τα-λέ-ντο ουσ. (ουδ.) 1. φυσικό χάρισμα, εξαιρετική ικανότητα: αναπτυγμένο/δημιουργικό/εκρηκτικό/καλλιτεχνικό/μαθηματικό/οργανωτικό/πηγαίο/ποιητικό/πολύπλευρο/σπάνιο ~. Συγγραφικό ~ (πβ. δεινότητα, φλέβα). Επιχειρηματικό ~ (πβ. δαιμόνιο). Στερείται ~ου. (Δεν) διαθέτει/έχει ~ στη μουσική (πβ. έφεση, κλίση). Δεν της λείπει το ~. Ανακαλύπτω τα ~α μου.|| (ειρων.) Έχει ~ στην ίντριγκα! ΣΥΝ. τάλαντο22. (συνεκδ.) άτομο με ιδιαίτερες δεξιότητες: ανάδειξη/αναζήτηση/δεξαμενή/διαγωνισμός/προώθηση ~ων. Είναι ανερχόμενο/κρυφό/μεγάλο/τεράστιο/υποτιμημένο ~. ● Υποκ.: ταλεντάκι (το) ● Μεγεθ.: ταλεντάρα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: κυνηγός ταλέντων βλ. κυνηγός [< ιταλ. talento, γαλλ. talent < λατ. talentum < αρχ. τάλαντον]
κυνηγός
κυνηγόςκυ-νη-γός ουσ. (αρσ.) 1. πρόσωπο που ασχολείται με το κυνήγι ζώων: μανιώδης ~. Νόμιμος/παράνομος (= λαθρο~) ~. Επαγγελματίας/ερασιτέχνης ~. ~οί αγριογούρουνων/μπεκάτσας. Βλ. αντι~.|| (ΕΘΝΟΛΟΓ.) Οι άνθρωποι από ~οί-τροφοσυλλέκτες έγιναν κτηνοτρόφοι και γεωργοί. Βλ. νομάδας.|| (για ζώο, κυρ. σκύλο) Το ένστικτο του ~ού. ΣΥΝ. θηρευτής (1) 2. (μτφ.) αυτός που επιδίδεται σε επίμονη αναζήτηση ή επιδιώκει έντονα να πετύχει κάτι: ~ της αλήθειας/της γνώσης/της περιπέτειας/των προκλήσεων/της τελειότητας (= τελειοθήρας)/της τύχης (= τυχοδιώκτης). Πβ. θηρευτής.|| Υπήρξε δεινός ~ του ωραίου φύλου. Πβ. γυναικάς, γυναικοκατακτητής. Βλ. δον ζουάν, καζανόβας.|| (συνήθ. σε ταινίες) ~ επικηρυγμένων/θησαυρών (βλ. χρυσοθήρας)/μαγισσών (βλ. κυνήγι μαγισσών).3. ΑΘΛ. (στο ποδόσφαιρο) παίκτης που παίζει στην επίθεση: διεθνής ~. Πβ. επιθετικός, φορ. ● ΣΥΜΠΛ.: κυνηγοί μετάλλων, κυνηγός κεφαλών1. ΑΝΘΡΩΠ. μέλος πρωτόγονης φυλής που κόβει και διατηρεί τα κεφάλια των εχθρών της ως λάφυρα ή για τελετουργικούς σκοπούς. Βλ. ανθρωποφάγος.2. (κατ' επέκτ.) επαγγελματίας δολοφόνος. Βλ. συμβόλαιο θανάτου.3. (μτφ.) πρόσωπο ή εταιρεία που αναζητά υπαλλήλους υψηλού επιπέδου, για να στελεχώσουν μια επιχείρηση, έναν οργανισμό. [< αγγλ. headhunter] , κυνηγός ταλέντων: επαγγελματίας που αναζητά νέα ταλέντα: ~ ~ δισκογραφικής εταιρείας. Tην ανακάλυψε ένας ~ ~ σε μία πειραματική σκηνή. Πβ. σκάουτερ. Βλ. μάνατζερ. [< αμερικ. talent scout, 1936] [< 1: αρχ. κυνηγός]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.