Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • ταλαντούχος , ος/α, ο [ταλαντοῦχος] τα-λα-ντού-χος επίθ. (λόγ.): που είναι προικισμένος με ιδιαίτερο ταλέντο, χάρισμα: ~ος: δημιουργός/ζωγράφος/ηθοποιός/μουσικός/συγγραφέας/φωτογράφος. ~ο: παιδί. Ένας εξαιρετικά/πραγματικά ~ καλλιτέχνης. Βλ. -ούχος1. ΣΥΝ. χαρισματικός ΑΝΤ. ατάλαντος [< αρχ. ταλαντοῦχος 'αυτός που κρατά τους δίσκους της πλάστιγγας, τη ζυγαριά', γαλλ. talentueux, αγγλ. talented, γερμ. talentiert, talentvoll]

-ούχος1

-ούχος1(λόγ.): επίθημα αρσενικών και θηλυκών ουσιαστικών∙ δηλώνει αυτόν που (κατ)έχει ό,τι εκφράζει η πρωτότυπη λέξη: εκατομμυρι~/κεφαλαι~/οικοπεδ~. Συνταξι~.|| Aδει~/δικαι~.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.