Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 4 εγγραφές  [0-4]


  • ταξίδι τα-ξί-δι ουσ. (ουδ.) {ταξιδ-ιού (λόγ.) -ίου}: μετάβαση σε μακρινό συνήθ. τόπο με χρήση μέσου μεταφοράς και παραμονή εκεί για ορισμένο διάστημα: αεροπορικό/θαλάσσιο/οδικό/σιδηροδρομικό ~. Γαμήλιο/εκπαιδευτικό/επαγγελματικό/ομαδικό (: με γκρουπ)/οργανωμένο/υπηρεσιακό ~. Άνετο/αξέχαστο/κοντινό/κουραστικό/μακρύ/ονειρεμένο ~. ~ αναψυχής (πβ. τριπ)/γνωριμίας (με έναν τόπο)/μελέτης. ~ στο εξωτερικό/στα νησιά (βλ. τουρισμός). ~ με αυτοκίνητο/μετ' επιστροφής. ~-αστραπή (= σύντομο). Το ~ του γυρισμού. Διάρκεια/πρόγραμμα ~ιού. Έξοδα ~ιού και διαμονής. Είδη/σετ/τσάντα ~ίου. Ετοιμασίες για το ~. Γραφείο/πρακτορείο ~ίων. Αναμνηστικά από ~ια (βλ. σουβενίρ). Έφυγε για ~. Έχει πάει/λείπει σε ~. Επέστρεψε από ~. Κάνει πολλά ~ια (= ταξιδεύει πολύ).|| (ευχετ.) Καλό ~!|| ~ στο Διάστημα (πβ. αποστολή).|| Το παρθενικό ~ του πλοίου.|| (μτφ.) Εικονικό/μουσικό/φανταστικό ~. ~ στις γεύσεις/στο όνειρο/στο παρελθόν/στον χρόνο (βλ. βουτιά). ~ια του μυαλού. Το ~ του Ήλιου. Πβ. περιπλάνηση. ● Υποκ.: ταξιδάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: το αιώνιο/μεγάλο/τελευταίο/στερνό/αγύριστο ταξίδι (μτφ.-λογοτ.): ο θάνατος: Έφυγε/ξεκίνησε για ~ ~ (πβ. η γειτονιά των αγγέλων)., ταξίδια κινήτρων βλ. κίνητρο, ταξιδιωτικό/τουριστικό πρακτορείο βλ. πρακτορείο, το ταξίδι του μέλιτος βλ. μέλι ● ΦΡ.: ταξίδι χωρίς επιστροφή/γυρισμό (μτφ.): επιλογή που οδηγεί σε αδιέξοδο, προσπάθεια με μικρές πιθανότητες επιτυχίας· ειδικότ. ο θάνατος: Τα ναρκωτικά είναι ένα (εφιαλτικό) ~ ~., ταξίδι ψυχής βλ. ψυχή [< μεσν. ταξίδι < μτγν. ταξείδιον ‘εκστρατεία στο εξωτερικό’, ταξίδιον ‘ταξίδι στο εξωτερικό’]
  • ταξιδιάρης , α, ικο τα-ξι-διά-ρης επίθ. & ταξιδιάρικος 1. που του αρέσουν τα ταξίδια ή ταξιδεύει συχνά: (λογοτ.) ~ικα: πουλιά (= αποδημητικά).|| (μτφ.) ~ικη: φαντασία. 2. (μτφ.) που κάνει το μυαλό, τη φαντασία να ταξιδεύει: ~ικη: διάθεση/μελωδία. ~ικο: τραγούδι. 3. (μτφ.) περαστικός, πρόσκαιρος, εφήμερος: ~ικο: όνειρο. Βλ. -ιάρης. [< 1: μεσν. ταξιδιάρης]
  • ταξιδιώτης τα-ξι-διώ-της ουσ. (αρσ.) , ταξιδιώτισσα (η) (λόγ.): άτομο που ταξιδεύει και ειδικότ. επιβάτης σε μέσο μεταφοράς που διανύει μακρινές αποστάσεις: μοναχικός/περιπλανώμενος ~. Βλ. τουρίστας.|| Το λιμάνι ήταν γεμάτο ~ες.|| (μτφ.) ~ στον χρόνο. Πβ. ταξιδευτής. Βλ. συν~. [< γαλλ. voyageur]
  • ταξιδιωτικός , ή, ό τα-ξι-διω-τι-κός επίθ. (λόγ.): που απευθύνεται στον ταξιδιώτη ή σχετίζεται με τα ταξίδια: ~ός: κατάλογος/οδηγός & οδηγός για ταξίδια/ταξιδιών (: έντυπο με πληροφορίες για διάφορους τόπους)/οργανισμός/σάκος/σύμβουλος. ~ή: απαγόρευση/ασφάλεια (ή ασφάλιση)/βοήθεια/κάρτα/τσάντα (πβ. σακ βουαγιάζ). ~ό: πακέτο (: προσφορά που περιλαμβάνει εισιτήρια, διαμονή και διατροφή)/συνάλλαγμα/φυλλάδιο.~οί: περιορισμοί. ~ές: αναμνήσεις/αποσκευές/εικόνες/εμπειρίες/εντυπώσεις/προτάσεις/συμβουλές/υπηρεσίες. ~ά: έγγραφα (: διαβατήριο, ταυτότητα). Ανακλήθηκε ο ~ περιορισμός.|| ~ός: συγγραφέας. ~ή: λογοτεχνία. ~ό: μυθιστόρημα/ρεπορτάζ. ~ά: ημερολόγια. ● ΣΥΜΠΛ.: ταξιδιωτική οδηγία: εγκύκλιος κυβέρνησης, κράτους ή άλλου επίσημου φορέα με συστάσεις για όσους πρόκειται να ταξιδέψουν σε συγκεκριμένο προορισμό: άτυπη/αυστηρή ~ ~. Το Υπουργείο Εξωτερικών εξέδωσε ~ ~., ταξιδιωτική επιταγή βλ. επιταγή, ταξιδιωτικό γραφείο βλ. γραφείο, ταξιδιωτικό/τουριστικό πρακτορείο βλ. πρακτορείο, ταξιδιωτικός/τουριστικός πράκτορας βλ. πράκτορας, τουριστική βιομηχανία βλ. βιομηχανία

