ακολουθώ[ἀκολουθῶ] α-κο-λου-θώ ρ. (μτβ. κ. σπάν. αμτβ.) {ακολουθ-είς κ. -άς ...| ακολούθ-ησα, -είται, -ήθηκε, -ούμενος, -ώντας} & (προφ.) ακολουθάω 1. κινούμαι πίσω από κάποιον ή πηγαίνω μαζί του, τον συνοδεύω: ~ τον ξεναγό. Το σκυλί με ~ούσε (: με είχε πάρει από πίσω). Άρχισε να προχωρεί κι ο φίλος του τον ~ησε. Ακολουθήστε (εσφαλμ. ακολουθείστε) με (= ελάτε μαζί μου)! ~ήστε το προπορευόμενο αυτοκίνητο. Βλ. παρ~.|| ~ από κοντά. Τον ~εί σε όλες του τις εκδηλώσεις. Η οικογένειά του τον ~ούσε παντού.|| Οι ενοχές/οι τύψεις τον ~ούσαν (πβ. κατα-διώκω, -τρύχει). Τα λάθη μας μάς ~ούν (: υφιστάμεθα τις συνέπειές τους). Βλ. προηγούμαι. 2. βρίσκομαι ή έρχομαι (χρονικά, τοπικά, σε σειρά) ύστερα από κάτι ή κάποιον, εμφανίζομαι ως συμπλήρωμα ή συνέπεια: ~εί πολιτική διαφήμιση. Στο διάγραμμα/κείμενο/στη σελίδα που ~εί, παρουσιάζεται ... Στο πρωτάθλημα κυριαρχεί ο ... και ~ούν οι ... Στους αιώνες/στα χρόνια που ~ησαν ... (Μετά τα εγκαίνια) θα ~ήσει δεξίωση/συζήτηση. Τις καταρρακτώδεις βροχές ~εί (= διαδέχεται) η διάβρωση του εδάφους. Τις εκρήξεις ~ησε πανικός. Μετά την οικονομική κρίση ~ησε (= επακολούθησε, επήλθε) ανάκαμψη. ~είται η ίδια διαδικασία. Η δήλωσή του ~ήθηκε (: συνοδεύτηκε) από κραυγές ενθουσιασμού. Πβ. συν~. ΣΥΝ. έπομαι 3. κινούμαι προς ορισμένη κατεύθυνση, ασχολούμαι με κάποιο επάγγελμα ή δραστηριότητα: ~ το μονοπάτι. ~ησε τα ίχνη του δραπέτη. Η πομπή ~ούσε τη διαδρομή ...|| (μτφ.) ~ησε τον δρόμο της προόδου. Οι δείκτες ~ησαν ανοδική/καλπάζουσα/φθίνουσα πορεία.|| ~ησε θεωρητικές/τεχνολογικές σπουδές. ~ησε πανεπιστημιακή καριέρα/το επάγγελμα του πατέρα του/τη νομική επιστήμη. 4. (μτφ.) σκέφτομαι ή ενεργώ σύμφωνα με κάτι, τηρώ, εφαρμόζω: ~ μια λύση/μια μέθοδο/τη μόδα/τον νόμο/τις οδηγίες (πβ. εκτελώ)/την παράδοση/την πεπατημένη/μια πολιτική/ένα πρόγραμμα/τις συστάσεις (πβ. συμμορφώνομαι, υπακούω)/μια τακτική. ~ τη γνώμη/τη γραμμή/το παράδειγμα/ένα πρότυπο (πβ. μιμούμαι)/τη συμβουλή κάποιου. ~ μια στάση/έναν τρόπο ζωής. ~εί το ένστικτό του/τη φωνή της καρδιάς/της συνείδησής του. ~ησε τα όνειρά σου! Ο κόσμος ~εί τους χαρισματικούς ηγέτες (: τους αποδέχεται ως αρχηγούς). ~ησε δίαιτα χαμηλή σε λιπαρά/την κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή. Ποιες διατροφικές συνήθειες ~είτε; ~ήθηκε εξατομικευμένη θεραπεία/η συνήθης διαδικασία. Βλ. εξ~. ● ΦΡ.: ακολουθεί τη μοίρα/την τύχη κάποιου: