Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • τεθνεώς τε-θνε-ώς ουσ. (αρσ.) {τεθνε-ώτος | -ώτες, -ώτων | σπάν. θηλ. τεθνεώσα, -ώσας (λόγ.) -ώσης} (συνήθ. με οριστικό άρθ.) (αρχαιοπρ.): νεκρός: οι συγγενείς του ~ώτος. ΣΥΝ. αποθανών, εκλιπών, θανών ΑΝΤ. ζων ● ΦΡ.: ο νεκρός/ο αποθανών δεδικαίωται βλ. δεδικαίωται [< μτχ. παρακ. του ρ. θνῄσκω]

δεδικαίωται

δεδικαίωταιδε-δι-καί-ω-ται ρ. (αρχαιοπρ.): έχει δικαιωθεί· μόνο στη ● ΦΡ.: ο νεκρός/ο αποθανών δεδικαίωται & (σπάν.) ο τεθνεώς δεδικαίωται: μην κρίνεις αρνητικά κάποιον που έχει πεθάνει, μη σπιλώνεις τη μνήμη του. [αρχική σημ. στην ΚΔ, Πρὸς Ρωμαίους 6,7: ὁ γὰρ ἀποθανών δεδικαίωται ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας: ο νεκρός λυτρώνεται από την αμαρτία, δεν μπορεί πλέον να αμαρτήσει] [< αρχ. δικαιοῦμαι]