βιομηχανία

βιομηχανίαβι-ο-μη-χα-νί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΟΙΚΟΝ. ο δευτερογενής τομέας της οικονομίας που αφορά την παραγωγή υλικών αγαθών μέσω της μεταποίησης πρώτων υλών, κυρ. με μηχανικά ή/και χημικά μέσα· ειδικότ. κάθε επιμέρους κλάδος του ή συνεκδ. το εργοστάσιο: γεωργική/εξορυκτική/ηλεκτρονική/μεταλλουργική (= μεταλλουργία)/ναυπηγική/οικολογική/πολεμική/πυρηνική/φαρμακευτική/χημική ~. Η εγχώρια/εθνική/παγκόσμια ~. ~ αλουμινίου/αυτοκινήτων (= αυτοκινητο~)/γάλακτος (= γαλακτο~)/δέρματος (= βυρσοδεψία)/ελαστικών/επίπλων (= επιπλοποιία)/ηλεκτρισμού/λιπασμάτων/όπλων (βλ. ΕΒΟ)/πετρελαίου (= πετρελαιο~, βλ. διυλιστήριο)/ποτών (= ποτοποιία)/σιδήρου (= σιδηρουργία)/τροφίμων/υποδημάτων/φαρμάκων (= φαρμακο~)/χάρτου (= χαρτο~). Σύνδεσμος Eλληνικών ~ών (ΣEB). Τμήμα Μηχανολόγων Μηχανικών ~ας.|| Τα απόβλητα/οι εγκαταστάσεις/οι εργάτες μιας ~ας. || Γλωσσική/διαφημιστική/δημιουργική/πολιτιστική ~. Η μουσική ~ (: εταιρείες μουσικής παραγωγής). Η ~ του ελεύθερου χρόνου/της ομορφιάς (: μόδα και καλλυντικά, καλλιστεία)/του σεξ. Πβ. φάμπρικα. Βλ. βιοτεχνία, εκβιομηχάνιση, -βιομηχανία, -ουργία, -ποιία. 2. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) κάθε μαζική και τυποποιημένη παραγωγή, κυρ. για οικονομική εκμετάλλευση: ~ ονείρων/πτυχίων. ● ΣΥΜΠΛ.: αμυντική βιομηχανία: ΟΙΚΟΝ. σύνολο βιομηχανικών μονάδων που κατασκευάζουν και πωλούν οπλικά συστήματα, βαρέα οχήματα και άρματα μάχης., βαριά βιομηχανία 1. ΟΙΚΟΝ. το σύνολο των βιομηχανιών που απαιτούν πολύ υψηλό κεφάλαιο για την κατασκευή μεγάλων εργοστασιακών μονάδων, την αγορά και συντήρηση βαρέος μηχανολογικού εξοπλισμού και την απασχόληση πολλών εργαζομένων. Βλ. αυτοκινητο-, μεγαλο-, πετρελαιο-βιομηχανία. 2. (μτφ.) σημαντικός, ισχυρός τομέας: Ο τουρισμός και η ναυτιλία αποτελούν τη ~ ~ της χώρας μας. [< αγγλ. heavy industry, 1944] , βιομηχανία του θεάματος: επιχειρήσεις που σχετίζονται κυρ. με την τηλεόραση, τον κινηματογράφο, το θέατρο, τη μουσική και τον αθλητισμό. ΣΥΝ. σοουμπίζ [< αγγλ. entertainment industry, 1951] , ελαφρά βιομηχανία & ελαφριά βιομηχανία: που παράγει είδη πρώτης ανάγκης και καταναλωτικά αγαθά, όπως η βιομηχανία τροφίμων, ενδυμάτων, υποδημάτων, ηλεκτρικών ειδών και η υφαντουργία., τουριστική βιομηχανία & ταξιδιωτική βιομηχανία: τουριστικές επιχειρήσεις (ξενοδοχεία, ταξιδιωτικά γραφεία) και γενικότ. υπηρεσίες που σχετίζονται με τον τουρισμό και αφορούν τη διαμονή, τη διατροφή ή/και τη διασκέδαση. [< αγγλ. tourist industry, 1938] [< μτγν. βιομηχανία 'εξεύρεση των απαραίτητων για τη ζωή', γαλλ. industrie, γερμ. Industrie, αγγλ. industry]

