Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 6 εγγραφές  [0-6]


  • τιμή τι-μή ουσ. (θηλ.) 1. αγοραστική αξία αγαθού, χρηματικό αντίτιμο, κόστος: ανώτατη/ απίστευτη/αρχική/ειδική/εκπτωτική/ενιαία/προνομιακή/σταθερή/συμβολική ~. Ακριβές/αλμυρές/ανταγωνιστικές/ασυναγώνιστες/δίκαιες/ελεύθερες/εξευτελιστικές/εξωπραγματικές/λογικές/μοναδικές/προσιτές/τσιμπημένες/τσουχτερές ~ές. ~ ασφαλείας/διάθεσης/(εξ)αγοράς/ζήτησης/παρέμβασης (στα σιτηρά)/προσφοράς/πώλησης/χρέωσης. ~ μονάδας. Σχέση ~ής και ποιότητας. Διεθνής ~ πετρελαίου. Άνοδος στην ~ του χρυσού. ~ές εργοστασίου (: χωρίς το κέρδος του παραγωγού)/καταλόγου/λιανικής/χονδρικής. Αύξηση στις ~ές των διοδίων/τροφίμων. Αναγραφή/ανάλυση/διακύμανση/διαμόρφωση/έλεγχος/εναρμονισμός/εξομάλυνση/καθορισμός/μείωση/μεταβολή/προσαρμογή/πτώση/ρύθμιση/σύγκριση των ~ών. Βουτιά/έκρηξη/κατάρρευση/πάγωμα/ράλι των ~ών. Πολιτική ~ών. Άλμα/φρένο/φωτιά στις ~ές προϊόντων και υπηρεσιών. ~ές-σοκ. Στην ~ δεν συμπεριλαμβάνεται ο ΦΠΑ. Το πήρα σε ~ προσφοράς/στη μισή ~. Κερδίστε δύο εισιτήρια στην ~ του ενός. Μου έκανε καλή ~. Οι ~ές ανεβαίνουν/εκτινάσσονται στα ύψη/κυμαίνονται από ... έως ... ευρώ/σταθεροποιούνται/υποχωρούν. Ημερήσιο Δελτίο ~ών. Βλ. ανατίμηση. 2. καλή φήμη, υπόληψη: διαφύλαξη/προάσπιση της ~ής της πατρίδας. Έγκλημα/ζήτημα/θέμα ~ής. Είναι ανάγκη να ανακτηθεί/αποκατασταθεί η χαμένη ~ του (πβ. κύρος). Του έθιξε το αίσθημα της ~ής (πβ. αξιοπρέπεια, περηφάνια). Λόγοι ~ής με αναγκάζουν να παραιτηθώ. Προστατεύω/υπερασπίζω την ~ του ονόματός μου/την προσωπική μου ~. Σέβομαι/προσβάλλω/σπιλώνω την ~ κάποιου.|| Έπεσε στο πεδίο της ~ής (= στη μάχη).|| (παρωχ.) Παρθενία· συζυγική πίστη. 3. έκφραση εκτίμησης, σεβασμού, αναγνώρισης: εξαιρετική/ιδιαίτερη/ύψιστη ~. Εκδήλωση/μνημόσυνο ~ής. Μέρα μνήμης και ~ής. Τάγμα ~ής (: παράσημο της Ελληνικής Δημοκρατίας). Πρέσβης/πρόεδρος επί ~ (= επίτιμος). ~ και δόξα στους ήρωες! (Αποδίδουμε) ~ στους ευεργέτες/πεσόντες. Αισθάνομαι ιδιαίτερη /μεγάλη ~ και χαρά. Είναι ~ για μένα να ... Θα είναι μεγάλη μας ~ αν/να μας επισκεφθείτε. Μας έκανε/μου επιφύλαξε την ~ να ... ΑΝΤ. ατίμωση, προσβολή.|| -Θα με συνοδέψετε; -~ (: ευχαρίστησή) μου! Με ποιον έχω την ~ να ομιλώ; (ειρων.) Σε τι οφείλω την ~ της επίσκεψής σου; 4. (μτφ.) καμάρι, καύχημα: (για πρόσ.) Είναι η ~ της οικογένειας/ομάδας. Πβ. περηφάνια, στολίδι. ΑΝΤ. μαύρο πρόβατο 5. ΜΑΘ. κάθε δυνατός προσδιορισμός ενός μεταβλητού μεγέθους: αλγεβρική ~ (: με πρόσημο + ή -). ~ μεταβλητής/συνάρτησης. Η ~ του χ/ψ. Απόδειξη θεωρήματος για όλες τις ~ές του ν.|| (ΙΑΤΡ.) Αυξημένες/φυσιολογικές/χαμηλές ~ές βιοχημικών εξετάσεων. ~ές γλυκόζης.τιμές (οι): τιμητικές διακρίσεις ή εκδηλώσεις: αγήματα απόδοσης ~ών. Του έκαναν/πρόσφεραν ~. ~ και διακρίσεις. Τον υποδέχτηκαν με όλες τις δέουσες ~. Κηδεύτηκε με στρατιωτικές ~. [< γαλλ. honneurs ] ● ΣΥΜΠΛ.: ακαμψία τιμής: ΟΙΚΟΝ. κατάσταση κατά την οποία η τιμή των βιομηχανικών προϊόντων ή των πρώτων υλών δεν επηρεάζεται από τη γενικότερη οικονομική ύφεση ή την αύξηση του πληθωρισμού. [< αγγλ. price rigidity] , αναμενόμενη/προσδοκώμενη τιμή/αξία: ΟΙΚΟΝ. -ΣΤΑΤΙΣΤ. ο μέσος όρος των υποθετικών αξιών μιας τυχαίας μεταβλητής: αρνητική/θετική ~ ~. ~ ~ επένδυσης/μετοχής/προσφοράς. Αποτίμηση σε ~ ~. ΣΥΝ. μαθηματική ελπίδα (2) [< αγγλ. expected value, 1915] , ενεργός τιµή (συντομ. rms): ΗΛΕΚΤΡ. η σταθερή τιμή του ρεύματος που προκαλεί την ίδια κατανάλωση ισχύος σε μια αντίσταση (R) με ένα εναλλασσόμενο ρεύμα που έχει την ίδια τιμή: ~ ~ της τάσης του ηλεκτρικού πεδίου. [< αγγλ. effective value, root mean square (value)] , επίπεδο τιμών: ΟΙΚΟΝ. κόστος ζωής: γενικό/μεταβλητό/σταθερό/σχετικό/υψηλό ~ ~. Βλ. πληθωρισμός., εύρος τιμής: ΟΙΚΟΝ. η διαφορά μεταξύ της μέγιστης και της ελάχιστης τιμής της αξίας σε μια συγκεκριμένη συνεδρίαση του χρηματιστηρίου: δεσμευτικό/οριστικό ~ ~. ~ ~ διάθεσης δέκα έως δώδεκα ευρώ ανά μετοχή. Μείωση του ~ους ~. Το ~ ~ ορίστηκε μεταξύ τεσσάρων και πέντε ευρώ., κυρία (επί) των τιμών: γυναίκα στην ακολουθία βασίλισσας ή πριγκίπισσας: (συνήθ. ειρων.) Συμπεριφέρεται σαν ~ ~. [< αγγλ. lady of honour] , κώδικας τιμής: σύνολο ηθικών αξιών και κανόνων που προσδιορίζουν την ευυπόληπτη συμπεριφορά των μελών μιας κοινότητας: άγραφος ~ ~. [< γαλλ. code de l' honneur] , μέση τιμή (ν αριθμών): ΣΤΑΤΙΣΤ. το πηλίκο του αθροίσματος ν αριθμών με το πλήθος ν., ο λόγος της τιμής: προφορική διαβεβαίωση, υπόσχεση που βασίζεται στην αξιοπιστία κάποιου: Έχεις/σου δίνω το(ν) λόγο ~ μου. [< γαλλ. la parole d'honneur] , σταθερότητα των τιμών: ΟΙΚΟΝ. κατάσταση που χαρακτηρίζεται από τη συγκράτηση του πληθωρισμού σε χαμηλά επίπεδα: νομισματική πολιτική προσανατολισμένη στη ~ ~. ΑΝΤ. διακύμανση τιμών. [< αγγλ. price stability] , συγκράτηση τιμών: ΟΙΚΟΝ. η διατήρηση των τιμών σε σταθερά επίπεδα: μέτρα για πάταξη νοθείας και ~ ~ στα καύσιμα., τιμή κλεισίματος/εκκαθάρισης: ΟΙΚΟΝ. αντιπροσωπευτική τιμή του συναλλακτικού ενδιαφέροντος που αναπτύχθηκε κατά τη διάρκεια μιας συνεδρίασης του Χρηματιστηρίου Αξιών, η οποία υπολογίζεται βάσει μεθόδου μετά το τέλος της συνεδρίασης: ημερήσια ~ ~. [< αγγλ. closing price/settlement price, 1928] , τρέχουσα τιμή: ΟΙΚΟΝ. η τιμή του υποκείμενου προϊόντος στην αγορά, η οποία ισχύει τη δεδομένη χρονική στιγμή., φιλική τιμή: συμφέρουσα τιμή: Το πουλάω στη ~ ~ των ... ευρώ. Θα σου κάνω ~ ~., χρέος τιμής: ηθική δέσμευση, υποχρέωση: ελάχιστο/υπέρτατο ~ ~ απέναντι σε κάποιον. Για μένα είναι ~ ~ και ιερό καθήκον να ... Θεωρώ ~ ~ να μιλήσω για ... [< αγγλ. debt of honour] , (Γενικός) Δείκτης Τιμών βλ. δείκτης, άκρες τιμές βλ. άκρος, αντικειμενική αξία βλ. αντικειμενικός, απόλυτη τιμή βλ. απόλυτος, δελτίο τιμών βλ. δελτίο, εναρμονισμένος δείκτης τιμών καταναλωτή/πληθωρισμός βλ. εναρμονισμένος, ενδεικτική τιμή βλ. ενδεικτικός, η Λεγεώνα της Τιμής βλ. λεγεώνα, πράσινη τιμή βλ. πράσινος, συμβόλαιο τιμής βλ. συμβόλαιο, τιμή αληθείας βλ. αλήθεια, τιμή αναφοράς βλ. αναφορά, τιμή ασφαλείας βλ. ασφάλεια, τιμή γνωριμίας βλ. γνωριμία, τιμή εκκίνησης βλ. εκκίνηση, τιμή κόστους βλ. κόστος, τίτλος τιμής βλ. τίτλος, φόρος τιμής βλ. φόρος ● ΦΡ.: για την τιμή των όπλων: για να μη χαθεί η αξιοπρέπεια, για την υπεράσπιση της υπόληψης: αγώνας/απεργία/συμβολική ενέργεια/συνάντηση (που γίνεται) ~ ~ (και μόνο). Βλ. για τα μάτια του κόσμου., η τιμή τιμή δεν έχει (και χαρά στον που την έχει) (παροιμ.): για να δηλωθεί ότι η αξιοπρέπεια δεν εξαγοράζεται. [< γαλλ. l' honneur n' a pas de prix] , λαμβάνω/έχω την τιμή να ...: τυπική έκφραση ευγενείας του γραπτού και προφορικού λόγου: ~ ~ σας ανακοινώσω ότι .../σας παρουσιάσω τον ... Με την παρούσα επιστολή, ~ ~ απευθυνθώ σε εσάς για ένα ζήτημα υψίστης σημασίας. [< γαλλ. avoir l' honneur de ...] , με τιμή/μετά τιμής (επίσ.): στερεότυπη αποφώνηση επιστολής ή εγγράφου, που προηγείται της υπογραφής: Διατελώ ~ ~., προς τιμή(ν) κάποιου 1. με σκοπό να τιμηθεί κάποιος: ανέγερση μνημείου/γιορτή/δεξίωση/ημέρα/τελετή ~ ~ του ... Παρατέθηκε δείπνο ~ ~ των συνέδρων. 2. για να δηλωθεί ότι κάποιος είναι άξιος τιμής, επιβράβευσης: Είναι ~ ~ τους ότι παραδέχτηκαν το σφάλμα τους/σήκωσαν το βάρος της απόφασης. [< 1: γαλλ. en l'honneur de] , σε συμφέρουσα τιμή: σε τιμή που συμφέρει τον αγοραστή, συνήθ. χαμηλή: αυτοκίνητο ~ ~., σε τιμή λιώμα (αργκό): σε πολύ καλή τιμή, πολύ φτηνά: ~ ~ το νέο μοντέλο., (μέσα) στην τιμή βλ. μέσα, γκολ της τιμής βλ. γκολ, λόγω τιμής βλ. λόγος, περιποιεί/περιποιούν τιμή βλ. περιποιώ, σε τιμή ευκαιρίας βλ. ευκαιρία, τιμή μου και καμάρι μου βλ. καμάρι, τιμής ένεκεν βλ. ένεκεν, τσίμπησαν οι τιμές βλ. τσιμπώ, χτυπάει τις τιμές βλ. χτυπώ [< αρχ. τιμή, γαλλ. honneur 5: γαλλ. valeur]
  • τίμημα τί-μη-μα ουσ. (ουδ.) 1. αξία είδους ή υπηρεσίας σε χρήματα, αντίτιμο: λογικό/χαμηλό ~. ~ αγοράς/δικαιώματος/πώλησης (= τιμή). Το εισπραχθέν/πραγματικό/προσφερόμενο/συμβατικό/συμφωνημένο/συνολικό ~. ~ συμβολαίου. Είσπραξη/εξόφληση/καταβολή ~ατος. Μεταβίβαση εταιρείας αντί ~ατος ... ευρώ/έναντι ικανού ~ατος. Βλ. υπερ~, υπο~. 2. (μτφ.) προσπάθεια, απώλεια ή θυσία που απαιτείται για την απόκτηση αγαθού ή την επίτευξη στόχου: το ~ της διαφορετικότητας/της δόξας (: οι συνέπειες)/της ομορφιάς. Βαρύ/μεγάλο/υψηλό το ~. Κέρδος με κάθε ~ (= μέσο, τρόπο). Κάθε πράγμα έχει και το ~ά του/το ανάλογο ~. Πβ. αντάλλαγμα, κόστος. [< αρχ. τίμημα ‘αποτίμηση, αντίτιμο’, αγγλ. cost]
  • τιμημένος , η, ο τι-μη-μέ-νος επίθ. 1. που είναι άξιος τιμής, που έχει τον σεβασμό και την εκτίμηση των άλλων: ~η: πατρίδα/σημαία. Δήλωσε ~ από την επιλογή της κομματικής βάσης (πβ. κολακευμένος). Βλ. υπερ~, υπο~. 2. που του έχει απονεμηθεί ειδική διάκριση: συγγραφέας ~ με κρατικά και διεθνή βραβεία. ● επίρρ.: τιμημένα ● ΦΡ.: μιλημένα ξηγημένα/τιμημένα βλ. μιλημένος ● βλ. τιμώ [< μεσν. τιμημένος, μτχ. παθ. παρακ. του ρ. τιμῶ]
  • τίμηση τί-μη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. έμπρακτη συνήθ. απόδοση τιμών: ~ αθλητή/ευεργέτη/ηρώων/πεσόντων. ~ εθίμου/επετείου (= εορτασμός). Εκδήλωση/τελετή για την ~ του καλλιτέχνη (πβ. βράβευση)/της μνήμης των θυμάτων. Βλ. αναγνώριση.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) ~ του Αγίου ... 2. (σπάν.) εκτίμηση κατάστασης, υπολογισμός: ~ της έκτασης της παράβασης. Βλ. δια~, υπερ~, υπο~. [< αρχ. τίμησις ‘αποτίμηση’]
  • τιμητής τι-μη-τής ουσ. (αρσ.) (λόγ.): αυτός που ασκεί αυστηρή κριτική: αυτόκλητος ~. ~ των άλλων/της δημόσιας ζωής/των ηθών/των πάντων/του συστήματος. ΣΥΝ. επικριτής, επιτιμητής, κήνσορας [< μτγν. τιμητής ‘αποτιμητής, εκτιμητής’]
  • τιμητικός , ή, ό τι-μη-τι-κός επίθ.: που προσφέρεται ή συστήνεται σε ένδειξη αναγνώρισης· που αποδίδει ή προσδίδει τιμή: ~ός: βαθμός. Απονομή ~ού βραβείου/διπλώματος/επαίνου/μεταλλίου. Επίδοση ~ής πλακέτας. Κατοχή ~ής θέσης/~ού αξιώματος. Παροχή ~ής σύνταξης.|| ~ό: συμβούλιο. ~ά: μέλη (= επίτιμα).|| ~ή: βράβευση/βραδιά/επιλογή/πομπή. ~ό: αφιέρωμα/ψήφισμα. ~οί: κανονιοβολισμοί. ~ές: εκδηλώσεις. Η ~ή φρουρά του μνημείου.|| ~ός: ρόλος. ~ή: αναφορά (ΑΝΤ. ατιμωτική, μειωτική, προσβλητική)/προσφώνηση. ~οί: χαρακτηρισμοί (: κολακευτικοί· ΑΝΤ. ταπεινωτικοί). ~ά: σχόλια (= εγκωμιαστικά, επαινετικά). Eίναι πολύ ~ό για μένα (: το θεωρώ τιμή μου) να ... ● Ουσ.: τιμητική (η) 1. τελετή για την απόδοση τιμής σε σημαντικό πρόσωπο. 2. άδεια που χορηγείται σε στρατιώτη ή σπανιότ. δημόσιο υπάλληλο ως επιβράβευση των πράξεών του. ● επίρρ.: τιμητικά & (σπάν.-λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: τιμητική διάκριση: ειδικός έπαινος που απονέμεται σε κάποιον, λόγω της σημαντικής προσφοράς του στον τομέα που δραστηριοποιείται., τιμητικό άγημα/απόσπασμα βλ. άγημα, τιμητικός τόμος βλ. τόμος, τίτλος τιμής βλ. τίτλος ● ΦΡ.: έχω την τιμητική μου: είμαι στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος: Γιορτάζει σήμερα και έχει ~ του. [< μτγν. τιμητικός ‘γεμάτος σεβασμό’, γαλλ. d΄honneur]

