Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • ταλαιπωρώ [ταλαιπωρῶ] τα-λαι-πω-ρώ ρ. (μτβ.) {ταλαιπωρ-είς ..., -ώντας | ταλαιπώρ-ησα, -ήσει, -ούμαι, -ήθηκα, -ηθεί, -ημένος}: κάνω κακό, βασανίζω: ~ το μυαλό/τα νεύρα/το σώμα μου (= εξαντλώ, καταπονώ)/την υγεία μου (πβ. βλάπτω, επιβαρύνω).|| ~ τους ανθρώπους γύρω μου. Η δουλειά τον έχει ~ήσει πολύ. Πβ. κουράζω, παιδεύω, τριβελίζω.|| ~είται (= υποφέρει) από τους πόνους. Πβ. κατα~. ● βλ. ταλαιπωρημένος [< αρχ. ταλαιπωρῶ]

ταλαιπωρημένος

ταλαιπωρημένος, η, ο τα-λαι-πω-ρη-μέ-νος επίθ.: εξαντλημένος, βασανισμένος: ~οι: επιβάτες. Εμφανώς ~ από την αρρώστια/το ταξίδι. Πβ. καταβεβλημένος, κουρασμένος.|| ~η: επιδερμίδα/όψη. Ενυδατική κρέμα για ~α χέρια (από το κρύο).|| (κατ' επέκτ.) ~ος: λαός (πβ. πολύπαθος). ~η: ζωή (: δύσκολη). ~ες: υπάρξεις/ψυχές (: δυστυχισμένες). ~οι, ξεριζωμένοι πρόσφυγες. Πβ. ταλαίπωρος, τυραννισμένος. ● βλ. ταλαιπωρώ

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.