γραφείο

γραφείο[γραφεῖο] γρα-φεί-ο ουσ. (ουδ.) 1. έπιπλο με τη μορφή συνήθ. μακρόστενου τραπεζιού με ή χωρίς συρτάρια, στο οποίο γράφει, μελετά ή εργάζεται κάποιος και συνεκδ. το δωμάτιο στο οποίο βρίσκεται: δρύινο/μεταλλικό/ξύλινο ~. ~ ηλεκτρονικού υπολογιστή (: εργονομικό έπιπλο με ενσωματωμένο συρόμενο συρτάρι για την τοποθέτηση πληκτρολογίου).|| Άνετο/ευρύχωρο ~. 2. χώρος στον οποίο ασκεί τις δραστηριότητές της μια επιχείρηση ή ένας οργανισμός: αρχιτεκτονικό/ασφαλιστικό/διαφημιστικό/δικηγορικό/ιδιωτικό/λογιστικό/(κτηματο)μεσιτικό/μελετητικό/μεταφραστικό/ναυτιλιακό/τεχνικό/τουριστικό/φοροτεχνικό ~. Στελέχη/υπάλληλοι ~ου. Το προσωπικό του ~ου. Μηχανοργάνωση ~ου. Τα ~α της εφημερίδας. Τα κεντρικά ~α της εταιρείας. Ανοίγω/διατηρώ/ιδρύω ~. Έκλεισε το ~. Στο ~ της ανακρίτριας οδηγήθηκε ο κατηγορούμενος. Έρευνα ~ου (: έρευνα αγοράς που γίνεται χωρίς να μετακινηθεί κανείς από το γραφείο, αξιοποιώντας πληροφορίες από ήδη υπάρχουσες πηγές ή το διαδίκτυο). Κάνει δουλειά ~ου. Βλ. επαγγελματική στέγη.|| (συνεκδ.) Κέρασα όλο το ~ (ενν. τους συναδέλφους). 3. υπηρεσία, κυρ. δημόσια ή κοινής ωφέλειας, με συγκεκριμένες αρμοδιότητες: ευρωπαϊκό/προξενικό/στρατολογικό ~. ~ αθλητισμού/δημοσίων σχέσεων/εκπαίδευσης/ευρέσεως εργασίας/κοινωνικής μέριμνας/πληροφοριών/υποστήριξης. Βλ. τηλε~. ● Υποκ.: γραφειάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: γραφείο τελετών/κηδειών: επιχείρηση που αναλαμβάνει τις διαδικασίες ταφής νεκρού και τα μνημόσυνα., πολιτικό/εκτελεστικό γραφείο ΠΟΛΙΤ. 1. ανώτατο καθοδηγητικό όργανο κόμματος· πολίτ μπιρό. 2. το επιτελείο ή το γραφείο ενός πολιτικού: το ~ ~ του (πρωθ)υπουργού. [< γαλλ. bureau politique] , ταξιδιωτικό γραφείο & γραφείο ταξιδίων: επιχείρηση που οργανώνει ομαδικές συνήθ. εκδρομές στην Ελλάδα ή το εξωτερικό. Πβ. ταξιδιωτικό/τουριστικό πρακτορείο. [< αγγλ. travel agency, 1927] , ώρες γραφείου: χρονικό διάστημα λειτουργίας επιχείρησης, οργανισμού ή υπηρεσίας: ~ ~ : Πέµπτη 10.00-13.00. Βλ. ώρες/ωράριο λειτουργίας., γραφείο αποκομμάτων βλ. απόκομμα, γραφείο αρωγής βλ. αρωγή, γραφείο διαμεσολάβησης βλ. διαμεσολάβηση, γραφείο διασύνδεσης βλ. διασύνδεση, Γραφείο Εναρμόνισης (στην Εσωτερική Αγορά) βλ. εναρμόνιση, γραφείο κίνησης βλ. κίνηση, γραφείο συνοικεσίων/γνωριμιών βλ. συνοικέσιο, Γραφείο Τύπου βλ. τύπος, εικονικό γραφείο βλ. εικονικός, κινητό γραφείο βλ. κινητός, Οβάλ Γραφείο βλ. οβάλ, σουίτα γραφείου βλ. σουίτα [< 1: μτγν. γραφεῖον 'αρχείο' 2,3: γαλλ. bureau]

