Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • τεμπέλης , α, ικο τε-μπέ-λης επίθ./ουσ.: 1. που αποφεύγει τη δουλειά, που σπαταλά άσκοπα τον χρόνο του. Πβ. ακαμάτης, ανεπρόκοπος, αργόσχολος, κηφήνας, οκνηρός, ρέμπελος, φυγόπονος. Βλ. αρχι~. ΑΝΤ. ακάματος (1), εργατικός (2), φίλεργος, φιλόπονος ● Υποκ.: τεμπελάκος (ο): ● Μεγεθ.: τεμπέλαρος (ο): Πβ. τεμπελόσκυλο, τεμπελχανάς. ΑΝΤ. δουλευταράς. 2. αξεσουάρ αυτοκινήτου ως αποθηκευτικός χώρος και ως ακουμπιστήρι. [< 1: τουρκ. tembel]