παθαίνει τα ίδια με κάποιον: Ο τόπος ~ησε ~ της υπόλοιπης περιοχής (: σε περιπτώσεις ξένης κατοχής)., ακολούθησε (κάποιον) στον τάφο/στον θάνατο: πέθανε και ο ίδιος ύστερα από μικρό χρονικό διάστημα: Ένα μήνα αργότερα ~ τη γυναίκα του ~., ακολουθώ κάποιον/κάτι με το βλέμμα/με τα μάτια: παρατηρώ κάποιον, κάτι που μετακινείται: Τον ακολούθησε ~, ώσπου εκείνος χάθηκε στην ομίχλη. [< γερμ. jemandem mit den Augen folgen] , ακολουθώ κατά βήμα/βήμα προς βήμα βλ. βήμα, ακολουθώ κατά πόδας βλ. πους, ακολουθώ τα/βαδίζω στα βήματα/χνάρια βλ. βήμα [< αρχ. ἀκολουθῶ, αγγλ. follow, γαλλ. suivre, γερμ. folgen]
θαλαμωτός, ή, ό θα-λα-μω-τός επίθ.: που αποτελείται από θαλάμους: ~ές: σπηλιές. ● ΣΥΜΠΛ.: θαλαμωτός/θαλαμοειδής τάφος: ΑΡΧΑΙΟΛ. που μοιάζει με θάλαμο: μυκηναϊκός ~ ~. Βλ. θολωτός. [< γαλλ. tombe à chambre]
νεκρόποληνε-κρό-πο-λη ουσ. (θηλ.) 1. ΑΡΧΑΙΟΛ. τμήμα αρχαίας πόλης ή οικισμού, που χρησίμευε ως νεκροταφείο: η ~ των Αιγών. 2. (μτφ.) κατεστραμμένη, ερειπωμένη ή έρημη πόλη. [< μτγν. Νεκρόπολις (προάστιο της Αλεξάνδρειας), γαλλ. nécropole, αγγλ. necropolis, ιταλ. necropoli]
ομαδικός, ή, ό [ὁμαδικός] ο-μα-δι-κός επίθ. 1. που εκτελείται από, απευθύνεται ή ανήκει σε ομάδα ή ομάδες ανθρώπων, μαζικός: ~ός: χορός. ~ή: αγωγή/ασφάλιση (εργαζομένων)/διαμαρτυρία/έκθεση καλλιτεχνών/επίθεση/εργασία (πβ. πρότζεκτ)/μετακίνηση/παραγγελία/παραίτηση/προσευχή/προσπάθεια/φυγή/φωτογραφία. ~ό: παιχνίδι/πρόγραμμα. ~ές: απολύσεις/εγγραφές/κρατήσεις. ~ά: μαθήματα/ταξίδια. Ατομική και ~ή συμβουλευτική. ~ή έξοδος των εκδρομέων (= αθρόα). (μτφ.) ~ά πυρά από την αντιπολίτευση. (ΑΘΛ.) ~ό: αγώνισμα/(πρωτ)άθλημα.|| (ΔΙΑΔΙΚΤ.) ~ή: αλληλογραφία (βλ. σπαμ)/ανάρτηση (σε μπλογκ).|| (ως ουσ.) Τελικός ~ού Γυναικών στην τοξοβολία. 2. που σχετίζεται με ομάδα ανθρώπων ή την χαρακτηρίζει: ~ή: νοοτροπία/συμπεριφορά. ~ό: κλίμα/πνεύμα/συμφέρον.|| (για πρόσ., κυριολ. και μτφ.) Του αρέσει να συνεργάζεται με τους άλλους, είναι ~ παίκτης. Βλ. δι~, ενδο~, προσωπικός. ΣΥΝ. συλλογικός ΑΝΤ. ατομικός (1) ● επίρρ.: ομαδικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: ομαδική ψυχολογία: ΨΥΧΟΛ. κοινωνική ψυχολογία., ομαδικός τάφος: στον οποίο έχουν ενταφιαστεί πολλοί νεκροί, συνήθ. θύματα πολέμου, χωρίς να αναφέρονται τα ονόματά τους., μαζική υστερία βλ. υστερία, ομαδική ψυχοθεραπεία/ομαδική θεραπεία βλ. ψυχοθεραπεία [< μεσν. ομαδικός, γαλλ. collectif]
