ταλαιπωρώ [ταλαιπωρῶ] τα-λαι-πω-ρώ ρ. (μτβ.) {ταλαιπωρ-είς ..., -ώντας | ταλαιπώρ-ησα, -ήσει, -ούμαι, -ήθηκα, -ηθεί, -ημένος}: κάνω κακό, βασανίζω: ~ το μυαλό/τα νεύρα/το σώμα μου (= εξαντλώ, καταπονώ)/την υγεία μου (πβ. βλάπτω, επιβαρύνω).|| ~ τους ανθρώπους γύρω μου. Η δουλειά τον έχει ~ήσει πολύ. Πβ. κουράζω, παιδεύω, τριβελίζω.|| ~είται (= υποφέρει) από τους πόνους. Πβ. κατα~. ● βλ. ταλαιπωρημένος [< αρχ. ταλαιπωρῶ]
ταλαιπωρημένος
ταλαιπωρημένος, η, ο τα-λαι-πω-ρη-μέ-νος επίθ.: εξαντλημένος, βασανισμένος: ~οι: επιβάτες. Εμφανώς ~ από την αρρώστια/το ταξίδι. Πβ. καταβεβλημένος, κουρασμένος.|| ~η: επιδερμίδα/όψη. Ενυδατική κρέμα για ~α χέρια (από το κρύο).|| (κατ' επέκτ.) ~ος: λαός (πβ. πολύπαθος). ~η: ζωή (: δύσκολη). ~ες: υπάρξεις/ψυχές (: δυστυχισμένες). ~οι, ξεριζωμένοι πρόσφυγες. Πβ. ταλαίπωρος, τυραννισμένος. ● βλ. ταλαιπωρώ
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.