άγημα

άγημα[ἄγημα] ά-γη-μα ουσ. (ουδ.) {αγήμ-ατος | -ατα, -άτων}: ΣΤΡΑΤ. στρατιωτική κυρ. ομάδα επιλέκτων με ειδική υπηρεσία ή αποστολή: αποβατικό/ειρηνευτικό/ναυτικό/πολεμικό ~. ~ της Αστυνομίας/πεζοναυτών/της Πολεμικής Αεροπορίας/του Πολεμικού Ναυτικού/της Προεδρικής Φρουράς/προσκόπων/πυροσβεστών/(έπαρσης-υποστολής) σημαίας. Στρατιωτικό ~ απέδωσε τιμές. Τα ~ατα παρατάχθηκαν/παρουσίασαν όπλα. Βλ. αερ~. ● ΣΥΜΠΛ.: τιμητικό άγημα/απόσπασμα: που παρίσταται σε διάφορες εκδηλώσεις, συνήθ. για απόδοση τιμών: ~ ~ ευζώνων/στρατιωτικών. ~ ~ συνόδευε τη θαυματουργή εικόνα της Θεοτόκου. Το ~ ~ προέβη σε ρίψη πυροβολισμών. Επιθεώρηση/παρέλαση ~ού ~ατος. [< γαλλ. garde d'honneur] [< αρχ. ἄγημα]

άκρος

άκρος, α, ο [ἄκρος] ά-κρος επίθ. {υπερθ. ακρότ-ατος} 1. που είναι απόλυτος ή υπερβολικός: ~α: απελπισία (= ακραία)/γαλήνη/ευχαρίστηση/σιγή (= πλήρης)/ταπείνωση (= ολοκληρωτική)/φιλοδοξία. Χαίρει ~ας υγείας. 2. (κυριολ.) που είναι απομακρυσμένος από το κέντρο, ακραίος, ακριανός: ~ο: όριο. Το ~ατο σημείο/τμήμα της επικράτειας/του νησιού.|| (ΠΟΛΙΤ.) ~ος: αριστερός/δεξιός (= ακρο-αριστερός, -δεξιός). ● ΣΥΜΠΛ.: άκρες τιμές: ΜΕΤΕΩΡ. οι μεγαλύτερες και οι μικρότερες τιμές των μετεωρολογικών στοιχείων: Στα δελτία καιρού τα φαινόμενα δίνονται συνήθως σε ~ ~. [< αγγλ. extreme values] , άκρα Αριστερά βλ. Αριστερά, άκρα Δεξιά βλ. Δεξιά, άκρο πόδι βλ. πόδι, άκρο χέρι βλ. χέρι ● ΦΡ.: άκρα (του τάφου) σιωπή βλ. σιωπή, το άκρον άωτον βλ. άωτον ● βλ. άκρως [< αρχ. ἄκρος, γαλλ. extrême]

