Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • ταλαντεύομαι τα-λα-ντεύ-ο-μαι ρ. (αμτβ.) {ταλαντεύ-τηκα (λόγ.) -θηκα, -τεί (λόγ.) -θεί, -όμενος} 1. κινούμαι ρυθμικά σε δύο αντίθετες κατευθύνσεις: Το εκκρεμές ~εται πέρα-δώθε (πβ. πάλλομαι). O ακροβάτης ~εται πάνω στο σκοινί. Η βαρκούλα ~εται (= λικνίζεται) στα κύματα. Πβ. παλαντζάρω, ταλαντώνομαι. 2. (μτφ.) είμαι αναποφάσιστος, διχάζομαι: ~εται αν θα βοηθήσει ή όχι.|| ~εται ανάμεσα στο παρόν και το παρελθόν/μεταξύ χαράς και λύπης (: μεταβαίνει από μια κατάσταση σε άλλη). Πβ. παλαντζάρω, πελαγοδρομώ. ΣΥΝ. αμφιταλαντεύομαι [< αρχ. ταλαντεύω]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.