Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • πεντικιουρίστα

    τε-χνί-της ουσ. (αρσ.) {τεχνιτών | σπάν. θηλ. τεχνίτρια} 1. επαγγελματίας που ασκεί μια πρακτική τέχνη, χειρωνακτική εργασία ή/και έχει τεχνική εξειδίκευση: ~-επιπλοποιός/ξυλουργός. ~ κεραμικής/πέτρας. Βοηθός ~η.|| Ειδικευμένος ~. ~ βαφής (αμαξωμάτων)/εγκαταστάσεων κλιματισμού/τηλεπικοινωνιών/ψυκτικών μηχανημάτων (= ψυκτικός). ~-ηλεκτρολόγος/ηλεκτρονικός/συντηρητής/υδραυλικός. Πβ. μάστορας, τεχνικός. Βλ. αρχι~.|| ~τρια και σχεδιάστρια κοσμημάτων. ~τρια νυχιών (βλ. μανικιουρίστα, πεντικιουρίστα). 2. (μτφ.) πολύ επιδέξιο, ικανό άτομο: άριστος/μεγάλος ~ του λόγου/του στίχου (: για ποιητή)/του χρωστήρα (: για ζωγράφο). [< 1: αρχ. τεχνίτης, μεσν. τεχνίτρια]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.