Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • ταβέρνα τα-βέρ-να ουσ. (θηλ.): λαϊκό εστιατόριο με τοπική συνήθ. κουζίνα: γραφική/εξοχική/κοσμική/οικογενειακή/παλιά (βλ. ταβερνείο)/παραδοσιακή/παραλιακή (βλ. ψαρο~)/χωριάτικη ~. ~-ψησταριά. ~ με αυλή/με ζωντανή μουσική. Οι θαμώνες/οι πελάτες της ~ας. Πβ. μεζεδοπωλείο, (οινο)μαγειρείο, ουζερί, χασαπο~.|| Iταλική ~ (πβ. τρατορία). ● Υποκ.: ταβερνάκι (το), ταβερνίτσα (η), ταβερνούλα (η) [< μτγν. ταβέρνα, αγγλ. taverna, 1914]