επιταγή

επιταγή[ἐπιταγή] ε-πι-τα-γή ουσ. (θηλ.) 1. ΟΙΚΟΝ. έγγραφη τυποποιημένη εντολή προς τρίτον, συνήθ. τράπεζα, να καταβάλει το αναγραφόμενο χρηματικό ποσό από το λογαριασμό του εντολέα στο πρόσωπο που θα προσκομίσει το αξιόγραφο: μεταχρονολογημένη/πλαστή/πληρωτέα/τραπεζική ~. Δίνω/εισπράττω/εκδίδω/κόβω/συμπληρώνω/υπογράφω (την) ~. Πληρώνω/συναλλάσσομαι με ~ές. Ανάκληση/αποστολέας/(αύξων) αριθμός/εκδότης/εμφάνιση (προς πληρωμή)/εξαργύρωση/εξόφληση/ημερομηνία/κομιστής/μεταβίβαση/οπισθογράφηση/παραλήπτης/ποσό/τριτεγγύηση (της) ~ής. Σύμβαση ~ής. Καρνέ/μπλοκ ~ών. ~ σε διαταγή του ... (: με αναγραφή του ονόματος του εντολέα). ~ χωρίς αντίκρισμα (= ακάλυπτη). ~ές σε ευρώ. Πβ. τσεκ. 2. (απαιτ. λεξιλόγ.) εντολή, προσταγή: εθνική/ηθική/κοινωνική/λαϊκή/νομική/συνταγματική ~. (λόγ.) Κατ' ~ή(ν) (κάποιου). Οι ~ές της εποχής/της θρησκείας/των καιρών/της μόδας (= αίτημα). Πβ. κέλευσμα. ● ΣΥΜΠΛ.: λευκή επιταγή & ανοιχτή/εν λευκώ επιταγή 1. (μτφ.) πλήρης εξουσιοδότηση: Απαιτώ/ζητώ/λαμβάνω/παίρνω ~ ~ για ... Του έδωσαν ~ ~ να χειριστεί το ζήτημα (= το ελεύθερο). 2. ΟΙΚΟΝ. επιταγή στην οποία δεν αναγράφεται το χρηματικό ποσό, το οποίο συμπληρώνεται από τον κομιστή της. [< γαλλ. chèque en blanc] , ταξιδιωτική επιταγή: ΟΙΚΟΝ. που εκδίδεται από πιστωτικά ιδρύματα και μεγάλα ταξιδιωτικά πρακτορεία για την εξυπηρέτηση τουριστών, υπογράφεται κατά τη στιγμή της αγοράς και ξανά κατά την εξαργύρωσή της στη χώρα προορισμού για διασφάλιση των χρημάτων από κλοπή της επιταγής ή πλαστογράφησή της. Βλ. πιστωτική κάρτα. [< αγγλ. traveller's check] , ταχυδρομική επιταγή: ΟΙΚΟΝ. γραπτή ονομαστική εντολή για την καταβολή του αναγραφόμενου ποσού, η οποία διαβιβάζεται μέσω ταχυδρομικής υπηρεσίας., ακάλυπτη επιταγή βλ. ακάλυπτος, δίγραμμη επιταγή βλ. δίγραμμος [< 1: γαλλ. chèque, mandat 2: μτγν. ἐπιταγή]

κίνητρο

κίνητροκί-νη-τρο ουσ. (ουδ.) {κινήτρ-ου | -ων} 1. καθετί που παροτρύνει το άτομο σε συγκεκριμένη δράση: ανθρωπιστικά/βαθμολογικά/δελεαστικά/ευγενή/ηθικά/ιδιοτελή/κοινωνικά/προσωπικά/ρατσιστικά/σεξουαλικά/σκοτεινά/ταπεινά/υλικά/ψυχολογικά ~α. Θετικά και αρνητικά (= αντικίνητρα) ~α. (ΠΑΙΔΑΓ.-ΨΥΧΟΛ.) Εξωτερικά/εσωτερικά ~α μάθησης (πβ. αφόρμηση). Έλλειψη ~ων. Έχει (ως) ~ το κέρδος. Τα βαθύτερα/πραγματικά ~α του δράστη εξετάζονται/παραμένουν άγνωστα (πβ. αίτιο, αφορμή, κινούν αίτιο, λόγος). Πρέπει να δημιουργηθούν/δοθούν/προσφερθούν ~α για συμμετοχή στον εθελοντισμό. Πβ. ελατήριο, έναυσμα, ερέθισμα, σπίθα. 2. ΟΙΚΟΝ. {συνήθ. στον πληθ.} κάθε μέτρο που αποσκοπεί στην πρόκληση ενδιαφέροντος για την ανάπτυξη οικονομικής δραστηριότητας: αναπτυξιακά/δημοσιονομικά/διοικητικά/επενδυτικά/επιχειρηματικά/οικονομικά/πιστωτικά ~α. ~ απόδοσης/παραγωγικότητας (βλ. πριμ). Καθιέρωση/κατάργηση/παροχή/χορήγηση ~ων. Πολιτική/προγράμματα/σύστημα ~ων. Ζώνη ~ων (του αναπτυξιακού νόμου). Εφαρμόζονται/θεσπίζονται/προβλέπονται/προτείνονται ~α για τους επενδυτές/καταναλωτές. Πβ. επιδότηση. ● ΣΥΜΠΛ.: ταξίδια κινήτρων & ταξίδια-κίνητρα: που προσφέρουν εταιρείες σε στελέχη τους ως ανταμοιβή για την απόδοσή τους και λειτουργούν ως μέσο για την αύξηση της παραγωγικότητας: ~ ~ εξωτερικού. [< πβ. μτγν. κίνητρον ‘ξύλινη κουτάλα’, γαλλ. motif]