αλήθεια

αλήθεια[ἀλήθεια] α-λή-θεια ουσ. (θηλ.) {-ας (λόγ.) -είας} 1. αυτό που συμφωνεί με ό,τι πραγματικά υπάρχει ή συμβαίνει, γενικότ. η ίδια η πραγματικότητα: αδιάσειστη/αναμφισβήτητη/αναπόφευκτη/αντικειμενική/απλή/γυμνή (: χωρίς ενδοιασμούς για την αποκάλυψή της)/δυσάρεστη/επώδυνη/ιστορική/μισή/προφητική/σκληρή/υποκειμενική/ωμή ~. Αποδεικνύω/αποκρύπτω/αποσιωπώ/βλέπω/γνωρίζω/μαθαίνω/παραδέχομαι/συνειδητοποιώ την ~. Αναζήτηση/αποκατάσταση/γνώση/διαστρέβλωση/εύρεση της ~ας. Αποκαλύφθηκε/έλαμψε η ~. Η ~ βρίσκεται (κάπου) στη μέση. Τελικά ποια είναι η ~; Δεν λέει πάντοτε την ~. Ο ισχυρισμός/η ομολογία του δεν ανταποκρίνεται στην ~. Αντιλαμβάνονται την ~ με διαφορετικό τρόπο. Θα σας πω πικρές ~ειες. Mύθοι/παραμύθια και ~ειες για το Διάστημα. Βλ. φιλ~.|| (σε όρκο ενώπιον δικαστηρίου) Ορκίζομαι να πω την ~ και μόνο την ~.|| (ΓΛΩΣΣ.) Συνθήκες ~είας (: προϋποθέσεις που πρέπει να ισχύουν, για να θεωρηθεί αληθές το περιεχόμενο των προτάσεων). ΑΝΤ. αναλήθεια, πλάνη1, ψέμα (1), ψεύδος 2. η ιδιότητα κάποιου πράγματος να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα: Αμφισβητώ/αποδεικνύω/ελέγχω/εξακριβώνω/επιβεβαιώνω την ~ των επιχειρημάτων/των καταγγελιών/των λόγων/της μαρτυρίας. Πβ. ακρίβεια, εγκυρότητα, ορθότητα. 3. αρχή, γνώση για την οποία δεν αμφιβάλλει κανείς: αιώνια/απόλυτη/άρρητη/αυταπόδεικτη/βιβλική/διαχρονική/δογματική/επιστημονική/θεμελιώδης/ιστορική/μαθηματική/μεταφυσική/(οντο)λογική/φιλοσοφική/χριστιανική ~. Κρυφές ~ειες. Αμφισβήτηση θεμελιωδών ~ειών. Πβ. αξίωμα. 4. γενικά παραδεκτή άποψη: Είπε μια μεγάλη ~. Στη συζήτηση ακούστηκαν πολλές ~ειες. Βλ. απόφθεγμα, σοφία. ● ΣΥΜΠΛ.: δόση/ίχνος αλήθειας: μέρος, ποσοστό, βαθμός αλήθειας: Δεν υπάρχει ~ ~ (= η παραμικρή αλήθεια) στους ισχυρισμούς της/στο δημοσίευμα. Υπάρχει αρκετή/κάποια/μια δόση ~ στις φήμες., ορός της αλήθειας & (λόγ.) ορός αληθείας: ουσία που προκαλεί ελαφριά νάρκωση και χορηγείται, για να ωθήσει αυτόν που ανακρίνεται, να μιλήσει ελεύθερα. Βλ. ανιχνευτής ψεύδους, ναρκανάλυση. [< αγγλ. truth serum, 1924, γαλλ. sérum de vérité] , τιμή αληθείας: η αλήθεια ή αναλήθεια μίας πρότασης ή δήλωσης: Το σύστημα της λογικής που εισηγήθηκε ο Αριστοτέλης βασίζεται στην αρχή ότι μία πρόταση μπορεί να λάβει δύο ~ές ~, την αλήθεια ή το ψεύδος. [< αγγλ. truth-value, 1903] ● ΦΡ.: από μικρό κι από τρελό μαθαίνεις την αλήθεια (παροιμ.): τα παιδιά και οι ψυχικά ασθενείς εκφράζονται με μεγαλύτερο αυθορμητισμό και ειλικρίνεια., για να λέμε/πούμε/πω την (καθαρή/μαύρη) αλήθεια: πρέπει να παραδεχτώ ή να αναγνωρίσω ότι: ~ ~, έφταιγες κι εσύ λίγο/τέτοια εξέλιξη δεν την περιμέναμε., η αλήθεια είναι/είναι αλήθεια ότι/πως (εμφατ.): είναι γεγονός, η πραγματικότητα είναι ότι ... : ~ ~ δεν μου αρέσει .../εργάστηκε πολύ σκληρά., η στιγμή/ώρα της αλήθειας: η ώρα της κρίσης, η στιγμή για κάτι σημαντικό: Έρχεται/έφτασε/πλησιάζει ~ ~. [< αγγλ. the moment of truth, 1932] , μα την αλήθεια (προφ.): έκφρ. επιβεβαίωσης: Ευχάριστη έκπληξη ~ ~! Ήθελα, ~ ~, να ήξερα πού βρίσκεται αυτή τη στιγμή!, αυτό/η αλήθεια/το σωστό να λέγεται βλ. λέω [< αρχ. ἀλήθεια, γαλλ. vérité, αγγλ. truth, γερμ. Wahrheit]

αναγνώριση

αναγνώριση[ἀναγνώριση] α-να-γνώ-ρι-ση ουσ. (θηλ.) 1. επιβεβαίωση, εξακρίβωση, διαπίστωση της ταυτότητας: Δεν ήταν εύκολη η ~ή του (: είχε αλλάξει).|| ~ πτώματος (: από συγγενή). Πβ. ταυτοποίηση.|| (ΣΤΡΑΤ.) Κατασκοπεία και ~ εδάφους. Πβ. ανίχνευση, διερεύνηση.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ σφάλματος/χρήστη. Σύνθεση και ~ φωνής. Οπτική ~ χαρακτήρων.|| Κάνω γραμματική/συντακτική ~ (λέξεων).|| (ΦΙΛΟΛ., κυρ. στην αρχαία τραγωδία, μετάβαση από την άγνοια στη γνώση της ταυτότητας ενός προσώπου:) Η σκηνή της ~ης. 2. αποδοχή, παραδοχή της ύπαρξης θετικού ή αρνητικού στοιχείου: ~ του ήθους/της θυσίας/της προσφοράς (βλ. δικαίωση, επιβράβευση). ~ του ταλέντου της από τον κόσμο. Χαίρει (γενικής) ~ης. Καλλιτέχνης με πανελλήνια και διεθνή/καθολική ~ (= καταξίωση). Πβ. απήχηση.|| ~ του προβλήματος. ~ του σφάλματος κάποιου (= ομολογία). 3. επίσημη αποδοχή της νομιμότητας, της εγκυρότητας ή της ύπαρξης: ~ συνταξιοδοτικού δικαιώματος/χρόνου στρατιωτικής υπηρεσίας. ~ τίτλων σπουδών της αλλοδαπής (/ακαδημαϊκή ~). Βλ. ΔΟΑΤΑΠ). ~ κράτους (: από τον ΟΗΕ). ~ ενός επαγγέλματος ως επικίνδυνου και ανθυγιεινού.|| (για παιδιά γεννημένα εκτός γάμου:) Δικαστική/εκούσια ~ της πατρότητας (τέκνου). ● ΣΥΜΠΛ.: αναγνώριση κλήσεων: ΤΗΛΕΠ. υπηρεσία που παρέχεται από τηλεφωνικές εταιρείες η οποία επιτρέπει στον χρήστη που δέχεται την κλήση να βλέπει στην οθόνη τον αριθμό τηλεφώνου του προσώπου που τον καλεί. [< αγγλ. call identification (service), 1969] [< 1: αρχ. ἀναγνώρισις, γαλλ. reconnaisance]

ανατίμηση

ανατίμηση[ἀνατίμηση] α-να-τί-μη-ση ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. αύξηση της τιμής νομίσματος, προϊόντος ή υπηρεσίας: αιφνίδια/αλματώδης ~. Διαδοχικές/μαζικές/σταδιακές ~ήσεις. ~ του πετρελαίου/των πρώτων υλών/της συναλλαγματικής ισοτιμίας/των χαρτοφυλακίων. ~ του ευρώ έναντι του δολαρίου. Κύμα ~ήσεων. Πβ. υπερτίμηση. ΑΝΤ. υποτίμηση (1) [< γερμ. Aufwertung, γαλλ. réévaluation, 1929]

