ~άξεις. Αντιμαχόμενες/αντίπαλες ~άξεις. Ο αρχηγός/ο ιδρυτής/τα μέλη/η νεολαία/οι οπαδοί/το ψηφοδέλτιο (βλ. συνδυασμός)/οι ψηφοφόροι μιας ~ης. Συνεργασία ~άξεων (πβ. σύμπραξη, συνασπισμός). Πρόσκειμαι σε μια ~ (πβ. στρατόπεδο). Αποχώρησε (βλ. αποσκιρτώ, αποσχίζομαι, αυτομολώ)/διαγράφηκε από την ~. Ανήκουν σε διαφορετικές ~άξεις. Πβ. μερίδα. Βλ. συμ~. 2. διάταξη, τοποθέτηση προσώπων ή πραγμάτων το ένα δίπλα στο άλλο ή πίσω από το άλλο· (ΣΤΡΑΤ.) σχηματισμός κατά τον οποίο το στράτευμα είναι παραταγμένο σε στοίχους και ζυγούς· συνεκδ. παραταγμένοι στρατιώτες: αυτοκίνητα σε ~ (= γραμμή, σειρά· βλ. αράδα, καραβάνι, κονβόι).|| Μετωπική/πυκνή ~ (ΣΥΝ. τάξη). Στολή ~άξεων-παρελάσεων. (κ. μτφ.) Σε ~ μάχης. Βλ. ζύγιση, στοίχιση.|| Ένοπλες ~άξεις. Πβ. φάλαγγα. Βλ. αντι~, μέτωπο. 3. ΓΛΩΣΣ. τρόπος σύνδεσης κατά τον οποίο συντακτικά ισοδύναμοι όροι (π.χ. υποκείμενα) ή όμοιες προτάσεις (δηλ. κύριες ή δευτερεύουσες) ενώνονται με παρατακτικούς συνδέσμους: π.χ. Ήρθαν νέοι και παιδιά. Ούτε ξέρω ούτε θέλω να μάθω.|| Σύνταξη κατά ~. Βλ. συγκολλητικές γλώσσες, υπόταξη. ● ΦΡ.: μάχη εκ παρατάξεως: ΣΤΡΑΤ. στην οποία τα αντίπαλα στρατεύματα είναι παραταγμένα το ένα απέναντι στο άλλο., εν πομπή (και παρατάξει) βλ. πομπή [< 1,2: αρχ. παράταξις 3: γαλλ. parataxe, αγγλ. parataxis, γερμ. Parataxe, Parataxis]

πρώτος

πρώτος, η, ο [πρῶτος] πρώ-τος αριθμητ. τακτ. (σύμβ. 1ος, Α' ή α', Ι) 1. που γίνεται, συμβαίνει, εμφανίζεται πριν από όλους τους άλλους: ~ος: αγώνας/γάμος/γύρος/δίσκος (συγκροτήματος)/μήνας (του χρόνου)/τόμος/ύπνος (= το αρχικό στάδιο)/χορός. ~η: αντίδραση/απόπειρα/άφιξη (πλοίου)/έκδοση/εκδοχή/επαφή/εργασία/νίκη/παράσταση/προσπάθεια/τιμή (= αρχική). ~ο: αεροπλάνο/ημίχρονο/ραντεβού/σχέδιο (βλ. προσχέδιο)/φιλί. ~α: άνθη. Ο ~ παγκόσμιος πόλεμος. Η ~η μέρα της εβδομάδας (= η Κυριακή)/του έτους (= πρωτοχρονιά)/του μήνα (= πρωτομηνιά). Κέρδισε την ~η παρτίδα. Ολοκληρώθηκε η ~η φάση του έργου. Η ~η νύχτα του γάμου. Απέκτησαν το ~ο τους παιδί. Το ~ο λεπτό της ώρας/τέταρτο της Σελήνης/φως της ημέρας (πβ. λυκαυγές). Περιμένω το ~ο λεωφορείο/τρένο. Είναι στο ~ο έτος της Ιατρικής. Η αμεσότητα της ~ης εντύπωσης. Οι ~οι έρωτες της εφηβείας. Τα ~α χρόνια της ζωής/των σπουδών του. Τα ~α τεύχη του περιοδικού. ΑΝΤ. τελευταίος (1) 2. που βρίσκεται στην αρχή μιας σειράς, ακολουθίας: ~ος: στίχος. ~η: διαφάνεια/πρόταση/σελίδα/στροφή. ~ο: θρανίο/πάτωμα/σπίτι. Άρθρο ~ο. Το ~ο κεφάλαιο/μέρος ενός βιβλίου. Ο ~ αριθμός/το ~ο όνομα στον κατάλογο. Το ~ο στοιχείο του περιοδικού πίνακα είναι το υδρογόνο. Θα στρίψετε στον ~ο δρόμο δεξιά. ~ο γραφείο/~η πόρτα/~ο κτίριο αριστερά.