Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • τζετ σκι ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: μηχανοκίνητο όχημα για οδήγηση στο νερό, θαλάσσιο μοτοποδήλατο· κατ' επέκτ. το αντίστοιχο σπορ: διθέσιο/μονοθέσιο ~ ~. Ενοικίαση/χειριστής ~ ~.|| (ΑΘΛ.) Πρωτάθλημα ~ ~. [< αγγλ. εμπορ. ονομασ. jet ski, 1974, γαλλ. jet ski, 1989]