δυστύχημα

δυστύχημα

[ἀναφορά] α-να-φο-ρά ουσ. (θηλ.) 1. προφορικός ή γραπτός λόγος για κάτι: άμεση/αναλυτική/απλή/αόριστη/γενική/ειδική/εκτενής/έμμεση/ευθεία (: χωρίς περιστροφές)/ευρεία/περιληπτική/σαφής/συχνή/τυχαία/υπαινικτική (πβ. νύξη) ~. ~ σε γεγονότα του παρελθόντος/στην κατάσταση/σε κάποιο πρόβλημα. Έκανε ~ στο/για το ... Γίνεται/υπάρχει ~ σε κάτι. Ντοκιμαντέρ με ~ στο περιβάλλον. Το κείμενο δεν περιέχει καμιά ~ στο ... ~ές στο επιστημονικό έργο. Πβ. μνεία. Βλ. αυτο~, ετερο~. 2. παράθεση: ενδεικτική/εξαντλητική/λεπτομερής/ονομαστική/συνοπτική ~. (Σωστή) ~ των γεγονότων/του ονόματος/της πηγής (πβ. παραπομπή). Βιβλιογραφική ~ (: παρουσίαση της βιβλιογραφίας στο τέλος μιας μελέτης). Βλ. ετερο~. 3. καταγγελία· (κατ΄επέκτ.) το αντίστοιχο έγγραφο: έγγραφη ~. Του έκανε ~.|| Μηνυτήρια/υπηρεσιακή ~. Καταθέτω/στέλνω/συντάσσω/υποβάλλω ~ (στην Υπηρεσία/στο Υπουργείο). 4. (γραπτή) έκθεση στοιχείων: εβδομαδιαία/εσωτερική/ετήσια/ημερήσια ~. Επίσημη ~ του ΟΗΕ (= υπόμνημα). Πβ. ραπόρτο. 5. ΠΛΗΡΟΦ.-ΤΗΛΕΠ. ενημέρωση του χρήστη σχετικά με την επιτυχία χρήσης μιας υπηρεσίας: (στο διαδίκτυο:) ~ λαθών/προβλημάτων/σφαλμάτων.|| (στο κινητό:) ~ές παράδοσης (μηνυμάτων). 6. ΣΤΡΑΤ. διαδικασία κατά την οποία οι οπλίτες μονάδας (ή υποδιαίρεσής της) παρατάσσονται και δηλώνεται επίσημα στον επικεφαλής ο αριθμός των παρόντων, των απόντων και των κωλυομένων: απογευματινή (: πριν από την απογευματινή εκπαίδευση)/βραδινή (: πριν από το σιωπητήριο)/πρωϊνή ~. Ο στρατιώτης βγήκε στην ~ παραπονούμενος για .../και ζήτησε να του δοθεί ολιγοήμερη άδεια. Τον έβγαλε στην ~ (: ο λοχίας τον στρατιώτη, λόγω απείθειας ή παραπτώματος). 7. σύνδεση, συσχέτιση: άξονας/βάση/δεδομένα/μοντέλο ~άς. 8. ΓΛΩΣΣ. συσχετισμός γλωσσικού στοιχείου με ένα προηγούμενο ή επόμενο, όπως αντωνυμίας με ουσιαστικό· σύνδεση κειμενικού στοιχείου με οντότητα (πρόσωπο, αντικείμενο, ιδιότητα, κατάσταση) του εξωτερικού-εξωγλωσσικού κόσμου, γνωστή στον ακροατή ή τον αναγνώστη: ενδοκειμενική/εξωκειμενική ~. Βλ. δείξη. 9. ΓΡΑΜΜ. (στην αρχ. ελλην. γλ.) η έννοια του "ως προς κάτι", "σχετικά με κάτι", που εκφράζεται με εμπρόθετο ή ονοματικό προσδιορισμό. ● ΣΥΜΠΛ.: αντικείμενο αναφοράς 1. το θέμα για το οποίο γίνεται λόγος· ό,τι βρίσκεται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος ή της προσοχής: Προσέχουμε να αλλάζουμε παράγραφο, όταν περνάμε από μια έννοια σε άλλη ή αλλάζει το ~ ~.|| Ο αρχιτέκτονας διατηρεί γραφείο με κύριο ~ ~ μελέτες δημοσίων έργων. 2. ΓΛΩΣΣ. οντότητα του εξωτερικού-εξωγλωσσικού κόσμου η οποία συνδέεται με το γλωσσικό σημείο (απλούστερα, τη λέξη) με εξωτερική σχέση δήλωσης (λατ. denotatio)· το αντικείμενο που δηλώνεται από το γλωσσικό σημείο ως όνομα: Το ~ ~ της λέξης "τραπέζι" είναι το ίδιο το πράγμα "τραπέζι"., βιβλίο/έργο αναφοράς & (σπανιότ.) εργασία αναφοράς: βασικό έργο, κυρ. λεξικό ή εγκυκλοπαίδεια, στο οποίο ανατρέχει κανείς για άντληση πληροφοριών. [< αγγλ. reference book/work] , δικαίωμα αναφοράς: ΝΟΜ. το δικαίωμα κάθε πολίτη, μεμονωμένα ή συλλογικά, τηρώντας τους νόμους του κράτους, να αναφέρεται εγγράφως στις Αρχές· το δικαίωμα των πολιτών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και κάθε φυσικού ή νομικού προσώπου που κατοικεί ή έχει την καταστατική του έδρα σε κράτος-μέλος, να υποβάλουν, ατομικά ή από κοινού με άλλους πολίτες ή πρόσωπα, αναφορά στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για θέμα που εμπίπτει στους τομείς δραστηριοτήτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης: Το Σύνταγμα καθιερώνει το ~ ~ των Ελλήνων προς τις Αρχές. , κέντρο αναφοράς 1. συντονιστικό όργανο (που παρέχει έγκυρη πληροφόρηση ή βοήθεια): εθνικό/ευρωπαϊκό ~ ~. ~ ~ AIDS/γρίπης. ~ ~ για την υγιεινή και ασφάλεια στην εργασία. 2. σημείο αναφοράς. [< γαλλ. centre de référence] , ορθή αναφορά: ΑΣΤΡΟΝ. ουρανογραφική συντεταγμένη για τον προσδιορισμό της θέσης αντικειμένου στην ουράνια σφαίρα· το αντίστοιχο του γεωγραφικού μήκους. Βλ. απόκλιση. [< αγγλ. right ascension] , σημείο αναφοράς 1. (μτφ.) οτιδήποτε κατέχει εξέχουσα θέση σε ένα σύνολο ή αποκτά κομβική σημασία: ~ ~ της πόλης αποτελεί η κεντρική πλατεία. Η Εκκλησία είναι ~ ~ για τον Ελληνισμό της Διασποράς. Πβ. τοπόσημο. ΣΥΝ. κέντρο αναφοράς (2) 2. ΤΟΠΟΓΡ. ακριβής θέση στην επιφάνεια της Γης, με δεδομένες συντεταγμένες και υψόμετρο, που χρησιμοποιείται για τοπογραφικούς σκοπούς. [< γαλλ. point de référence] , σύστημα αναφοράς: ΦΥΣ. που χρησιμοποιεί συντεταγμένες για τον εντοπισμό ορισμένης θέσης: αδρανειακό ~ ~. [< γαλλ. système (de) référence] , τιμή αναφοράς: που θεωρείται βάση για τον υπολογισμό αξίας, μεγέθους: βασική/καθαρή/ρυθμιζόμενη ~ ~. ~ ~ μετοχών/πετρελαίου/συναλλάγματος/χρυσού. ~ ~ για τα ελλείμματα/το χρέος. Βλ. αντικειμενική αξία. [< αγγλ. reference price/ value] , αιτιατική της αναφοράς (/του "κατά τι") βλ. αιτιατική, γενικευτική αναφορά βλ. αναφορά, Εθνικό Στρατηγικό Πλαίσιο Αναφοράς βλ. πλαίσιο, εργαστήριο αναφοράς βλ. εργαστήριο, Κοινό Ευρωπαϊκό Πλαίσιο Αναφοράς (για τις γλώσσες) βλ. πλαίσιο, κόλλα αναφοράς βλ. κόλλα, ομάδα αναφοράς βλ. ομάδα, τοπικότητα της αναφοράς βλ. τοπικότητα ● ΦΡ.: δίνω (σε κάποιον) αναφορά (συχνά ειρων.): τον ενημερώνω λεπτομερώς για κάτι· λογοδοτώ: Έχω κάθε δικαίωμα να πάω όπου θέλω, χωρίς να δώσω ~ σε κανέναν. ~ θα σου δώσω;, σε αναφορά με & (λόγ.) εν αναφορά προς (επίσ.): ως προς, όσον αφορά, σχετικά με: ~ ~ την ανωτέρω επιστολή, σας πληροφορούμε ότι ... [< 1,2,3: αρχ. ἀναφορά 1,2: αγγλ. reference, γαλλ. référence 3,4,5,6: αγγλ. report, γαλλ. rapport 7: μτγν. άναφορά, γαλλ. rapport, relation 8: αγγλ. anaphora, γαλλ. anaphore 9: μτγν.]

αντικειμενικός

αντικειμενικός, ή, ό [ἀντικειμενικός] α-ντι-κει-με-νι-κός επίθ. 1. που βασίζεται στην ή συμφωνεί με την πραγματικότητα και κατ' επέκτ. αμερόληπτος: ~ός: σκοπός/στόχος (= βασικός, κύριος). Αδύνατον για ~ούς λόγους να ... Βάσει ~ών στοιχείων. Πβ. πραγματικός.|| ~ή: αντιμετώπιση/αξιολόγηση/κρίση/κριτική. Κρατώ/τηρώ ~ή στάση. (για πρόσ.) ~ός: δικαστής/παρατηρητής. Πβ. ανεπηρέαστος, απροκατάληπτος. ΑΝΤ. μεροληπτικός, προκατειλημμένος.|| (ΦΙΛΟΣ.) ~ή: αλήθεια (= αδιάσειστη, αναμφισβήτητη, απόλυτη). ΑΝΤ. υποκειμενικός (1) 2. που σχετίζεται με συγκεκριμένο αντικείμενο: ~ός: φακός (: που εστιάζει στο αντικείμενο).|| (ΓΡΑΜΜ.) Γενική/δοτική ~ή (: για δήλωση του αντικειμένου της ενέργειας). ● επίρρ.: αντικειμενικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: στη σημ.1. ● ΣΥΜΠΛ.: αντικειμενικά κριτήρια 1. που βασίζονται σε πραγματικά δεδομένα: Πλήρωση θέσεων με ~ ~. 2. ΟΙΚΟΝ. με βάση τα οποία προσδιορίζεται το εισόδημα προσώπων, ανεξάρτητα από τη φορολογική τους δήλωση: ~ ~ για ελεύθερους επαγγελματίες/μικρομεσαίους/επιτηδευματίες.|| ~ ~ ελαχίστου εισοδήματος., αντικειμενική αξία & αντικειμενική τιμή: ΟΙΚΟΝ. καθορισμός της αξίας ενός ακινήτου (από το Υπουργείο Οικονομικών) με βάση αυστηρώς προσδιορισμένα κριτήρια (περιοχή, παλαιότητα): ~ ~ αυτοκινήτου/γης/τετραγωνικού μέτρου. [< γαλλ. objectif]

απόλυτος

απόλυτος, η, ο [ἀπόλυτος] α-πό-λυ-τος επίθ. 1. πλήρης, ολοκληρωτικός και κατ' επέκτ. αδιαμφισβήτητος: ~ος: σεβασμός (των δικαιωμάτων του παιδιού). ~η: ανάγκη (= επιτακτική)/ανεξαρτησία/δύναμη/ελευθερία/επιτυχία/ευθύνη/πειθαρχία/προτεραιότητα/τάξη. ~ο: δόγμα/(ΦΙΛΟΣ.) κακό/καλό. Καθολική και ~η απαγόρευση. Αναζήτηση της ~ης αλήθειας/γνώσης. Με ~η ακρίβεια/βεβαιότητα/πιστότητα/σαφήνεια. Έχουν τον ~ο έλεγχο. ~η ησυχία! Έχεις ~ο δίκιο.|| (λόγ.) Άτομο της απολύτου εμπιστοσύνης μου.|| (ΝΟΜ.) ~οι λόγοι απαραδέκτου.|| ~ος: άρχοντας/μονάρχης (: που έχει ~η εξουσία).|| (προφ.-εμφατ. + άρθ.) Ο ~ έρωτας! Η ~η ασυνεννοησία/ευτυχία/καταστροφή/ομορφιά! Επικρατεί η ~η σιωπή/το ~ο σκοτάδι! Ξεκίνησε από το ~ο μηδέν (= από το τίποτα)! Ο ~ σταρ! (= ο ένας και μοναδικός, ο τέλειος). Το ~ο αρσενικό/θηλυκό. 2. αδιάλλακτος: Μην είσαι τόσο ~ (στις απόψεις σου)! Πβ. δογματ-, κατηγορηματ-, μονολιθ-ικός. 3. (για μέγεθος) πραγματικός ως προς την τιμή του (βάσει συγκεκριμένης συνήθ. μονάδας μέτρησης), που δεν υπολογίζεται σε σχέση με κάτι άλλο: ~ος: χρόνος. ~η: αξία (ποσού)/ηλικία πετρωμάτων (σε χρόνια)/σύγκλιση/ταχύτητα. ~ες: συντεταγμένες.|| (ΦΥΣ.) ~η: πίεση (: που ξεκινά από το τέλειο κενό).|| (ΣΤΑΤΙΣΤ.) Μέση ~η απόκλιση. Σε ~ους αριθμούς/όρους, η αύξηση είναι ... ΑΝΤ. σχετικός (2) ● επίρρ.: απόλυτα & απολύτως (εμφατ.): ολοκληρωτικά, εντελώς: ~ απαραίτητος/ασφαλής/ικανοποιημένος/κατανοητός/σαφής/σίγουρος/υγιής. Αφοσιώνομαι/διαφωνώ/εμπιστεύομαι (κάποιον)/καταλαβαίνω/συμφωνώ/ταιριάζω (με κάποιον) ~α. Δεν κάνω/δεν παθαίνω ~ως τίποτα (πβ. τελείως). Δεν έχω καμία ~ως σχέση με την υπόθεση. Δεν φέρω καμία ~ως ευθύνη. Δεν αντιμετωπίζω κανένα ~ως πρόβλημα. ● ΣΥΜΠΛ.: απόλυτη θερμοκρασία: ΦΥΣ. που ξεκινά από το απόλυτο μηδέν: ελάχιστη/μέγιστη ~., απόλυτη μετοχή/απόλυτο απαρέμφατο: ΓΡΑΜΜ. (στην αρχ. Ελληνική) μετοχή ή απαρέμφατο που δεν εξαρτάται άμεσα από τους βασικούς όρους μιας πρότασης (το υποκείμενο ή το αντικείμενο): τούτου δοθέντος, ούτως ειπείν. Βλ. συνημμένη μετοχή. [< νεολατ. absolutus] , απόλυτη μουσική: ΜΟΥΣ. που βασίζεται στην καθαρή έμπνευση και πηγάζει από την μουσική την ίδια και όχι από εικόνες ή συναισθήματα. Βλ. προγραμματική μουσική., απόλυτη τιμή: ΜΑΘ. η τιμή (συμβ. |x|) πραγματικού αριθμού που ισούται με τον ίδιο τον αριθμό χωρίς πρόσημο. [< αγγλ. absolute value, 1907] , απόλυτο αριθμητικό: ΓΡΑΜΜ. που φανερώνει αριθμό: π.χ. δύο, τρία ..., απόλυτο κενό 1. ΦΥΣ. & (σπάν.) τέλειο κενό: χώρος ολοκληρωτικά άδειος από κάθε στοιχείο ύλης: Ο ήχος δεν διαδίδεται στο ~ ~. 2. (μτφ.) κάθε κατάσταση που χαρακτηρίζεται από έλλειψη ουσίας, ζωτικότητας, ενέργειας: Νιώθω το ~ ~., απόλυτο μηδέν: ΦΥΣ. η κατώτερη δυνατή θερμοκρασία (-273,15°C): Ένα σώμα παύει να έχει μάζα στο ~ ~. [< αγγλ. absolute zero] , απόλυτη πλειοψηφία βλ. πλειοψηφία, απόλυτη υγρασία βλ. υγρασία, απόλυτη φτώχεια βλ. φτώχεια, απόλυτο μέγεθος βλ. μέγεθος [< 1,3: μτγν. ἀπόλυτος, γαλλ. absolu 2: γαλλ. strict]