πόδιπό-δι ουσ. (ουδ.) {ποδ-ιού | -ιών} 1. καθένα από τα κάτω άκρα ανθρώπου ή ζώου· ειδικότ. άκρο πόδι: αδύνατα (βλ. κανιά)/κοντά/μακριά/ξεκούραστα/στραβά/ταλαιπωρημένα/τεχνητά/ψηλά ~ια. Κάκωση/πόνος στο ~. Με το ένα ~ πάνω στο άλλο/με τα ~ια σταυρωμένα (= σταυρο~). Στραμπούληξε/έσπασε/έχασε το ~ του (βλ. ανάπηρος, κουτσός). Έκανε ακτινογραφία/τραυματίστηκε/υπέστη κάταγμα στο ~. Μαζεύω/τεντώνω τα ~ια μου. Βλ. κνήμη, μηρός.|| Βρόμικα/ξυπόλυτα/πρησμένα ~ια. Τα δάκτυλα/η καμάρα/τα νύχια/το πέλμα/το τόξο του ~ιού. Κακοσμία (= ποδαρίλα)/περιποίηση (= πεντικιούρ) ~ιών. Ίχνη ~ιών. Βλ. πατούσα, πλατυποδία.|| Τα μπροστινά/πίσω ~ια της αρκούδας/του σκύλου. Τα ~ια της αράχνης/μέλισσας. Πτηνό με μακριά και λεπτά ~ια (βλ. πελαργός). ΣΥΝ. ποδάρι 2. (μτφ.) καθετί με παρόμοια μορφή, κυρ. στήριγμα αντικειμένου στο κάτω μέρος του: τα ~ια της καρέκλας/του κρεβατιού/του τραπεζιού. Τα ~ια του πιάνου. Πλαστικά ~ια επίπλων. || Ποτήρια με (= κολονάτα)/χωρίς ~. Αγγείο με χαμηλό (βλ. κύλικα)/ψηλό ~.|| Το πρώτο/δεύτερο/τρίτο ~ της Χαλκιδικής. 3. (μτφ.) το κατώτερο τμήμα: στα ~ια του βουνού (= πρόποδες). 4. ΜΕΤΡΟΛ. (σύμβ. ft ή ′) μονάδα μήκους, κυρ. του αγγλικού και αμερικανικού συστήματος, ίση περ. με το ένα τρίτο του μέτρου: αγγλικό/διεθνές ~ (: 0,3048 μέτρα). Βλ. γιάρδα, ίντσα. ● Μεγεθ.: ποδάρα (η): ΣΥΝ. αρίδα (1) ● ΣΥΜΠΛ.: άκρο πόδι & (λόγ.) άκρος πους {άκρου ποδός}: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. το τελικό τμήμα του κάτω άκρου, που αποτελείται από τον ταρσό, το μετατάρσιο και τα δάχτυλα: Το ~ ~ στηρίζει το βάρος του σώματος., πήλινα/ξύλινα/γυάλινα πόδια (μτφ.): αδύναμη, σαθρή βάση: Η εταιρεία/χώρα αποδείχτηκε γίγαντας/κολοσσός με ~ ~. Η ανάπτυξη/οικονομία πατά/στηρίζεται σε ~ ~. Βλ. χάρτινη τίγρη. [< γαλλ. pieds d'argile] , διαβητικό πόδι βλ. διαβητικός, πόδι της χήνας βλ. χήνα, πόδι του αθλητή βλ. αθλητής, αθλήτρια, χέρι/πόδι αλφάδι βλ. αλφάδι ● ΦΡ.: (βάζω) τα πόδια στην πλάτη/στον ώμο (προφ.): φεύγω τρέχοντας: Ο κλέφτης έφυγε με ~ ~. Πβ. την κοπανάω.|| (μτφ.) Έχουν βάλει ~ ~ για να τηρηθεί το χρονοδιάγραμμα., (δεν) με κρατούν/βαστούν τα πόδια μου (προφ.): (δεν) αντέχω σωματικά: Δεν ~ ~ από την εξάντληση/κούραση. Είμαι πτώμα, δεν με ~ άλλο ~ μου. Εργάζομαι ακόμη, όσο με ~ ~ μου., αφήνω κάποιον στο πόδι μου (προφ.): τον βάζω στη θέση μου ως αντικαταστάτη., βάζω πόδι (προφ.): εισέρχομαι, διεισδύω: Η πολυεθνική έβαλε ~ στην ελληνική αγορά., δεν μπορώ να πάρω/σύρω τα πόδια μου (προφ.): νιώθω αδύναμος, εξουθενωμένος: ~ ~ απ' την κούραση/το ξενύχτι.