μέλι

μέλιμέ-λι ουσ. (ουδ.) {μελ-ιού (λόγ.) μέλιτος} 1. φυσική, γλυκιά και αρωματική, ημίρευστη θρεπτική ουσία που παράγουν οι μέλισσες του είδους Apis mellifera από το νέκταρ των φυτών ή από διάφορες φυτικές ουσίες: αγνό/βιολογικό/θυμαρίσιο/κρυσταλλωμένο ~. ~ ανθέων ή ανθόμελο (π.χ. ~ πορτοκαλιάς). Σιρόπι ~ιού. ~ από μελιτώματα (π.χ. ~ δάσους (= δασόμελο)/ελάτης, ελάτου (= ελατόμελο)/πεύκου (= πευκόμελο). Βούτυρο με ~ (βλ. μαρμελάδα). Γιαούρτι με ~ και καρύδια. Κουλουράκια/σάκχαρα (βλ. δεξτρόζη)/σάλτσα ~ιού. Φρούτα γλυκά σαν (το) ~. Βλ. βασιλικός πολτός, ρακόμελο, υδρο~. 2. (μτφ.-προφ.) πολύ γλυκός ή ευχάριστος: Τα πορτοκάλια/τα σύκα είναι ~. Βλ. ξίδι.|| Καλά, ~ έχει κι είσαι συνέχεια κοντά της; Λόγια όλο ~. ● Υποκ.: μελάκι (το). ● ΣΥΜΠΛ.: ο μήνας του μέλιτος: περίοδος αρμονίας, ευτυχίας που ακολουθεί έναν γάμο, κατά την οποία πραγματοποιείται συνήθ. το γαμήλιο ταξίδι., το ταξίδι του μέλιτος: το γαμήλιο ταξίδι. ● ΦΡ.: βάζω το δάχτυλο στο μέλι (προφ.): απολαμβάνω, καρπώνομαι κάτι, συνήθ. χρηματικό ποσό: Μυρίστηκαν χρήμα και έσπευσαν να βάλουν ~ ~., μέσα/μες στα μέλια/σιρόπια (μτφ.-προφ.) 1. για νέο, συνήθ., ζευγάρι που εκδηλώνει με έντονο τρόπο τον έρωτά του: Είναι συνέχεια ~ ~ (: αγκαλίτσες, φιλάκια, χαδάκια). Πβ. ζαχάρωμα. 2. (κατ' επέκτ.) για να δηλωθούν πολύ στενές και καλές σχέσεις., να σε κάψω Γιάννη (μου), να σ' αλείψω λάδι/μέλι (παροιμ.): για ενέργεια ή συμπεριφορά αντιφατική, διπρόσωπη ή υποκριτική., (η γλώσσα/το στόμα του) στάζει/έχει μέλι βλ. στάζω, (κολλάω) σαν τη μύγα (μες) στο μέλι βλ. μύγα, αγάλι αγάλι γίνεται η αγουρίδα μέλι βλ. αγάλι, ακρίδες και μέλι (άγριο) βλ. ακρίδα, καλόμαθε/γλυκάθηκε η γριά στα σύκα (θα φάει/κι έφαγε και τα συκόφυλλα) βλ. γριά, μέλι-γάλα/μέλι και γάλα βλ. γάλα, όλο λάδι/όλο μέλι/μέλι μέλι/λάδι λάδι και από τηγανίτα τίποτα βλ. τηγανίτα, τα λίγα λόγια ζάχαρη και τα καθόλου μέλι βλ. λόγια, τζάμπα ξίδι, γλυκό σαν μέλι βλ. τζάμπα [< αρχ. μέλι]