ασφάλεια

ασφάλεια[ἀσφάλεια] α-σφά-λει-α ουσ. (θηλ.) {-ας (λόγ.) -είας | -ών} 1. προστασία από κίνδυνο, τραυματισμό, βλάβη, ζημιά, καθώς και τα συναφή προστατευτικά μέτρα: δημόσια/διεθνής/εθνική/εναέρια/εργασιακή/κρατική/νομική/οικονομική/περιβαλλοντική/υγειονομική ~. Πυρηνική/στρατιωτική/συλλογική ~. ~ αεροσκάφους/πλοίου/φορτίου. ~ τροφίμων. Τεχνικοί ~είας. Για μεγαλύτερη ~. Για λόγους ~είας. Η ~ της πόλης/του σπιτιού/των συνόρων. Η στατική ~ της κατασκευής. ~ των καταναλωτών/των πολιτών. Η υγιεινή και ~ των εργαζομένων. Υποδείξεις για ~ από ηλεκτρισμό/σεισμό. Πρόληψη και ~. Βρίσκω/παρέχω ~. Δεν ετέθη σε κίνδυνο η ~ των επιβατών. Απειλείται/διακυβεύεται/εδραιώνεται η ~. Βλ. βιο~, πυρ~. 2. κατάσταση ή αίσθηση απουσίας κινδύνου: συναισθηματική ~. Αίσθημα ~ας. ~ και σιγουριά. Νιώθω ~ στο σπίτι μου. ΑΝΤ. ανασφάλεια 3. (ειδικότ.) διασφάλιση, κατοχύρωση, διαφύλαξη του απορρήτου: (ΝΟΜ.) εμπράγματη ~. Περιουσιακά στοιχεία που χρησιμοποιούνται ως ~ (= εγγύηση) για την αγορά.|| Απόλυτη/αυξημένη/υψηλή ~. ~ επικοινωνίας. ~ πληροφοριών/στοιχείων. Ηλεκτρονικές συναλλαγές με ~ των δεδομένων. 4. βεβαιότητα, σιγουριά: Πρόβλημα που δεν μπορεί να υπολογιστεί με ~. Συμπέρασμα που προκύπτει με ~. Με ~ προβλέπεται ότι … 5. (με κεφαλ. το αρχικό Α) υπηρεσία της Ελληνικής Αστυνομίας, αρμόδια για τη διαφύλαξη της δημόσιας τάξης· συνεκδ. το κτίριο όπου εδρεύει: Γενική/(παλαιότ.) Ειδική ~. Η ~ ερευνά την υπόθεση και εξετάζει όλα τα ενδεχόμενα.|| Ο δράστης/κατηγορούμενος κρατείται/προσήχθη στην ~. Μάρτυρες που κλήθηκαν στην ~, για να εξεταστούν. 6. φρουρά: ιδιωτική ~. Η προσωπική ~ του Υπουργού. Ειδοποιώ την ~ του κτιρίου. Βλ. σεκιούριτι. 7. ασφαλιστική εταιρεία, σύμβαση, ασφαλιστικό ταμείο, γενικότ. ασφάλιση: Η ~ καλύπτει τη ζημιά.|| Ιδιωτική/μικτή/ομαδική/προαιρετική/ταξιδιωτική/υποχρεωτική ~. ~ κλοπής/περίθαλψης/περιουσίας/σύνταξης/υγείας. ~ αυτοκινήτου/μοτοσικλέτας/σκάφους. Εμπειρογνώμονες/μεσίτες ~ών. Κάνω ~ (: υπογράφω συμβόλαιο).|| (για ασφάλιστρα) Πληρώνω την ~. Ακριβή/φτηνή ~.|| (προφ.) Θα εισπράξει την ~ (= την αποζημίωση).|| Έχω ~ (δημοσίου). Βλ. αντ~, τραπεζοασφάλειες. 8. ΗΛΕΚΤΡ. συσκευή που χρησιμοποιείται για την προστασία ενός ηλεκτρικού κυκλώματος από ρεύμα με ένταση μεγαλύτερη από το κανονικό: Έπεσε/κάηκε η ~ (του γενικού διακόπτη). Συσκευές με ενσωματωμένη αυτόματη ~ κατά της υπερθέρμανσης. Βλ. ρελέ. 9. μηχανισμός για προστασία, αποτροπή βλάβης, ανεπιθύμητης ή επικίνδυνης λειτουργίας: Η ~ του όπλου (: που εμποδίζει την τυχαία εκπυρσοκρότησή του).|| (σε αυτοκίνητο) Κλείνω την πόρτα και βάζω ~.ασφαλείας (λόγ.): για να χαρακτηριστεί κάτι που παρέχει προστασία: διακόπτης/συναγερμός/φωτιστικά ~. Ρολά ~.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Αντίγραφα ~ (= μπακ-απ). Κενό ασφαλείας. Κωδικός ~ (= πάσγουορντ ή πιν). ● ΣΥΜΠΛ.: ασφάλεια ζωής: σύμβαση με ασφαλιστική εταιρεία η οποία αναλαμβάνει τα έξοδα ιατρικής περίθαλψης ή την καταβολή αποζημίωσης, σε περίπτωση θανάτου ή ατυχήματος του ασφαλισμένου. [< γαλλ. assurance (sur la) vie] , ασφάλεια πυρός: ασφάλιση που καλύπτει ενδεχόμενη πυρκαγιά: ~ ~ και άλλων κινδύνων (π.χ. κλοπής/σεισμού). ~ ~ αυτοκινήτου/επιχείρησης/σπιτιού. Παρέχεται ~ ~. (βλ. πυρασφάλεια), δυνάμεις Ασφαλείας: αστυνομικές δυνάμεις επιφορτισμένες με τη διασφάλιση της τάξης. Βλ. ΜΑΤ. [< αγγλ. security forces, 1948] , ενεργειακή ασφάλεια: προστασία από τον κίνδυνο εξάντλησης των αποθεμάτων ενέργειας. [< αγγλ. energy security, 1960], ενεργητική ασφάλεια: που παρέχεται στον οδηγό από τα διάφορα συστήματα του αυτοκινήτου για την αποφυγή ατυχήματος (π.χ. σύστημα πέδησης, ABS, TCS)., κοινωνική ασφάλεια (συνήθ. με κεφαλ. τα αρχικά Κ,Α): παροχή οικονομικής βοήθειας και υπηρεσιών κοινωνικής πρόνοιας από ένα κράτος στους πολίτες: ~ ~ και κοινωνική αρωγή. Δίκαιο (της) ~ής ~ας. Πβ. κοινωνική ασφάλιση., μέτρα ασφαλείας: σύνολο μέτρων για την πρόληψη επαπειλούμενης διατάραξης της δημόσιας τάξης (όπως: κλοπής, κατασκοπείας, τρομοκρατικών ενεργειών): αυστηρά/δρακόντεια/έκτακτα/ισχυρά ~ ~. Ειδικά ~ ~ έλαβε η αστυνομία κατά τη διεξαγωγή του αγώνα. [< αγγλ. security measures, 1952] , οδική ασφάλεια: το σύνολο των μέτρων που αποσκοπούν στην προστασία όσων κινούνται στο οδικό δίκτυο: ~ ~ και κυκλοφοριακή αγωγή. [< αγγλ. road safety, γαλλ. sécurité routière] , παθητική ασφάλεια: που παρέχει η καμπίνα και γενικότ. το αμάξωμα στους επιβάτες σε περίπτωση σύγκρουσης. [< αγγλ. passive security] , πληροφορίες ασφαλείας: (κυρ. σε προϊόντα ή υπηρεσίες) οδηγίες για την διασφάλιση της σωστής χρήσης τους και την προστασία του καταναλωτή ή του χρήστη., Συμβούλιο Ασφαλείας: ΠΟΛΙΤ. μόνιμο Συμβούλιο των Ηνωμένων Εθνών, υπεύθυνο για τη διατήρηση της παγκόσμιας ειρήνης και ασφάλειας, με πέντε μόνιμα κράτη-μέλη και δέκα επιλεγμένα εκ περιτροπής μεταξύ άλλων κρατών-μελών: Αποφάσεις/ψηφίσματα του ~ίου ~είας. [< αγγλ. Security Council, 1946] , συστήματα ασφαλείας {σπανιότ. στον εν.}: τεχνολογικά προϊόντα διαφόρων ειδών που έχουν ως σκοπό την αποτροπή κινδύνου: ηλεκτρονικά/προηγμένα/σύγχρονα ~ ~. ~ ~ και πυρανίχνευσης/συναγερμού. Πβ. σύστημα προστασίας. [< αγγλ. security systems] , Σώματα Ασφαλείας: το Αστυνομικό, το Λιμενικό και το Πυροσβεστικό Σώμα και το προσωπικό που υπηρετεί στα Σώματα αυτά: Οι Ένοπλες Δυνάμεις και τα ~ ~ (= δημόσια δύναμη)., τιμή ασφαλείας: (κυρ. για αγροτικά προϊόντα) τιμή κάτω από την οποία δεν μπορεί να πωληθεί κάτι: κατώτατη ~ ~., υψίστης ασφαλείας (λόγ.): για να χαρακτηριστεί κάτι που παρέχει τη μέγιστη ασφάλεια: μέτρα/φυλακές ~ ~., φυσική ασφάλεια: το σύνολο των μέτρων που λαμβάνονται για την προστασία του προσωπικού και των δεδομένων μιας επιχείρησης, ενός οργανισμού από φυσικές καταστροφές. [< αγγλ. physical security] , αντίγραφο ασφαλείας βλ. αντίγραφο, απόσταση ασφαλείας βλ. απόσταση, ασφαλιστική δικλείδα/δικλείδα ασφαλείας βλ. δικλείδα, ζώνη ασφαλείας βλ. ζώνη, κάμερα ασφαλείας βλ. κάμερα, κλειδαριά ασφαλείας βλ. κλειδαριά, πιστοποιητικό ασφαλείας βλ. πιστοποιητικό, πόρτα ασφαλείας βλ. πόρτα, προσωπικό ασφαλείας βλ. προσωπικό, Τάγματα Ασφαλείας βλ. τάγμα, φως ασφαλείας βλ. φως ● ΦΡ.: με ασφάλεια: με τρόπο που να παρέχει προστασία από κίνδυνο: Οδηγώ/ταξιδεύω ~ ~., ησυχία, τάξη και ασφάλεια βλ. ησυχία [< 1: αρχ. ἀσφάλεια 2,3,4,6,7: γαλλ. sécurité, sûreté 5: αγγλ. insurance, γαλλ. assurance]

