Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • ταγέρ τα-γέρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & ταγιέρ: γυναικείο σύνολο με φούστα και σακάκι από το ίδιο ύφασμα: βραδινό/κλασικό/κομψό/σκούρο ~. Στο γραφείο συνηθίζει να φοράει ~.|| ~ με παντελόνι. Βλ. κοστούμι. ● Υποκ.: ταγεράκι (το) [< γαλλ. tailleur]

κοστούμι

κοστούμιβλ. κουστούμι