πράκτορας

πράκτοραςπρά-κτο-ρας ουσ. (αρσ. + θηλ.) {θηλ. πράκτ-ορος} & (προφ.) πράχτορας & (προφ. θηλ.) πρακτόρισσα & (λόγ.) πράκτωρ 1. φυσικό ή νομικό πρόσωπο που αμείβεται, για να φέρει σε πέρας υποθέσεις τρίτων (ατόμων, ομάδων, χωρών), ενεργώντας για λογαριασμό τους: ασφαλιστικός/εμπορικός/εξουσιοδοτημένος ~. Καλλιτεχνικός ~ (= ατζέντης, ιμπρεσάριος). ~ (αεροπορικών) εισιτηρίων/μεταφορών/στοιχημάτων. Βλ. υπο~. 2. μέλος κρατικής υπηρεσίας που ασχολείται με υποθέσεις που αφορούν τη διαφύλαξη της ασφάλειας μιας χώρας: ~ της ΕΥΠ/Ιντερπόλ. Διπλός ~ (: που εργάζεται για δύο διαφορετικές χώρες). ~ες της αστυνομίας/του εχθρού (πβ. κατάσκοπος). Βλ. -τορας. 3. ΠΛΗΡΟΦ. & ευφυής πράκτορας: ευέλικτο και συνήθ. αυτόνομο πρόγραμμα λογισμικού που επεξεργάζεται πληροφορίες από το περιβάλλον του, για να διεκπεραιώσει συγκεκριμένους σκοπούς: ~ για αναζήτηση πληροφοριών στο διαδίκτυο. Βλ. νευρωνικά δίκτυα. ● ΣΥΜΠΛ.: μυστικός πράκτορας: πρόσωπο στο οποίο ανατίθεται κατασκοπευτική ή απόρρητη αποστολή, μέλος μυστικών υπηρεσιών: ~ ~ κυβέρνησης/οργάνωσης., ναυτιλιακός/ναυτικός πράκτορας: άμεσος αντιπρόσωπος ναυτιλιακής εταιρείας: σύνδεσμος ~ών ~όρων., πράκτορας εφημερίδων και περιοδικών: πρόσωπο υπεύθυνο για τη διανομή του Τύπου., προξενικός πράκτορας: υπάλληλος προξενείου σε μικρή πόλη. [< γαλλ. agent consulaire] , ταξιδιωτικός/τουριστικός πράκτορας: φυσικό ή νομικό πρόσωπο που πουλά ταξιδιωτικά προϊόντα ή υπηρεσίες στους πελάτες του: κράτηση θέσης από ~ό ~α. [< αρχ. πράκτωρ 'εκτελεστής', ιταλ. agente, γαλλ.-αγγλ. agent]

πρακτορείο

πρακτορείο[πρακτορεῖο] πρα-κτο-ρεί-ο ουσ. (ουδ.): επιχείρηση, γραφείο που αναλαμβάνει έναντι αμοιβής κυρ. την παροχή υπηρεσιών, πληροφοριών σε τρίτους: ~ ΚΤΕΛ. ~ λαχείων/ΟΠΑΠ/ΠΡΟ-ΠΟ/στοιχημάτων. Διαφημιστικά/ναυτιλιακά ~α. Βλ. υπο~.|| ~α μοντέλων. ● ΣΥΜΠΛ.: πρακτορείο ειδήσεων & ειδησεογραφικό πρακτορείο: ανώνυμη εταιρεία που συλλέγει, επεξεργάζεται και αξιολογεί εγχώριες και διεθνείς ειδήσεις και τις διανέμει στα ΜΜΕ εσωτερικού και εξωτερικού: οι ανταποκριτές/η ηλεκτρονική σελίδα ενός ~ου ~. Διεθνή/ξένα ~α ~. Το Αθηναϊκό-Μακεδονικό ~ ~ (βλ. ΑΠΕ, ΜΠΕ). Το γνωστό ειδησεογραφικό πρακτορείο Ρόιτερ. [< αγγλ. news agency] , ταξιδιωτικό/τουριστικό πρακτορείο & πρακτορείο ταξιδίων/τουρισμού: ταξιδιωτικό γραφείο που εκδίδει εισιτήρια και παρέχει πληροφορίες και άλλες υπηρεσίες στους ταξιδιώτες σχετικά με τον τόπο προορισμού τους., πρακτορείο Τύπου βλ. τύπος [< μτγν. πρακτόρειον ‘έδρα του εισπράκτορα φόρων’, ιταλ. agenzia, γαλλ. agence, αγγλ. agency]