γκολ

γκολουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. (στο ποδόσφαιρο και σε ομαδικά αθλήματα, όπως το χάντμπολ, το πόλο, το χόκεϊ) επιτυχές αποτέλεσμα που σημειώνεται όταν η μπάλα περνά τη γραμμή της αντίπαλης εστίας: γρήγορο (: στην αρχή του ματς)/εντυπωσιακό/έτοιμο (πβ. πάρε-βάλε)/καθαρό/παλικαρίσιο (: που επιτεύχθηκε με προσωπική ενέργεια του ποδοσφαιριστή)/κινηματογραφικό (= θεαματικό)/νικητήριο/σούπερ ~. ~ με κεφαλιά/πέναλτι. Το ~ της ισοφάρισης. Ισοπαλία χωρίς ~ (= λευκή ισοπαλία). Βάλαμε/δεχτήκαμε/φάγαμε ~. Μπήκε/σημειώθηκε ~. Μας έριξαν τέσσερα ~. Το ~ δεν μέτρησε (: ακυρώθηκε). (ως επιφών.) Γκοοολ! Πβ. σκοράρισμα, τέρμα. Βλ. αυτογκόλ, καλάθι. ● Υποκ.: γκολάκι (το) ● Μεγεθ.: γκολάρα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: γκολ φάουλ ΑΘΛ. 1. (στο ποδόσφαιρο) τέρμα με απευθείας εκτέλεση φάουλ: αριστοτεχνικό/εκπληκτικό/υπέροχο ~ ~ από τον ... 2. (στο μπάσκετ) καλάθι και μια ελεύθερη βολή από τον παίκτη που το πέτυχε. Βλ. τετράποντο. ● ΦΡ.: γκολ από τα αποδυτήρια (μτφ.): που σημειώνεται στα πρώτα λεπτά του πρώτου ή του δεύτερου ημιχρόνου., γκολ της τιμής: που επιτυγχάνεται συνήθ. προς το τέλος του αγώνα από ομάδα η οποία χάνει με μεγάλη διαφορά και με το οποίο θεωρείται ότι διασώζεται κάπως το γόητρό της., είμαι/έγινα/βγήκα γκολ (αργκό): νιώθω εξάντληση κυρ. από μεθύσι: Μετά από το τρίτο ουίσκι έγινα ~ (= λιώμα, πίτα, σκνίπα, στουπί, τύφλα, φέσι). [< αγγλ. goal]

γνωριμία

γνωριμίαγνω-ρι-μί-α ουσ. (θηλ.) {γνωριμι-ών} & (λαϊκό) γνωριμιά 1. παρουσίαση, σύσταση ενός προσώπου σε ένα άλλο και η κοινωνική σχέση που αναπτύσσεται μεταξύ τους: επαγγελματική/ερωτική/φιλική ~. Επίσκεψη/συνάντηση ~ας. Έκανε (σημαντικές) ~ες με εξέχουσες προσωπικότητες (= γνώρισε). Βλ. αλληλο~.|| (ειδικότ.) ~ γάμου (: με σκοπό τον γάμο). Αγγελίες ~ών. || Γεύμα/δείπνο/δώρο ~ας. 2. (συνεκδ.) το πρόσωπο που γνωρίζει κάποιος· γνώριμος, γνωστός: κύκλος ~ών. Έχει πολιτικές/προσωπικές/υψηλές ~ες. ~ες και διασυνδέσεις. Πρόκειται για (μια) απλή ~, τίποτα περισσότερο. Μου θυμίζει μια παλιά μου ~ (= σχέση). 3. επαφή, εξοικείωση: ~ με το έργο του μεγάλου λογοτέχνη (πβ. τριβή). Μια πρώτη ~ με την πόλη. ● ΣΥΜΠΛ.: τιμή γνωριμίας: πώληση νέου προϊόντος σε τιμή χαμηλότερη της κανονικής, με σκοπό την προσέλκυση αγοραστών: Ο πρώτος τόμος διατίθεται σε ~ ~. [< αγγλ. introduction price] , γραφείο συνοικεσίων/γνωριμιών βλ. συνοικέσιο ● ΦΡ.: χάρηκα για τη γνωριμία! (προφ.): τυπικός χαιρετισμός όταν δύο πρόσωπα συστήνονται μεταξύ τους. [< μεσν. γνωριμία, γαλλ. connaissance]

δείκτης

δείκτηςδεί-κτης ουσ. (αρσ.) {δεικτών} & (προφ.) δείχτης 1. (επιστ.) αριθμός που εκφράζει την ποσοστιαία σύγκριση δύο μεγεθών και χρησιμοποιείται κυρ. για να διευκολύνει τη μελέτη της διαχρονικής μεταβολής ενός φαινομένου: υψηλός/χαμηλός ~. Ο ~ αυξάνεται/μειώνεται. ~ ακροαματικότητας/αξιολόγησης/απόκλισης/αποτελεσματικότητας/ασφαλείας (των πτήσεων)/διαφθοράς. ~ες ποιότητας (= ποιοτικοί ~ες). Βλ. αριθμο~.|| (ΟΙΚΟΝ.) Οικονομικός/χρηματοοικονομικός ~. ~ αγοραστικής δύναμης/αναφοράς/ανεργίας/ανταγωνιστικότητας/απόδοσης (ενεργητικού)/αποδοτικότητας (ιδίων κεφαλαίων)/βιομηχανικής παραγωγής/δαπανών/εκροών/εμπιστοσύνης (επιχειρήσεων/καταναλωτή)/κερδοφορίας/κόστους/παραγωγικότητας. Ο ~ ανεβαίνει/πέφτει.|| (ΙΑΤΡ.) Αιματολογικοί/βιολογικοί (= βιοδείκτες)/βιοχημικοί ~ες.|| Οι διακοπές (ως) ~ (= στοιχείο) ευημερίας.|| ~ βιβλιογραφικών αναφορών [< αγγλ. citation index, } 2. ΤΕΧΝΟΛ. κινητή βελόνα σε βαθμονομημένη κλίμακα οργάνου μετρήσεως· κατ' επέκτ. οτιδήποτε παρέχει ένδειξη μεταβολής φυσικού μεγέθους: οι ~ες του ρολογιού (βλ. λεπτο~, ωρο~). Ο ~ του βαρόμετρου/της ζυγαριάς/της πυξίδας.|| ~ βενζίνης/θερμοκρασίας/πίεσης/ροής. Χιλιομετρικός ~ (: μικρή πινακίδα στην οποία αναγράφεται η απόσταση από δεδομένο σημείο σε χιλιόμετρα, βλ. οδο~). Βλ. ανεμο~.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ ποντικιού (= κέρσορας). 3. κάθε αριθμητικό ή γραμματικό σύμβολο που γράφεται κάτω και δεξιά από άλλο, για να το χαρακτηρίσει: (ΜΑΘ.) a1+ a2 = 10 (: για να υποδηλώσει εξάρτηση της μεταβλητής από συγκεκριμένο υποσύνολο τιμών). Βλ. εκθέτης.|| (ΧΗΜ.) H2O (: για την υπόδειξη του αριθμού των ατόμων ενός στοιχείου που περιέχονται στο μόριο της χημικής ένωσης). 4. ΑΝΑΤ. το δάχτυλο δίπλα στον αντίχειρα. ΣΥΝ. λιχανός 5. ΜΑΘ. αριθμός που γράφεται στα αριστερά του ριζικού και εκφράζει την τάξη της ζητούμενης ρίζας (τετραγωνική, κυβική). 6. ΧΗΜ. ουσία της οποίας το χρώμα μεταβάλλεται όταν προστίθεται σε διάλυμα, υποδεικνύοντας την επιτέλεση συγκεκριμένης χημικής αντίδρασης (με οξύ ή με βάση). 7. ΓΛΩΣΣ. λέξη δηλωτική κυρ. γλωσσικής λειτουργίας (ας, θα, να, σαν, ως): κειμενικοί/συνομιλιακοί ~ες ή ~ες λόγου (: παραπέμπουν σε πληροφορίες που προηγούνται ή έπονται π.χ. άλλωστε, γι΄ αυτό, δηλαδή, ιδίως, όμως, συνεπώς). Πβ. μόριο. 8. ΠΛΗΡΟΦ. μεταβλητή, της οποίας η τιμή δείχνει τη θέση μιας άλλης μεταβλητής στη μνήμη του υπολογιστή. 9. βέργα ή συσκευή φωτεινής δέσμης ως μέσο υπόδειξης σε επιφάνεια (χάρτη, πίνακα, γραφική παράσταση). ● ΣΥΜΠΛ.: (Γενικός) Δείκτης Τιμών: ΟΙΚΟΝ. αριθμοδείκτης που εκφράζει την ποσοστιαία μεταβολή στο γενικό επίπεδο τιμών ενός συνόλου αγαθών και υπηρεσιών που παράγονται σε μια οικονομία: Γενικός ~ ~ Καταναλωτή (ακρ. ΓΔΤΚ)/λιανικής. ~ ~ στο ΧΑΑ. ~ ~ Dow-Jones/Nikkei (= οι χρηματιστηριακοί δείκτες σε Νέα Υόρκη/Τόκιο αντίστοιχα). Τάσεις σταθεροποίησης παρουσίασε ο ~ ~. Πβ. χρηματιστήριο. [< αγγλ. general price index] , Δείκτης Τιμών Καταναλωτή: ΟΙΚΟΝ. αντιπροσωπεύει τις τιμές των αγαθών και υπηρεσιών που αγοράζει ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα νοικοκυριών. Βλ. εναρμονισμένος, καλάθι της νοικοκυράς. [< αγγλ. consumer price index, 1945] , γενετικός δείκτης βλ. γενετικός, δείκτης απήχησης βλ. απήχηση, δείκτης γεννητικότητας βλ. γεννητικότητα, δείκτης γήρανσης βλ. γήρανση, δείκτης διάθλασης βλ. διάθλαση, δείκτης δυσφορίας βλ. δυσφορία, δείκτης εγκληματικότητας βλ. εγκληματικότητα, Δείκτης Μάζας Σώματος (ΔΜΣ) βλ. μάζα, δείκτης νοημοσύνης βλ. νοημοσύνη, δείκτης πορείας βλ. πορεία, δείκτης προστασίας βλ. προστασία, δείκτης στάθμης βλ. στάθμη, καρκινικοί δείκτες βλ. καρκινικός [< μτγν. δείκτης, γαλλ. indice, indicateur, αγγλ. index, indicator, pointer, γερμ. Index]