|| Πάρε τα ~ σου! (= κουνήσου, περπάτα)!, δίνω/παίρνω/τρώω πόδι (προφ.) & (λαϊκό) δίνω/παίρνω πασαπόρτι: διώχνω/με διώχνουν: Του 'δωσε ~ (: τον πέταξε έξω).|| Έφαγε/πήρε ~ απ' τη δουλειά (= απολύθηκε)., με τα πόδια: περπατώντας: Ήρθαμε/κάναμε βόλτα/πήγαμε ~ ~. Η πλατεία βρίσκεται πέντε λεπτά ~ ~ απ' τη στάση του μετρό. Πβ. πεζή., με το ένα πόδι/με τα δυο πόδια στον τάφο (προφ.): για ετοιμοθάνατο ή πολύ ηλικιωμένο άτομο: Είναι ~ ~. ΣΥΝ. τον περιμένουν, με χέρια και με πόδια & με πόδια και με χέρια (μτφ.-προφ.) 1. με απόλυτη σιγουριά, χωρίς κανέναν ενδοιασμό: Ψηφίζω ~ ~. Βλ. δαγκωτός.|| Υπογράφω ~ ~. Πβ. προσυπογράφω. 2. με όλη μου τη δύναμη: Αντιστάθηκα ~ ~., μου κόπηκαν τα πόδια (μτφ.-προφ.): παρέλυσα: Μας είχαν κοπεί ~ από την κούραση.|| Ένιωθε την πείνα/τον φόβο να του κόβει ~. Πβ. μου κόπηκαν τα ήπατα., μπερδεύομαι/μπλέκομαι/ανακατεύομαι/μπαίνω/είμαι (μέσα) στα πόδια κάποιου (προφ.): τον εμποδίζω να κινηθεί ελεύθερα με το να βρίσκομαι πολύ κοντά του και κατ' επέκτ. αναμειγνύομαι στις υποθέσεις του: Μην μπερδεύεσαι ~ μου την ώρα που κάνω δουλειά!, όποιος δεν έχει μυαλό, έχει πόδια/ποδάρια (παροιμ.): όποιος δεν προνοεί, ταλαιπωρείται., ρίχνομαι/πέφτω/σέρνομαι στα πόδια (κάποιου) (προφ.): τον παρακαλώ θερμά, τον ικετεύω. ΣΥΝ. πέφτω στα γόνατα, πέφτω στα τέσσερα [< γαλλ. se traîner aux pieds de quelqu' un] , στέκομαι/μένω στο πόδι κάποιου (μτφ.-προφ.): τον αντικαθιστώ: Θα σταθείς ~ ~ μου, να πεταχτώ μια στιγμή στην τράπεζα;, στο πόδι (προφ.): βιαστικά, πρόχειρα: Έγραψε το κείμενο ~ ~. Όλα έγιναν ~ ~ (= τσαπατσούλικα). Πβ. στο γόνατο., το βάζω στα πόδια (προφ.): φεύγω, τρέχω και γενικότ. απομακρύνομαι γρήγορα από μια επικίνδυνη, δύσκολη, δυσάρεστη κατάσταση: Το έβαλε ~ ~ πανικόβλητος/σαστισμένος/τρομαγμένος/φοβισμένος. Το έβαλε ~ ~ για να γλιτώσει. Της άρπαξε την τσάντα και το έβαλε ~ ~. Πβ. παίρνω δρόμο.