ψυχή

ψυχή

ψυ-χή ουσ. (θηλ.) 1. η άυλη, πνευματική ουσία του ανθρώπου, που θεωρείται ότι είναι αθάνατη· γενικότ. η άυλη και άφθαρτη ουσία κάθε όντος: ειρήνη της ~ής. Η ~ δίνει ζωή στο σώμα.|| Κάθαρση/λύτρωση/σωτηρία της ~ής. (ΕΚΚΛΗΣ.) Ο σωτήρας των ~ών (: ο Θεός). Προσεύχομαι για την ~ κάποιου. Δέηση για την ~ του ... Παρέδωσε την ~ του στον Κύριο (= πέθανε· βλ. πνεύμα). (ως ευχή για πεθαμένο:) Ο Θεός να/ας αναπαύσει την ~ του.|| (σε όρκο:) Στην ~ της μάνας/του πατέρα μου!|| (ΦΙΛΟΣ.) Καθολική/παγκόσμια ~ (πβ. ψυχή του κόσμου).|| (ΜΥΘ.) Η Ψυχή και ο Έρωτας.|| Η ~ των ζώων. 2. (ειδικότ.) η ηθική και συναισθηματική φύση του ανθρώπου, σε αντίθεση με τη βιολογική και διανοητική του υπόσταση: αβυσσαλέα/αγγελική/αγνή/αδάμαστη/αδούλωτη/ελεύθερη/ευαίσθητη/ευγενική/καθαρή/μαύρη/παιδική/περήφανη (βλ. φρόνημα)/σκληρή/σκοτεινή ~. Οι αρετές/η γαλήνη/η δύναμη/η ευγένεια/η ηρεμία/η καλλιέργεια/η κατάσταση/το μεγαλείο/η ομορφιά/ο πόνος/η υγεία της ~ής. Το τραγούδι άγγιξε την ~ μου (: με συγκίνησε βαθύτατα). Έχει καλή/κακή ~ (= καρδιά· πβ. καλό-/κακό-ψυχος). Η αμαρτία βαραίνει την ~ (βλ. συνείδηση). Κάποιος/κάτι γεμίζει την ~ μας με θλίψη/χαρά. Πόνεσε η ~ μου που την είδα να κλαίει (: στενοχωρήθηκα πολύ). Το ευχαριστήθηκε/χάρηκε η ~ μου! Το αληθινό ταλέντο βγαίνει/πηγάζει από την ~. Με τα μάτια της ~ής.|| H λαϊκή ~. 3. άνθρωπος, ζωή· ειδικότ. εμψυχωτής: αδικοχαμένες/μοναχικές/νεανικές/πληγωμένες ~ές. Πόλη δύο εκατομμυρίων ~ών (= κατοίκων). Χάθηκαν τόσες αθώες ~ές! Τι να κάνει άραγε αυτή η ~;|| Δεν υπήρχε ~ τριγύρω. Σε αυτό το μέρος τον χειμώνα δεν πατάει ~.|| (μτφ.) Είναι η ~ του αγώνα. Το εμπορικό κέντρο είναι η ~ της πόλης. 4. {χωρ. πληθ.} παλικαριά, θάρρος: το μεγαλείο της ελληνικής ~ής. Δείξαμε ~ και νικήσαμε. Θέλει ~ (= κότσια) ν' αψηφάς τον κίνδυνο. Είναι ομάδα με ~. Είχαν ~ και πάλεψαν μέχρι τέλους εναντίον των κατακτητών (: ήταν ψυχωμένοι, ανδρείοι· βλ. δειλός, άνανδρος). Πβ. αγωνιστικ-, μαχητικ-ότητα, σθένος. 5. ΤΕΧΝΟΛ. το κεντρικό ή βασικό τμήμα αντικειμένου ή κατασκευής, συνήθ. δοκού, σιδηροτροχιάς: αγωγοί/συρματόσχοινα με χαλύβδινη ~. ● Υποκ.: ψυχάκι (το) (οικ.): πρόσωπο αγαπημένο, κοντινό ή για το οποίο τρέφουμε αισθήματα συμπάθειας, εκτίμησης., ψυχούλα (η): καλοσυνάτος άνθρωπος, που χαρακτηρίζεται από ευαισθησία και ανιδιοτέλεια. ● ΣΥΜΠΛ.: ψυχή του κόσμου & κοσμική ψυχή: ΦΙΛΟΣ. (κατά τους πρώτους φιλοσόφους) η ζωοποιός δύναμη του κόσμου., αδελφή ψυχή βλ. αδελφός, η αθανασία της ψυχής βλ. αθανασία, η ψυχή της παρέας βλ. παρέα, κατάθεση ψυχής βλ. κατάθεση ● ΦΡ.: βάζω την ψυχή μου (σε κάτι) (προφ.): δημιουργώ, κάνω κάτι με όλες μου τις δυνάμεις, με όρεξη και διάθεση: ~ει ~ σ' αυτό που κάνει., βγαίνει η ψυχή (κάποιου) (προφ.): πεθαίνει: Κόντεψε να βγει ~ του., για την ψυχή της μάνας μου (συνήθ. ειρων.): για να τονιστεί ότι κάτι γίνεται αφιλοκερδώς και ανυστερόβουλα: Το κάνουν για το κέρδος, δεν στήνουν ολόκληρες επιχειρήσεις ~ ~ τους. Πβ. δωρεάν, τζάμπα. ΑΝΤ. με το αζημίωτο., δίνω (και) την ψυχή μου (για κάποιον/κάτι): κάνω τα πάντα., δώσ' του (κάτι) και πάρ' του την ψυχή (μτφ.