δελτίο

δελτίοδελ-τί-ο ουσ. (ουδ.) 1. μικρό έντυπο, συνήθ. καρτέλα, με καταγεγραμμένα στοιχεία: βιβλιογραφικό/ηλεκτρονικό/μηχανογραφικό/στατιστικό ~. Ετήσιο/μηνιαίο/συγκεντρωτικό ~. ~ απογραφής/αποστολής/ατομικών στοιχείων/παραγγελίας/παραλαβής/προόδου/συμμετοχής. ~ ΠΡΟ-ΠΟ. ~α κοινωνικού τουρισμού. Ατομικό ~ υγείας.|| (συνοπτική έκθεση Αρχής:) Ιατρικό ~. Έκδοση ~ου τεχνικού ελέγχου οχημάτων (βλ. ΚΤΕΟ). 2. (με κεφαλ. Δ) τίτλος άρθρων εφημερίδας και γενικότ. περιοδική έκδοση με μελέτες ειδικού περιεχομένου: εμπορικό/ενημερωτικό/οικονομικό ~. Το ~ του συλλόγου. ● ΣΥΜΠΛ.: δελτίο ειδήσεων: τηλεοπτική ή ραδιοφωνική παρουσίαση των πρόσφατων σημαντικών γεγονότων: αναλυτικό/απογευματινό/βραδινό/έκτακτο/κεντρικό/μεσημβρινό/πρωινό/σύντομο/τοπικό ~ ~.|| (προφ.) Το δελτίο των οχτώ. ΣΥΝ. ειδήσεις [< αγγλ. news bulletin, 1915] , δελτίο καιρού/μετεωρολογικό δελτίο: πρόγνωση της Μετεωρολογικής Υπηρεσίας: ~ ~ για τους αγρότες. [< γαλλ. bulletin météorologique] , δελτίο παροχής υπηρεσιών: ΟΙΚΟΝ. μπλοκ με σφραγισμένα στελέχη που εκδίδεται από ελεύθερους επαγγελματίες ή επιχειρήσεις για παροχή υπηρεσιών: Αμείβομαι/εργάζομαι με ~ ~. Κόβω ~ ~. Πβ. μπλοκάκι., δελτίο ταυτότητας: επίσημο έντυπο με το οποίο πιστοποιούνται τα στοιχεία του κατόχου του: αστυνομικό (= αστυνομική ταυτότητα)/υπηρεσιακό ~ ~. Βλ. ΑΔΤ. [< γαλλ. carte d'identité] , δελτίο τιμών: ΟΙΚΟΝ. έγγραφο που εκδίδεται από αρμόδια δημόσια υπηρεσία και περιέχει τις ενδεικτικές ή υποχρεωτικές τιμές για ορισμένες κατηγορίες προϊόντων: ημερήσιο ~ ~. ~ ~ συναλλάγματος/φαρμάκων., δελτίο Τύπου: σύντομο κείμενο, που εκδίδει και διανέμει στον Τύπο επίσημος φορέας ή συλλογικό όργανο, με το οποίο γνωστοποιείται ένα γεγονός και δίνονται οι απαραίτητες πληροφορίες για αυτό. Πβ. ανακοίνωση Τύπου. [< αγγλ. press release, 1958] , τεχνικό δελτίο (έργου): το οποίο υποβάλλεται προς έγκριση, παρέχοντας στοιχεία για τον τεχνικό προσδιορισμό ενός έργου (είδος, σκοπιμότητα, χρονοδιάγραμμα, κόστος, εμπλεκόμενοι φορείς)., δελτίο θυέλλης βλ. θύελλα ● ΦΡ.: με το δελτίο: σε πολύ μικρή ποσότητα, με οικονομία: ~ ~ τα καύσιμα/το νερό. Τα τρόφιμα μοιράζονταν ~ ~. [< αρχ. δελτίον, γαλλ. billet, bulletin, carnet]

εκκίνηση

εκκίνηση[ἐκκίνηση] εκ-κί-νη-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): έναρξη ενέργειας, λειτουργίας ή ειδικότ. αγώνα ταχύτητας ανάμεσα σε αθλητές και συνεκδ. το σημείο από το οποίο ξεκινούν: ~ κινητήρα (βλ. σπινθήρας). ~ (= άνοιγμα) επιχείρησης. Πβ. ξεκίνημα.|| (ΑΘΛ.) ~ μαραθωνίου. Γραμμή ~ης (πβ. αφετηρία). Άκυρες ~ήσεις.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ υπολογιστή (ΑΝΤ. τερματισμός). Δισκέτα/μενού ~ης. Αυτόματη ~ εφαρμογών/προγραμμάτων/συστήματος. Βλ. επαν~. ● ΣΥΜΠΛ.: τιμή εκκίνησης 1. η αρχική τιμή αντικειμένου σε δημοπρασία. 2. αυτή με την οποία εισάγεται μετοχή στο χρηματιστήριο προς διαπραγμάτευση. [< αγγλ. start value, γαλλ. valeur initial] , βατήρας εκκίνησης βλ. βατήρας [< μεσν. εκκίνησις]

εναρμονισμένος

εναρμονισμένος, η, ο [ἐναρμονισμένος] ε-ναρ-μο-νι-σμέ-νος επίθ.: που βρίσκεται σε αρμονία με κάτι: ξενώνας από πέτρα και ξύλο ~ με το τοπίο. ~ες πρακτικές τιμολόγησης (των υπηρεσιών).|| (για πρόσ.) ~οι με το πνεύμα των Χριστουγέννων. Πβ. ευθυγραμμι-, προσαρμο-σμένος. ● ΣΥΜΠΛ.: εναρμονισμένος δείκτης τιμών καταναλωτή/πληθωρισμός: ΟΙΚΟΝ. συγκρίσιμος δείκτης τιμών καταναλωτή που καταρτίζει κάθε κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης., εναρμονισμένα πρότυπα βλ. πρότυπο ● βλ. εναρμονίζω [< γαλλ. harmonisé, αγγλ. harmonized]

ενδεικτικός

ενδεικτικός, ή, ό [ἐνδεικτικός] εν-δει-κτι-κός επίθ.: που παρέχει ένδειξη για κάτι: ~ός: κατάλογος/πίνακας/προϋπολογισμός. ~ή: αξία (πβ. συμβολικός)/βιβλιογραφία (: βασική). ~ό: κόστος/παράδειγμα (= αντιπροσωπευτικό, χαρακτηριστικό)/πελατολόγιο/πρόγραμμα/σχέδιο/υλικό. ~ά: στοιχεία. ~ές: απαντήσεις. ~ό είναι το γεγονός ότι … ~ό της κατάστασης που επικρατεί είναι ... Πβ. δηλωτ-, εμφαντ-ικός. ● επίρρ.: ενδεικτικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: (προφ.) ~ σας αναφέρω/παραθέτω κάποια θέματα ... ● ΣΥΜΠΛ.: ενδεικτική ημερήσια πρόσληψη (κ. με κεφαλ. τα αρχικά Ε, Η, Π): συνολική ημερήσια ποσότητα θερμίδων, πρωτεϊνών, υδατανθράκων, σακχάρων, (κορεσμένων) λιπαρών, νατρίου και φυτικών ινών που ενδείκνυται να προσλαμβάνει υγιής ενήλικος ή παιδί. [< αγγλ. Guideline Daily Amounts (GDAs)] , ενδεικτική τιμή: προτεινόμενη τιμή πώλησης: ~ ~ γεύματος/δωματίου., ενδεικτική λυχνία βλ. λυχνία [< μτγν. ἐνδεικτικός, γαλλ. indicatif]

ένεκεν

ένεκεν[ἕνεκεν] έ-νε-κεν πρόθ. (λόγ.): ένεκα· συνήθ. στη ● ΦΡ.: τιμής ένεκεν: σε ένδειξη τιμής, τιμητικά: βραβείο/έπαινος ~ ~. Του δόθηκε, ~ ~, η ελληνική ιθαγένεια. [< λατ. honoris causa/gratia] [< αρχ. ἕνεκεν]

