γεώφυταγε-ώ-φυ-τα ουσ. (ουδ.) (τα) {-ων (λόγ.) -ύτων}: ΒΟΤ. κοινή ονομασία φυτών που διαθέτουν όργανα (βολβούς, κονδύλους, ριζώματα) κάτω από το έδαφος. Βλ. ασφόδελος, καρότο, κρεμμύδι, κυκλάμινο, πατάτα, τουλίπα. [< γαλλ. géophytes]
-καλλιέργεια
-καλλιέργειαβ' συνθετικό θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνει 1. συστηματική καλλιέργεια έκτασης και (συνεκδ. στον πληθ.) οι αντίστοιχες εκτάσεις ή το σύνολο των φυτών που καλλιεργούνται σε αυτές: αμπελο~/βαμβακο~/ελαιο~/καπνο~/πατατο~/ρυζο~/σιτο~. Δενδρο-καλλιέργειες. Βλ. -παραγωγή.|| (μέθοδο:) Βιο~/μονο~/πολυ~.|| (τόπο:) Αγρο~.2. εκτροφή σε ειδικές εγκαταστάσεις ψαριών ή θαλασσινών: θαλασσο~/ιχθυο~/οστρακο~/οστρεο~. Πβ. -κομία, -τροφία.3. ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. εργαστηριακή εξέταση ή τεχνική: αιματο~.|| Ιστο~/κυτταρο~.
-παραγωγή
-παραγωγή: το ουσιαστικό παραγωγή ως β' συνθετικό με αναφορά σε συγκεκριμένο προϊόν ή είδος: βαμβακο~/γαλακτο~/ελαιο~/ιχθυο~/καπνο~/σπορο~/σταφιδο~.|| Βιβλιο~.
-παραγωγός1
-παραγωγός1(λόγ.): β' συνθετικό αρσενικών και θηλυκών ουσιαστικών που αναφέρονται σε μεγάλο συνήθ. παραγωγό προϊόντος: βαμβακο~/ελαιο~/ντοματο~/πατατο~/ροδακινο~/σιτο~/σταφιδο~/φρουτο~.
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.