-προφ.): για να δηλωθεί ότι κάτι αρέσει πολύ σε κάποιον: Δώσ' του γλυκά/κουτσομπολιό ~ ~!, ένα σώμα, μια ψυχή: για να δηλωθεί απόλυτη ενότητα, σύμπνοια: Είμαστε/έχουμε γίνει ~ ~!, και οι ... έχουν ψυχή (προφ.-χιουμορ.): ακόμα και όσοι υποτιμούνται έχουν συναισθήματα και δικαιώματα., με όλη μου την ψυχή/την καρδιά (προφ.): με κάθε ειλικρίνεια, ολόψυχα: Σ' ευχαριστώ ~ ~! Σου εύχομαι/σε παρακαλώ ~ ~ να ... Θέλω κάτι ~ ~. Τον αγαπούσα ~ ~. ΣΥΝ. από καρδιάς, από τα βάθη της καρδιάς/της ψυχής (μου), με την ψυχή μου (προφ.-εμφατ.): για να δηλωθεί απόλαυση, ευχαρίστηση σε πολύ μεγάλο βαθμό: Γλέντησα/χόρεψα ~ ~. Πανηγύρισε ~ ~ του., μια ψυχή που είναι να βγει, ας βγει! (προφ.): (για κάτι δυσάρεστο) ό,τι πρόκειται να συμβεί, ας συμβεί μια ώρα νωρίτερα., πιάνεται/πιάστηκε η ψυχή μου (προφ.): στενοχωριέμαι, υποφέρω, αγωνιώ: Πιάνεται ~ ~ που σε βλέπω να κουράζεσαι. ~στηκε ~ όταν είδα ..., ταξίδι ψυχής 1. που έχει ως στόχο την ικανοποίηση ψυχικών αναγκών: ~ ~ στις ρίζες του (= στον τόπο καταγωγής του). 2. (μτφ.) εσωτερική αναζήτηση, ταξίδι με τον νου σε διαφορετικούς τόπους ή καταστάσεις: Η Τέχνη αποτελεί ~ ~., τι ψυχή έχει (κάτι); (οικ.): δεν έχει καμιά αξία ή σημασία: Δεν ήπια και πολύ, ~ ~ ένα ποτηράκι;, τι ψυχή θα παραδώσεις;: (σε κάποιον που διαπράττει κάτι κακό ή και χιουμορ.) δεν φοβάσαι την ώρα της Κρίσεως;, τρέμει η ψυχή μου (μτφ.-προφ.): ανησυχώ πολύ, φοβάμαι υπερβολικά: ~ ~ μην πάθει κανένα κακό. ΣΥΝ. βγαίνει/πηδάει/σπαρταράει/τρέμει η καρδιά μου, ψυχή ζώσα (λόγ.-εμφατ.): κανένας: Δεν κυκλοφορεί/δεν υπάρχει ~ ~., ψυχή τε και σώματι (λόγ.) & ψυχή και σώμα: ολόψυχα, ολοκληρωτικά: Του αφοσιώθηκε ~ ~. Αγωνίστηκε/συμμετέχει ~ ~. Τάχθηκε ~ ~ υπέρ του ..., ψυχή/ψυχούλα μου!: ως προσφώνηση με την οποία εκφράζεται αγάπη, τρυφερότητα, οικειότητα: ~ ~, μου λείπεις! ΣΥΝ. καρδιά/καρδούλα μου, άβυσσος η ψυχή (του ανθρώπου)! βλ. άβυσσος, ανοίγει η καρδιά/η ψυχή μου βλ. ανοίγω, ανοίγω την καρδιά μου/την ψυχή μου (σε κάποιον) βλ. ανοίγω, από τα βάθη της καρδιάς/της ψυχής (μου) βλ. βάθος, αποθανέτω η ψυχή μου μετά των αλλοφύλων βλ. αλλόφυλος, βασανίζω το μυαλό/το κεφάλι/τον εαυτό/τη σκέψη/την ψυχή μου βλ. βασανίζω, γελάω με την καρδιά μου/με την ψυχή μου/μέχρι δακρύων βλ. γελώ, δεν το βαστά(ει) η καρδιά (/η ψυχή) μου/δεν μου βαστά(ει) η καρδιά (/η ψυχή) βλ. βαστώ, εν βρασμώ ψυχής βλ. βρασμός, Θεός σχωρέσ΄τον/την ψυχή του! βλ. θεός, ματώνει η καρδιά μου βλ. ματώνω, μαυρίζει/μαύρισε η ψυχή μου βλ. μαυρίζω, με πόνο ψυχής βλ. πόνος, με την ψυχή στο στόμα βλ. στόμα, μου βγαίνει η πίστη/η Παναγία/η ψυχή/το λάδι βλ. βγαίνω, μου βγήκε η ψυχή/η πίστη ανάποδα βλ. ανάποδα, μου 'φυγε η ψυχή βλ. φεύγω, ο Θεός και η ψυχή του! βλ. θεός, παρέδωσε το πνεύμα βλ. πνεύμα, παρηγοριά στον άρρωστο (μέχρι/ώσπου να βγει η ψυχή του) βλ. παρηγοριά, πήγε η ψυχή/η καρδιά μου στην Κούλουρη βλ. Κούλουρη, πουλάω (και) την ψυχή μου στον διά(β)ολο βλ. πουλώ, πρώτα βγαίνει η ψυχή και μετά/ύστερα το χούι βλ. χούι, το λέει η ψυχή/καρδιά/καρδούλα/περδικούλα του βλ. περδικούλα, τον/την έχει βαρεθεί η ψυχή μου βλ. βαριέμαι, τραβάει η ψυχή/η καρδιά μου (κάτι) βλ. τραβώ ● βλ. ψυχάρα [< αρχ. ψυχή, 5 γερμ. Seele]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.