|| (για πρόσ.) Είναι ~ στην ουρά. Βγήκε ~η από το σινεμά. Έφτασε/μίλησε ~.|| (ΓΡΑΜΜ.) ~ο: πρόσωπο. ~η: κλίση.|| ~ο (Α'/1ο) Γυμνάσιο/Ενιαίο Λύκειο (μιας πόλης). 3. που προηγείται όλων των άλλων ως προς την αξία, τη σημασία, την ποιότητα, την ποσότητα, τη συχνότητα, το αξίωμα· κατ' επέκτ. βασικός, πρωταρχικός, αναγκαίος, στοιχειώδης: (για πρόσ.) ~ος: σκόρερ/(ΙΣΤ.) ύπατος (αρμοστής).|| ~ος: τουριστικός προορισμός. ~η: δύναμη/ομάδα/χώρα. ~ο: βραβείο/καθήκον/μέλημα. Η ~η σημασία μιας λέξης (= η πιο συχνή, βασική). Η ~η κατοικία (σε αντίθεση με την εξοχική). Ο ~ πολίτης της χώρας (= ο αρχηγός του κράτους). Ο ~ δημότης (= ο δήμαρχος). (λόγ.) ~ τη τάξει. Ο ~ λαχνός. Είναι ο ~ μαθητής στην τάξη. ~ στόχος της κυβέρνησης είναι ... Είναι/έρχεται ~ στις προτιμήσεις του κοινού. Μπήκε/πέρασε ~ στη σχολή. Τερμάτισε ~η. Αναδείχτηκε ~η στον διαγωνισμό. Η εταιρεία είναι ~η στον κόσμο σε πωλήσεις. Είναι η ~η επιλογή των καταναλωτών. Κρασί ~ης ποιότητας. Εστιατόριο/ξενοδοχείο ~ης κατηγορίας. Παρέχω στο νεογέννητο τις ~ες φροντίδες. Τα ~α γράμματα.|| (ΦΙΛΟΣ.) ~η: αιτία/αλήθεια/ουσία. Το νερό ως ~η αρχή. 4. που δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμη, πρόχειρος: μια ~η προσέγγιση του θέματος. Μια ~η ματιά στα γεγονότα. Έγινε μια ~η αποτίμηση/εκτίμηση των αποτελεσμάτων. Πήρα μια ~η γεύση από το βιβλίο. ● Ουσ.: πρώτη (η) 1. (κ. με κεφαλ. Π) ενν. τάξη σχολικής βαθμίδας (σύμβ. Α΄): Πάει (στην)/τελείωσε την ~ Δημοτικού/Γυμνασίου/Λυκείου. 2. η ταχύτητα με την οποία αρχίζει να κινείται ένα όχημα: Βάζω ~. 3. πρεμιέρα: επίσημη/παγκόσμια ~. 4. η ημέρα με την οποία αρχίζει ο μήνας: ~ Μαΐου (= Πρωτομαγιά)/Ιουνίου., πρώτο (το) 1. το λεπτό της ώρας: Τερμάτισε με χρόνο έξι ~α και τριάντα δεύτερα. 2. ΦΥΣ.-ΧΗΜ. πρωτόνιο., πρώτος (ο) 1. το πρόσωπο που προηγείται σε μια σειρά: Ας περάσει ο ~ (ενν. στην ουρά). Ήταν ο ~ που αντιστάθηκε. Είναι μεταξύ των ~ων. Ο ~ των ~ων. 2. (προφ.) ο πρώτος όροφος κτιρίου: Μένει στον ~ο. 3. (συνήθ. στη γεν., σε ανάγνωση ημερομηνίας γραμμένης με αριθμούς) ενν. μήνας, ο Ιανουάριος: στις 5/01/... (: πέντε ~ου). 