|| (μτφ.) Δεν ~ ~ σε κάθε δυσκολία., τρεχάτε/βαστάτε ποδαράκια μου (να μη σας χέσει ο κώλος μου) (προφ.): για κατάσταση που απαιτεί να σπεύσει κάποιος., απλώνω τα πόδια μου μέχρι/ως εκεί που φτάνει το πάπλωμά μου βλ. πάπλωμα, βάζω φτερά (στα πόδια) βλ. φτερό, δοκιμάζει το πόδι/το χέρι (του) βλ. δοκιμάζω, η γη/το έδαφος χάνεται/φεύγει/υποχωρεί/γλιστράει/τρίζει κάτω από τα πόδια μου βλ. έδαφος, θα σου κόψω τα πόδια! βλ. κόβω, κόβονται/λύνονται/τρέμουν τα γόνατά/τα πόδια μου βλ. γόνατο, με την μπάλα στα πόδια βλ. μπάλα, πατάει σταθερά στα πόδια του βλ. σταθερός, πατώ πόδι βλ. πατώ, πατώ το πόδι μου (κάπου) βλ. πατώ, σηκώθηκαν τα πόδια να χτυπήσουν το κεφάλι βλ. σηκώνω, σηκώνω στο πόδι βλ. σηκώνω, στέκομαι όρθιος/στα πόδια μου βλ. στέκομαι, στις μύτες (των ποδιών) βλ. μύτη, στύλωσε τα πόδια/τα στύλωσε βλ. στυλώνω, το κόβω με τα πόδια βλ. κόβω, του έβαλε/του έχει βάλει τα δυο πόδια σ' ένα παπούτσι βλ. παπούτσι, τραβά το χαλί κάτω απ' τα πόδια κάποιου βλ. χαλί [< αρχ. πόδιον, αγγλ. foot]
σιωπή
σι-ω-πή ουσ. (θηλ.) 1. κατάσταση κατά την οποία δεν ακούγονται ομιλίες ή θόρυβοι· (στον πληθ.) τα αντίστοιχα χρονικά διαστήματα: απέραντη/ατέλειωτη/βαθιά ~. Η ~ του βυθού/της νύχτας/της φύσης (πβ. ησυχία, σιγαλιά). Στιγμές/ώρες ~ής. Έγινε/έπεσε ~. Επικρατεί απόλυτη ~. Μέσα στη ~. Πβ. σιγή.|| Οι παύσεις και οι ~ές της ταινίας. Φιλμ διαλόγων και ~ών. 2. (κατ' επέκτ.) η στάση του ανθρώπου που δεν θέλει ή δεν μπορεί να εκφράσει την άποψή του, να απαντήσει ή να αντιδράσει σε κάτι: αδικαιολόγητη/αμήχανη/απρόσμενη/γαλήνια/ένοχη/ενοχλητική/επιβεβλημένη/ηχηρή/θλιβερή/θλιμμένη/περίεργη/πολύσημη/συνειδητή/υποκριτική ~. Η ~ της ντροπής/του τρόμου. Κύκλος/πέπλο/στάση/τείχος ~ής. Το δικαίωμα/σπάσιμο της ~ής. Τηρεί ~ για το θέμα/την υπόθεση. Επέλεξε τη ~. Καταδικάστηκε/κρύβεται στη ~. Προτίμησα την εύγλωττη ~. Μετά την παρέμβασή του, ακολούθησε ~ αμηχανίας. Αντιμετώπισε το ζήτημα με παγερή ~. Εξαγόρασαν τη ~ μας (: για μάρτυρες ή θύματα). Η ~ είναι συνενοχή.|| Ύστερα από μακρά ~ (= αδράνεια, αποχή) ... ● ΣΥΜΠΛ.: (η) συνωμοσία (της) σιωπής: συμφωνία ανάμεσα στα μέλη μιας ομάδας προσώπων να συγκαλύψουν κάτι, αποσιωπώντας το: Εξυφαίνεται μια ~ ~. ~ ~ καλύπτει το φιάσκο. [< γαλλ. la conspiration du silence] , ο νόμος της σιωπής (μτφ.): όταν συγκαλύπτεται κάτι μεμπτό, παράνομο: ο άγραφος ~ ~ και της εκδίκησης. Επικρατεί/σπάει ~ ~. Έχει επιβληθεί ~ ~ για ορισμένα θέματα-ταμπού. Πβ. ομερτά. [< γαλλ. la loi du silence] , εκκωφαντική σιωπή βλ. εκκωφαντικός, η γλώσσα της σιωπής βλ. γλώσσα, νεκρική σιγή/σιωπή βλ. νεκρικός ● ΦΡ.: άκρα (του τάφου) σιωπή (μτφ.): απόλυτη ησυχία: ~ ~ βασιλεύει στην περιοχή. Στην αίθουσα επικρατούσε ~ ~. Τηρείται ~ ~ (για κάτι)., η σιωπή είναι χρυσός (παροιμ.): (σε ορισμένες περιπτώσεις) η σιωπή είναι πολύτιμη: ~ ~, ιδίως όταν δεν έχεις τίποτα καινούργιο να πεις. ΣΥΝ. τα πολλά λόγια είναι φτώχεια [< γαλλ. le silence est d'or] , η σιωπή μου προς απάντησή σου (προφ.): απαξιώ, δεν καταδέχομαι να σου απαντήσω., λύνω τη σιωπή μου: αποφασίζω να μιλήσω έπειτα από αρκετό χρονικό διάστημα, συνήθ. για να αποκαλύψω κάτι: Έλυσε ~ του και απάντησε στις κατηγορίες., σιωπή! (ως προσταγή): μη μιλάς, πάψε: ~ εσύ/παρακαλώ! ~, τώρα μιλάω εγώ. Πβ. σουτ, τσιμουδιά. , (κρατά/τηρεί) αιδήμονα σιωπή(ν)/σιγή(ν) βλ. αιδήμων [< αρχ. σιωπή, αγγλ.-γαλλ. silence]
στέλνωστέλ-νω ρ. (μτβ.) {έστειλ-α, στείλω, στάλ-θηκε (λόγ. εστάλη/εστάλησαν), -θεί (λόγ.) σταλεί, (λόγ. μτχ.) σταλ-θείς, -θείσα, -θέν, -μένος, στέλν-οντας} 1. φροντίζω ώστε να μεταφερθεί κάτι στον προορισμό του ή να φτάσει κάπου: ~ αίτηση/αναφορά/δεδομένα (με υπολογιστή)/έγγραφο/εγκύκλιο στα σχολεία/βιογραφικό/(ανθρωπιστική) βοήθεια/γράμμα/δώρο/ειδοποίηση/εμπόρευμα/εντολή (στον υπολογιστή)/εξώδικο/επιστολή/επιταγή/ιμέιλ/κάρτα/λουλούδια/πληροφορίες/προκήρυξη σε εφημερίδα/πρόσκληση/στοιχεία/συνάλλαγμα/φαξ/φωτογραφία/χρήματα. ~ δέμα αεροπορικώς/διά θαλάσσης/με αντικαταβολή/οδικώς/σιδηροδρομικώς/ταχυδρομικώς (πβ. αποστέλλω). ~ έκκληση/ευχές/τελεσίγραφο/χαιρετίσματα/(αγωνιστικούς) χαιρετισμούς. Μου ~ε ένα φιλάκι. ~ δείγμα για εξέταση/επεξεργασία. ~ κάτι απευθείας/προς ποικίλες κατευθύνσεις. ~θέντα (= απεσταλμένα) μηνύματα (μέσω κινητού). Δοκιμασία ~μένη απ' τον Θεό.|| Η αντλία ~ει καύσιμο στον κύλινδρο (πβ. διοχετεύω). ~ε την μπάλα στα δίχτυα (πβ. κατευθύνω, οδηγώ). Ο πληθωρισμός ~ει τις τιμές στα ύψη. ~ το παλτό για καθάρισμα.|| ~ σήμα/ΣΟΣ. Ο ήλιος ~ει το φως στη Γη. Πβ. (εκ)πέμπω. ΑΝΤ. λαμβάνω (1) 2. ενεργώ έτσι, ώστε να πάει κάποιος κάπου ή να βρεθεί σε μια κατάσταση: (Μια χώρα) ~ει αντιπροσωπεία στον ΟΗΕ/εκπροσώπους στη διάσκεψη/ειρηνευτική δύναμη (/εκστρατευτικό σώμα/παρατηρητές/στρατεύματα/στρατό) στο πεδίο της μάχης/στρατιώτες στον πόλεμο. ~ τα παιδιά για μεταπτυχιακό στο εξωτερικό/για ύπνο/για ψώνια/διακοπές/κατασκήνωση/σε δημόσιο ή σε ιδιωτικό σχολείο/ταξίδι. ~ πελατεία στο μαγαζί/τουρίστες στα νησιά. Με ~αν πίσω/σε αυτή τη διεύθυνση. ~ κάποιον στον ανακριτή/στον διευθυντή (πβ. παραπέμπω)/στο εδώλιο/στον εισαγγελέα/εξορία/(στη) φυλακή. Ο γιατρός τον ~ε να κάνει μια σειρά εξετάσεων. (για πολιτικό ή κόμμα) Η