Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • τεχνίτης τε-χνί-της ουσ. (αρσ.) {τεχνιτών | σπάν. θηλ. τεχνίτρια} 1. επαγγελματίας που ασκεί μια πρακτική τέχνη, χειρωνακτική εργασία ή/και έχει τεχνική εξειδίκευση: ~-επιπλοποιός/ξυλουργός. ~ κεραμικής/πέτρας. Βοηθός ~η.|| Ειδικευμένος ~. ~ βαφής (αμαξωμάτων)/εγκαταστάσεων κλιματισμού/τηλεπικοινωνιών/ψυκτικών μηχανημάτων (= ψυκτικός). ~-ηλεκτρολόγος/ηλεκτρονικός/συντηρητής/υδραυλικός. Πβ. μάστορας, τεχνικός. Βλ. αρχι~.|| ~τρια και σχεδιάστρια κοσμημάτων. ~τρια νυχιών (βλ. μανικιουρίστα, πεντικιουρίστα). 2. (μτφ.) πολύ επιδέξιο, ικανό άτομο: άριστος/μεγάλος ~ του λόγου/του στίχου (: για ποιητή)/του χρωστήρα (: για ζωγράφο). [< 1: αρχ. τεχνίτης, μεσν. τεχνίτρια]