Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • τηγανόσχημος , η, ο τη-γα-νό-σχη-μος επίθ.: ΑΡΧΑΙΟΛ. που μοιάζει με τηγάνι, που έχει το συγκεκριμένο σχήμα: ~ο: αγγείο.|| (ως ουσ.) ~ο (ενν. σκεύος) της πρωτοκυκλαδικής περιόδου.