ψήφος του λαού θα μας στείλει στη Βουλή. Τον γρονθοκόπησε και τον ~ε στο νοσοκομείο. Βλ. διαολο~. ● ΦΡ.: με στέλνει/με έστειλε 1. (αργκό) για κάποιον ή κάτι που με αφήνει άφωνο, έκπληκτο: Τώρα, μεγάλε, με έστειλες μ' αυτό που είπες! ΣΥΝ. καραφλιάζω (1), κουφαίνω (2) 2. (οικ.) για κάποιον ή κάτι που με ξετρελαίνει: Τα λαϊκά τραγούδια με στέλνουν!, στέλνω κάποιον σπίτι του (προφ.): τον διώχνω, τον απολύω: Τον θεώρησαν υπεύθυνο και τον έστειλαν ~ ~. Πβ. αποπέμπω., στέλνω κάποιον στο απόσπασμα/στην κρεμάλα & στην καρμανιόλα: για εκτέλεση: Το καθεστώς έστειλε στο εκτελεστικό απόσπασμα χιλιάδες αντιφρονούντες.|| (μτφ.) Έστειλαν στο απόσπασμα (πβ. κατάργησαν) τα δικαιώματα των εργαζομένων., στέλνω/οδηγώ κάποιον στον άλλο κόσμο/στον τάφο/στα θυμαράκια (προφ.): τον σκοτώνω: Έχει στείλει πολύ κόσμο ~ ~. Θα με στείλεις ~ ~ με αυτά που κάνεις!, θα με στείλει/θα με κλείσει στο Δαφνί/στο Δρομοκαΐτειο βλ. Δαφνί, οδηγώ/πηγαίνω/σέρνω/στέλνω/τραβάω/τρέχω (κάποιον) στο δικαστήριο/στα δικαστήρια βλ. δικαστήριο, πέφτω/μπαίνω/βάζω το κεφάλι μου στο στόμα του λύκου βλ. λύκος, στέλνω κάποιον αδιάβαστο βλ. αδιάβαστος, στέλνω κάποιον για βρούβες βλ. βρούβα, στέλνω κάποιον στον διά(β)ολο/στον αγύριστο/από εκεί που ήρθε βλ. διάβολος, στέλνω το(ν) λογαριασμό βλ. λογαριασμός, τον έστειλε για τσάι βλ. τσάι [< μεσν. στέλνω]
υγρός, ή, ό [ὑγρός] υ-γρός επίθ. 1. που έχει ρευστή σύσταση: ~ός: σίδηρος. ~ή: ενέργεια/κόλλα/μελάνη/μορφή/σοκολάτα/τροφή/φάση/χρωματογραφία. ~ό: διάλυμα/καύσιμο/λίπασμα/σαπούνι (= υγροσάπουνο). ~ά: απόβλητα/μέταλλα. Σε ~ή κατάσταση. 2. που έχει υγρασία, έχει βραχεί ή γίνεται μέσα σε υγρό: ~ός: αέρας/καιρός/τοίχος. ~ή: ατμόσφαιρα. ~ό: περιβάλλον/χώμα.|| ~ή: πετσέτα. ~ά: μωρομάντιλα/πανάκια/ρούχα. Πβ. νοτερός, νοτισμένος, νωπός.|| ~ή: αποστείρωση. ΑΝΤ. στεγνός (1) ● ΣΥΜΠΛ.: υγρά σύμφωνα: ΓΡΑΜΜ. οι φθόγγοι λ και ρ., υγρό στοιχείο: το νερό· ειδικότ. οι θάλασσες, τα ποτάμια, οι λίμνες και οι ωκεανοί., υγρός στίβος: ΑΘΛ. τα αθλήματα πισίνας (κολύμβηση, συγχρονισμένη κολύμβηση, υδατοσφαίριση, καταδύσεις)., υγρός τάφος: το υγρό στοιχείο, συνήθ. η θάλασσα για όσους χάνουν τη ζωή τους εκεί μετά από ναυάγιο ή ατύχημα., οθόνη υγρών κρυστάλλων βλ. οθόνη, υγρά λιβάδια βλ. λιβάδι, υγρό άζωτο βλ. άζωτο, υγρό πυρ βλ. πυρ, υγροί κρύσταλλοι βλ. κρύσταλλος [< αρχ. ὑγρός]
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