αλίπεδο[ἁλίπεδο] α-λί-πε-δο ουσ. (ουδ.): ΓΕΩΜΟΡΦ. παραθαλάσσια πεδινή έκταση: μεσογειακά ~α. Έλη και ~α. [< μτγν. ἁλίπεδον]
βάφλαβά-φλα ουσ. (θηλ.): ΖΑΧΑΡ. είδος παχιάς συνήθ. τηγανίτας, τραγανής απ' έξω, που ψήνεται σε βαφλιέρα και παίρνει σχήμα που μοιάζει με δικτυωτό πλέγμα: ~ με παγωτό/σαντιγί/σιρόπι/σοκολάτα. Βλ. κρέπα. [< αγγλ. waffle]
βράζωβρά-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {έβρα-ζα, έβρα-σα, βρά-στηκε, -στεί, -σμένος, βράζ-οντας} 1. μαγειρεύω κάτι μέσα σε νερό που βρίσκεται σε κατάσταση βρασμού ή θερμαίνω υγρό μέχρι το σημείο βρασμού του: ~ το κρέας/τα μακαρόνια/τη σούπα/τα χόρτα/το ψάρι σε υψηλή/χαμηλή θερμοκρασία. Μη ~σεις πολύ το ρύζι και λασπώσει! Λαχανικά που έχουν ~στεί στον ατμό. ~σμένες: πατάτες (βλ. προβρασμένος). ~σμένα: αβγά.|| ~στε το ζουμί/σιρόπι/χαμομήλι (για) πέντε λεπτά. Βλ. σιγο~. 2. (μτφ.-προφ.) για πρόσωπο που ζεσταίνεται υπερβολικά ή βρίσκεται σε ένταση, αναταραχή: Έχουμε ~σει (= ανάψει, σκάσει) από τη ζέστη!|| (ειδικότ.) ~ει στον πυρετό (= καίγεται, ψήνεται).|| Δεν έλεγα τίποτα, αλλά (από) μέσα μου ~ζα από θυμό (: ήμουν πολύ θυμωμένος, είχα φουντώσει, ήμουν έτοιμος να εκραγώ). Η κερκίδα/ο κόσμος ~ει από αγανάκτηση. ~ει από το κακό του. (κατ' επέκτ.) Η οργή ~ει. ● βράζει 1. (για υγρό ή φαγητό) έχει θερμανθεί τόσο, ώστε να βγάζει ατμούς: (σε συνταγή:) Μόλις το νερό αρχίσει να ~ (= κοχλάζει), ρίξτε τα ζυμαρικά. Το γάλα/τσάι ~σε. Πβ. αναβράζει, ζέει.|| Τα όσπρια δεν έχουν ~σει καλά (: θέλουν κι άλλο βράσιμο). Αφήνουμε τη σάλτσα να ~σει σε σιγανή/χαμηλή φωτιά (πβ. σιγοβράζω). 2. (μτφ.) (για μέρος) έχει πολύ υψηλή θερμοκρασία ή βρίσκεται σε έκρυθμη κατάσταση: ~ το δωμάτιο. Έξω ~ ο κόσμος/ο τόπος! Καμίνι που ~ η πόλη. ΣΥΝ. ζεματάει, καίει.|| Περιοχή που ~ από φυλετικές συγκρούσεις. 3. υφίσταται ζύμωση: ~ ο μούστος/το τσίπουρο. ΣΥΝ. ζυμώνεται (2) ● ΦΡ.: βράσε ρύζι/όρυζα (προφ.): προς δήλωση αδιεξόδου, απογοήτευσης ή των δυσάρεστων συνεπειών που θα επακολουθήσουν: Έτσι και μπλέξεις με τα γραφειοκρατικά, ~ ~! ΣΥΝ. άστα (να πάνε) (καλύτερα) & άσε καλύτερα, ζήτω που καήκαμε!, κλάφ' τα (Χαράλαμπε), να τον/την/το βράσω (προφ.): για κάποιον ή κάτι που περιφρονώ, δεν υπολογίζω, απορρίπτω: Τέτοιον φίλο ~ ~! Να τα ~ τα λεφτά του!, άστα βράστα βλ. αφήνω, βράζει στο ζουμί του βλ. ζουμί, βράζει/κοχλάζει το αίμα βλ. αίμα, καζάνι που βράζει/κοχλάζει βλ. καζάνι, όλοι στο ίδιο καζάνι βράζουμε βλ. καζάνι [< μτγν. βράζω]
βράσιμοβρά-σι-μο ουσ. (ουδ.) {βρασίμ-ατος} 1. βρασμός: ~ αβγών/ζυμαρικών/νερού. ~ στην κατσαρόλα/σε χαμηλή φωτιά. Χρόνος ~ατος. Βλ. τηγάνισμα, ψήσιμο. ΣΥΝ. βράση (1) 2. (μτφ.-προφ.) παθολογική κατάσταση που σχετίζεται με φλεγμονή των αναπνευστικών οδών: ~ στο στήθος. Πβ. ρόγχος.
κατσαρόλακα-τσα-ρό-λα ουσ. (θηλ.): κυκλικό, βαθύ, μεταλλικό μαγειρικό σκεύος με δύο λαβές και καπάκι· συνεκδ. ο αντίστοιχος τρόπος μαγειρέματος: ανοξείδωτη/αντικολλητική/μεγάλη/πυρίμαχη ~. ~ εμαγιέ. Κόλλησαν τα μακαρόνια στην ~. (σε συνταγές) Βάζετε το κοτόπουλο/βράζουμε το νερό σε (μια) ~. Πβ. τέντζερης. Βλ. καζάνι, μαρμίτα, χύτρα ταχύτητας.|| Ψητό (της) ~ας. Γεμιστά/μοσχαράκι στην ~ (βλ. φούρνος). ● Υποκ.: κατσαρολάκι & (λαϊκό) κατσαρόλι (το), κατσαρολίτσα (η) [< βεν. cazzarola]
μαγειριάμα-γει-ριά ουσ. (θηλ.) & μαγεριά (προφ.): κατάλληλη ποσότητα για ένα γεύμα: Το λάδι ίσα-ίσα φτάνει για μια ~. Βλ. τηγανιά. [< μτγν. μαγειρία, μαγερειά, 17ος αι.]
τηγανητός, ή, ό τη-γα-νη-τός επίθ. & (σπάν.) τηγανι(σ)τός: ΜΑΓΕΙΡ. που έχει ψηθεί στο τηγάνι, τηγανισμένος: πατάτες ~ές. Αβγά/καλαμάρια/κεφτεδάκια/κολοκυθάκια ~ά. Βλ. μαγειρευτός.|| (ΖΑΧΑΡ.) ~ά: μήλα.|| (ως ουσ.) Προτιμήστε τα βραστά από τα ~ά (ενν. φαγητά). [< μτγν. τηγανητόν]
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