Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • τελειοποιώ [τελειοποιῶ] τε-λει-ο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {τελειοποι-είς ..., -ώντας | τελειοποί-ησα, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος}: βελτιώνω κάτι, ώστε να είναι όσο το δυνατόν καλύτερο: ~ ένα προϊόν. Πβ. βελτιστοποιώ, φινίρω.|| ~ τη μέθοδο/την τεχνική μου (πβ. εξελίσσω). Προσπαθεί να ~ήσει τις ικανότητές της/τα Γερμανικά του. Θέλει δουλειά ακόμη, για να ~ηθεί στο πιάνο.|| Ο άνθρωπος ~είται ηθικά µέσα σε µια πολιτική κοινότητα (πβ. τελειώνομαι). Βλ. -ποιώ. ● βλ. τελειοποιημένος [< μεσν. τελειοποιώ, γαλλ. perfectionner]

-ποιώ

-ποιώ(λόγ.) β' συνθετικό ρημάτων με τη σημασία του 1. κάνω κάτι: αξιο~ (βλ. -λογώ)/γνωστο~/ενοχο~/εντατικο~/ποινικο~.|| (με πρόθ.) Εκ~. 2. δίνω συγκεκριμένη μορφή: ψηφιο~.

τελειοποιημένος

τελειοποιημένος, η, ο τε-λει-ο-ποι-η-μέ-νος επίθ.: βελτιωμένος στον μέγιστο δυνατό βαθμό: ~ος: εξοπλισμός. ~η: θεραπεία/τεχνική. Προϊόν ~ο τεχνολογικά. Πβ. βελτιστοποιημένος. ● βλ. τελειοποιώ

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.