Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • τεταρτογενής , ής, ές τε-ταρ-το-γε-νής επίθ. 1. ΓΕΩΛ. που αναφέρεται στο Τεταρτογενές: ~ής: αιώνας. ~είς: αποθέσεις. ~ή: ηφαίστεια/στρώματα. Νεογενή και ~ή ιζήματα. 2. που δημιουργείται ή εμφανίζεται στην τέταρτη φάση μιας εξελικτικής διαδικασίας. Βλ. -γενής. ● Ουσ.: Τεταρτογενές (το) & τεταρτογενής περίοδος & Τεταρτογενής (η): ΓΕΩΛ. η πιο πρόσφατη από τις δύο περιόδους του καινοζωικού αιώνα. Βλ. Νεογενές, Ολό-, Πλειστό-καινο. ● ΣΥΜΠΛ.: τεταρτογενής τομέας: ΟΙΚΟΝ. τομέας οικονομικής δραστηριότητας που περιλαμβάνει την παροχή υπηρεσιών. Βλ. πρωτο-, δευτερο-, τριτο-γενής τομέας. [< αγγλ. quaternary sector, 1975] [< γαλλ. quaternaire]

-γενής

-γενής, ής, ές {-γενούς (προφ.) -γενή | -γενείς (ουδ. -γενή)}: επίθημα για την παραγωγή επιθέτων που δηλώνουν προέλευση, σύσταση ή σειρά σε κλίμακα: αλλο~/ανομοιο~/γη~/δι~/εγ~/ελληνο~/ενδο~/εξω~/ερωτο~/ετερο~/ευ~/θνησι~/ιθα~/ιο~/καρκινο~/λατινο~/μονο~/ομο~/ομοιο~/παθο~/ρηξι~/σεισμο~/συγ~/τρι~/ψυχο~. Bλ. -γόνος.|| Πρωτο~/δευτερο~/τριτο~.

πρωτο- & πρωτό- & πρωτ-/πρωθ-

πρωτο- & πρωτό- & πρωτ-/πρωθ-α' συνθετικό λέξεων για δήλωση 1. γεγονότος που συμβαίνει για πρώτη φορά: (κυρ. για ρ. σε παρελθοντικό χρόνο) πρωτο-δημοσιεύτηκε/~είδα. Τον είχα ~συναντήσει.|| Πρωτο-διόριστος (πβ. νεο-). 2. προτεραιότητας σε σειρά, ιεραρχία, σημασία: πρωτό-γραμμα.|| Πρωτο-βάθμιος.|| Πρωθ-υπουργικός.|| (μτφ.) Πρωτ-εργάτης. 3. της πρώτης περιόδου, της πρώιμης φάσης ενός πολιτισμού: Πρωτο-κυκλαδικός/~μινωικός (βλ. μεσο-, προ-)/~βυζαντινός (βλ. μετα-). 4. ΒΙΟΛ. ατελούς οργανισμού: πρωτό-ζωα.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.