4. ο ανώτερος ιεραρχικά καπετάνιος ή μηχανικός του πλοίου. 5. ΕΚΚΛΗΣ. ο μοναχός που προεδρεύει στις συνάξεις ή βρίσκεται στην ιεραρχία μετά τον ηγούμενο. ● ΣΥΜΠΛ.: πρώτη ηλικία: η βρεφική και νηπιακή ηλικία· συνεκδ. τα νήπια., πρώτη θέση 1. αυτή που προηγείται όλων των άλλων σε βαθμολογική κυρ. κατάταξη: Διατήρησε/διεκδικεί/εξασφάλισε/κατέκτησε/κατέλαβε/κέρδισε/πήρε την ~ ~. Ανέβηκε/βρέθηκε/επανήλθε/κατατάσσεται/παραμένει/τερμάτισε στην ~ ~.|| Έχει την ~ ~ στη ζωή μου. 2. η πιο ακριβή θέση σε μέσο μεταφοράς: Ταξιδεύει (στην) ~ ~. Καμπίνα/σαλόνι ~ης ~ης. Πβ. διακεκριμένη θέση., πρώτη φωνή: ΜΟΥΣ. η βασική, η κύρια φωνή. Πβ. πρίμο., πρώτο χέρι: για προϊόν που αγοράζεται ολοκαίνουργιο ή για χειρωνακτική εργασία (κυρ. βάψιμο) που αποτελεί τη βάση για τις επόμενες: (σε αγγελία:) Πωλείται αυτοκίνητο σε άριστη κατάσταση, ~ ~.|| Στέγνωσε το ~ ~. Βλ. δεύτερο χέρι., πρώτος (αριθμός): ΜΑΘ. φυσικός αριθμός, διάφορος της μονάδας, που διαιρείται μόνο με τον εαυτό του και τη μονάδα: Το 2 είναι ο μοναδικός ζυγός ~ ~., έκτακτης/άμεσης/πρώτης ανάγκης βλ. ανάγκη, μητρική/πρώτη γλώσσα βλ. γλώσσα, πρώτες βοήθειες βλ. βοήθεια, πρώτη Ανάσταση βλ. ανάσταση, πρώτη γραμμή βλ. γραμμή, πρώτη κυρία βλ. κυρία, πρώτη μούρη βλ. μούρη, πρώτη νιότη/νεότητα βλ. νιότη, πρώτη προτεραιότητα βλ. προτεραιότητα, πρώτη ύλη βλ. ύλη, πρώτης (Α')/δεύτερης (Β')/τρίτης (Γ')/τελευταίας διαλογής βλ. διαλογή, πρώτης γραμμής βλ. γραμμή, πρώτο μπόι βλ. μπόι, πρώτο/δεύτερο βιολί βλ. βιολί, πρώτος μεσημβρινός βλ. μεσημβρινός, πρώτος χορευτής βλ. χορευτής, χορεύτρια, πρώτου/δευτέρου/τρίτου βαθμού βλ. βαθμός, σε πρώτο/δεύτερο πλάνο βλ. πλάνο, ταινίες α'/β' προβολής βλ. προβολή ● ΦΡ.: (είσαι/είναι) και ο πρώτος/η πρώτη! (εμφατ.-προφ.): ως έκφραση έντονης επιδοκιμασίας, για να δηλωθεί ότι κάποιος είναι ο καλύτερος: Μεγάλε/μπράβο, είσαι ~ ~! Και το πρώτο παιδί!, από πρώτο χέρι (προφ.): άμεσα, από αξιόπιστη πηγή: Ενημερωθείτε ~ ~. Ξέρουμε ~ ~ τα προβλήματα. Πληροφορίες ~ ~. Έμαθε από ~ ~ τι συνέβη. Βλ. από δεύτερο χέρι. [< γαλλ. de première main] , από τον πρώτο ως τον τελευταίο: όλοι ανεξαιρέτως: Όλοι μας, ~ ~, έχουμε ευθύνη., για πρώτη φορά: για να δηλωθεί ότι κάτι δεν έχει ξαναγίνει, ξανασυμβεί: Κάνω κάτι/πηγαίνω κάπου ~ ~., εν πρώτοις/κατά πρώτον (λόγ.): καταρχάς, προπάντων: Πρέπει να σημειωθεί ~ ~ ότι ... Πβ. πρώτα απ' όλα., έχει τον πρώτο (και τον τελευταίο) λόγο (μτφ.): έχει κυρίαρχο και αποφασιστικό ρόλο: Θέλει να ~ ~ στις εξελίξεις., με την πρώτη ματιά: αμέσως: έρωτας ~ ~ (= κεραυνοβόλος). Την αντιπάθησε/θα σας γοητεύσει/σε κερδίζει ~ ~. Δεν είναι εύκολο να τα δει κανείς όλα ~ ~. [< γερμ. auf den ersten Blick] , με την πρώτη/με το πρώτο: αμέσως: Μπήκε ~ ~ στα βαθιά. Τον αναγνώρισε/τα κατάφερε/πέτυχε ~ ~., οι τα πρώτα φέροντες (αρχαιοπρ.): αυτοί που κατέχουν υψηλές θέσεις: ~ ~ (= οι κορυφαίοι) υπουργοί. Πβ. υψηλά ιστάμενος., παίζει τον πρώτο ρόλο (μτφ.): αποτελεί τον βασικότερο, τον κυρίαρχο παράγοντα: Σε όλες τις ανθρώπινες σχέσεις η εμπιστοσύνη ~ ~. Tα αγνά υλικά ~ουν ~ στην παρασκευή των εδεσμάτων., πρώτης τάξεως/τάξης: πολύ καλός, εξαιρετικός: ~ ~ διαφήμιση/υπηρεσία. Του δίνεται/παρέχεται μια ~ ~ ευκαιρία να αποδείξει την αξία του. ΣΥΝ. πρώτης γραμμής, πρώτος και καλύτερος (συχνά ειρων.): για κάποιον που πρωτοστατεί ή κατέχει την πρώτη θέση σε μια κατάταξη: όπου επεισόδια, αυτός ~ ~! Όλοι, με ~ο και ~ο εσένα, τον κατηγορούσατε!|| ~οι και ~οι στη λίστα των καλεσμένων θα είναι ..., πρώτου μεγέθους: πολύ μεγάλος ή σοβαρός, σπουδαίος, πρωτοφανής: είδηση/έκπληξη/σκάνδαλο ~ ~. Πρόβλημα ~ ~ (: μεγάλων διαστάσεων).|| (για πρόσ.) Εξελίχθηκε σε αστέρι ~ ~., (ο) πρώτος διδάξας/(η) πρώτη διδάξασα βλ. διδάξας, διδάξασα, δεν είναι/είσαι ούτε ο πρώτος ούτε ο τελευταίος που ... βλ. τελευταίος, είδη/αγαθά πρώτης ανάγκης βλ. ανάγκη, είναι η πρώτη και η τελευταία φορά που ... βλ. τελευταίος, εκ πρώτης όψεως/όψης βλ. όψη, κάλλιο/καλύτερα πρώτος στο χωριό, παρά δεύτερος στην πόλη βλ. χωριό, κάνει τα πρώτα (του) βήματα βλ. βήμα, κάνω το πρώτο βήμα βλ. βήμα, κατά κύριο/πρώτο/μείζονα λόγο βλ. κύριος, με την πρώτη/σε πρώτη ευκαιρία βλ. ευκαιρία, με το πρώτο φύσημα (του αέρα/ανέμου) βλ. φύσημα, ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον βαλέτω βλ. αναμάρτητος, ο πρώτος τυχών/τυχόντας βλ. τυχών, οι έσχατοι έσονται πρώτοι (και οι πρώτοι έσχατοι) βλ. έσχατος, πρώτο τραπέζι πίστα βλ. τραπέζι, πρώτος μεταξύ ίσων βλ. ίσος, πρώτος/καλύτερος (και) με διαφορά βλ. διαφορά, σε πρώτη ζήτηση βλ. ζήτηση, τα στερνά τιμούν τα πρώτα βλ. στερνός ● βλ. πρώτα, πρώτον [< αρχ. πρῶτος, γαλλ. premier]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.