ευκαιρία

ευκαιρία[εὐκαιρία] ευ-και-ρί-α ουσ. (θηλ.) {ευκαιρι-ών} 1. ευνοϊκή, κατάλληλη στιγμή, για να συμβεί κάτι ή να κάνει κάποιος κάτι: δεύτερη/διπλή/ιστορική/μοναδική/νέα/τελευταία ~. Αναζήτηση/απώλεια/δημιουργία ~ών. Με/σε κάθε ~. Αξιοποιώ/βρίσκω/εκμεταλλεύομαι την ~. Παρουσιάζεται μία ~. Επωφελούμαι της ~ας. Είναι καλή ~ να λύσετε τις διαφορές σας. Είναι η ~ της ζωής σου! Όταν έχω/μόλις βρω ~ (= χρόνο). ~ (= αφορμή) έψαχνα, για να σε συναντήσω. 2. δυνατότητα για την πραγματοποίηση ενός στόχου: επαγγελματική/επενδυτική/επιχειρηματική ~. Δίκτυο/σχολείο πολλαπλών ~ών (για νέους). Δίνω/παρέχω/προσφέρω σε κάποιον την ~ να/για ... Μου δόθηκε η ~ να/για ... Στερώ από κάποιον την ~ για/να ... Έχασε/κλότσησε την ~ να ... ~ες ανάπτυξης/απασχόλησης/εργασίας/καριέρας/μάθησης/σταδιοδρομίας/χρηματοδότησης (ενός έργου). Χαμένες ~ες για γκολ. Πβ. ευχέρεια. 3. αγορά αγαθού σε συμφέρουσα τιμή και το ίδιο το αγαθό: Ο εκτυπωτής (που αγόρασα) ήταν μεγάλη ~. Πβ. κελεπούρι. ● ΣΥΜΠΛ.: ισότητα ευκαιριών: ΝΟΜ. η συνταγματική αρχή της ίσης μεταχείρισης όλων των ανθρώπων, χωρίς διακρίσεις λόγω φυλής, χρώματος, θρησκείας, εθνικότητας, φύλου, φυσικής ή διανοητικής υστέρησης, ηλικίας: ~ ~ για άτομα με ειδικές ανάγκες/στην αγορά εργασίας/στην εκπαίδευση/μεταξύ ανδρών και γυναικών., κόστος ευκαιρίας & εναλλακτικό κόστος: ΟΙΚΟΝ. το κέρδος από μια συναλλαγή ή επένδυση σε σχέση με το διαφυγόν κέρδος που θα προέκυπτε από μια εναλλακτική αντίστοιχη ενέργεια. [< αγγλ. opportunity cost, 1911] , σημαία ευκαιρίας βλ. σημαία, σχολείο δεύτερης ευκαιρίας βλ. σχολείο ● ΦΡ.: αρπάζω την ευκαιρία (από τα μαλλιά) (προφ.): αξιοποιώ αμέσως τη δυνατότητα που μου δίνεται., δεν αφήνω/δεν χάνω ευκαιρία για/να ...: για κάτι που κάνει κάποιος κάθε φορά που παρουσιάζονται οι κατάλληλες συνθήκες: Δεν αφήνει ~ για πείραγμα. Δεν χάνει ~ να μου δημιουργεί προβλήματα/να περηφανεύεται για τα κατορθώματά του.|| (ειρων.) Μη χάσεις ~ εσύ και δεν σχολιάσεις., με την ευκαιρία & (λόγ.) επί τη ευκαιρία/επ' ευκαιρία: (+ γεν.) λόγω, με αφορμή, εκμεταλλευόμενος την περίσταση: ~ ~ της επετείου του γάμου σας/της ονομαστικής σας εορτής ...|| ~ ~ (: μιας και το έφερε η κουβέντα), θα ήθελα να προσθέσω ότι ... [< γαλλ. à l'occasion de] , με την πρώτη/σε πρώτη ευκαιρία: μόλις μπορέσω, όταν έρθει η κατάλληλη στιγμή: ~ ~ θα τα πούμε από κοντά. Θα έρθω να σε δω ~ ~., σε δεδομένη ευκαιρία: μόλις δημιουργηθούν οι κατάλληλες προϋποθέσεις., σε τιμή ευκαιρίας: σε συμφέρουσα για τον αγοραστή τιμή, πολύ οικονομικά: (σε αγγελίες) Ηλεκτρικά είδη ~ ~. Μονοκατοικία πωλείται ~ ~. Πβ. οκαζιόν., αδράχνω την ευκαιρία βλ. αδράχνω, ανοίγω ευκαιρίες βλ. ανοίγω, δράττομαι της ευκαιρίας βλ. δράττομαι, ευκαιρίας δοθείσης/δοθείσης (της) ευκαιρίας βλ. δοθείς [< αρχ. εὐκαιρία ‘κατάλληλος χρόνος, αφθονία, ευημερία’, γαλλ. occasion]

καμάρι

καμάρικα-μά-ρι ουσ. (ουδ.): περηφάνια· συνεκδ. ό,τι προκαλεί το αντίστοιχο συναίσθημα: Δεν κρύβεται το ~ της για σένα! Το έχει ~ (= καμαρώνει) που ... Λάμπει/φουσκώνει από ~. Τον κοιτούσε με ~.|| Περπατούσε με/όλο ~ (= καμαρωτά).|| Η εκκλησία είναι το ~ του χωριού. Πβ. αγλάισμα, καύχημα, κόσμημα, στολίδι.|| (για πρόσ.) Είναι το ~ της οικογένειας. Πβ. τιμή. ΑΝΤ. μαύρο πρόβατο, ντροπή.|| (οικ.) Καλώς το ~ μου (: το παιδί μου)! Μπράβο σου, ~ μου (: αστέρι/χαρά μου)!|| (ειρων.) Πάλι τα έκαναν θάλασσα τα ~ια μας! ● ΦΡ.: τιμή μου και καμάρι μου (επιτατ.): δεν ντρέπομαι καθόλου για μια ιδιότητά μου: ~ ~ που δουλεύω ως .../κατάγομαι από ..., ο κόσμος το 'χει τούμπανο/βούκινο κι εμείς κρυφό καμάρι βλ. κόσμος [< μεσν. καμάρι(ν)]

κόστος

κόστοςκό-στος ουσ. (ουδ.) {κόστ-ους | σπάν. κόστη} 1. ΟΙΚΟΝ. το απαιτούμενο χρηματικό ποσό για την απόκτηση ή παραγωγή αγαθών ή υπηρεσιών, τη διεκπεραίωση ενός έργου: άμεσο/αρχικό/βιομηχανικό/ελάχιστο/έμμεσο/ετήσιο/καθαρό/λειτουργικό/μειωμένο/μηδενικό/μηνιαίο/μισθολογικό/οριακό/πραγματικό/πρόσθετο/σταθερό/συμπληρωματικό/συνολικό/τελικό/υψηλό/χαμηλό ~. ~ αγοράς/αποστολής (παραγγελίας)/διαμονής/διανομής/διατήρησης (αποθεμάτων)/εγγραφής/εγκατάστασης/εκτύπωσης/επεξεργασίας/εργασιών/κατασκευής/των καταστροφών/κεφαλαίου/(τηλεφωνικής) κλήσης/κτήσης (πληροφοριακών συστημάτων)/λειτουργίας/μεταφοράς (βλ. ναύλος)/μονάδας/παραγωγής/πρόσβασης/πωλήσεων/σπουδών/συμμετοχής/συντήρησης/σχεδιασμού/υγείας/φοίτησης/χρήσης (αυτοκινήτου). ~-απόδοση/ζημία/όφελος. Ανάλυση/αύξηση/εκτίμηση (πβ. κοστολόγηση)/κάλυψη/κατανομή/κέντρα/μείωση/παράγοντες/περικοπές/συνάρτηση/υπολογισμός ~ους. ~ σε ευρώ. Διαχειριστικά ~η. Πβ. αξία, τιμή. ΑΝΤ. κέρδος (1) 2. (μτφ.) οι δυσάρεστες συνέπειες απόφασης, επιλογής, πράξης: ανυπολόγιστο/κοινωνικό/οικολογικό ~. Ψυχικό και σωματικό ~. Πβ. τίμημα. ● ΣΥΜΠΛ.: εργατικό κόστος: ΟΙΚΟΝ. οι μισθοί (ημερομίσθια ή/και ωρομίσθια) και οι εισφορές των εργοδοτών στα διάφορα ταμεία κοινωνικής ασφάλισης: φθηνό ~ ~., κόστος ζωής: οι συνολικές δαπάνες οι οποίες απαιτούνται για την αγορά βασικών ειδών ή υπηρεσιών (φαγητό, ενδυμασία, στέγη) που εξασφαλίζουν ικανοποιητικό επίπεδο ανθρώπινης διαβίωσης: δείκτης ~ους ~. Αυξημένο το ~ ~ στις τουριστικές περιοχές. Πβ. επίπεδο τιμών.[< αγγλ. cost of living, γαλλ. le coût de la vie] , μέσο κόστος: ΟΙΚΟΝ. το συνολικό ποσό που απαιτείται για την παραγωγή προϊόντων διαιρούμενο με την αντίστοιχη ποσότητα που παράχθηκε., πολιτικό κόστος: αρνητική επίπτωση στη δημοφιλία κομμάτων ή προσώπων που ασκούν εξουσία για αποφάσεις ή ενέργειές τους: Αναλαμβάνω/δεν με ενδιαφέρει το ~ ~. Το βαρύ ~ ~ των κυβερνητικών μεταρρυθμίσεων. Πάταξη της διαφθοράς παρά το (όποιο) ~ ~., τιμή κόστους & κόστος: ΟΙΚΟΝ. η αξία ενός προϊόντος που συμπίπτει με τη δαπάνη παραγωγής του, χωρίς δηλ. να αφήνει κέρδος: Διατίθεται σε ~ ~. Πωλείται κάτω του ~ους., το κόστος του χρήματος: ΟΙΚΟΝ. το κέρδος που προκύπτει από το αρχικό κεφάλαιο δανεισμού και το τελικό πληρωτέο ποσό, όπως διαμορφώνεται από τα επιτόκια τη δεδομένη χρονική στιγμή, ο τόκος δανεισμού από χρηματοπιστωτκό οργανισμό., κόστος ανάπτυξης βλ. ανάπτυξη, κόστος ευκαιρίας βλ. ευκαιρία, πληθωρισμός κόστους βλ. πληθωρισμός ● ΦΡ.: μετράω το κόστος βλ. μετρώ [< ιταλ. costo, αγγλ. cost, γαλλ. coût]

λεγεώνα

λεγεώναλε-γε-ώ-να ουσ. (θηλ.) 1. ΙΣΤ. η βασική μονάδα του ρωμαϊκού στρατού. Βλ. φάλαγγα1.|| (κατ' επέκτ., στρατιωτικό σώμα εθελοντών ή μισθοφόρων, κυρ. ξένων:) Η ~ των φιλελλήνων (: το 1821 και στον πόλεμο του 1897). Η Λ~ των Ξένων (: στη Γαλλία). 2. (σπάν.-μτφ.) πλήθος: ~ες ανέργων. ● ΣΥΜΠΛ.: η Λεγεώνα της Τιμής: το ανώτατο γαλλικό εθνικό παράσημο που απονέμεται σε πρόσωπο ως ανταμοιβή κυρ. για τις πολιτικές ή στρατιωτικές υπηρεσίες του· το ομώνυμο τιμητικό τάγμα. [< γαλλ. Légion d'honneur] [< 1: μτγν. λεγεών]

λόγος

λόγοςλό-γος ουσ. (αρσ.) 1. ΓΛΩΣΣ. η ανθρώπινη ικανότητα για έκφραση σκέψεων, συναισθημάτων, γνώσεων, πληροφοριών μέσω της γλώσσας· η πραγμάτωση και οι διάφορες μορφές της: έναρθρος ~. Διαταραχές (βλ. αλαλία, α-, δυσ-φασία, αφωνία, τραυλ-, ψευδ-ισμός)/θεραπεία (πβ. λογοθεραπεία)/κατανόηση/όργανα (πβ. φωνή)/παραγωγή ~ου.|| Αρθρώνω/εκφέρω ~ο (= μιλώ). Συνηθισμένα λάθη στον καθημερινό ~ο. Έχει την ευχέρεια/το χάρισμα του ~ου. Είναι άριστος χειριστής του ~ου.|| Είδη ~ου. Δείκτες ~ου (= κειμενικοί δείκτες). Γραπτός (πβ. γραφή, γράψιμο)/δημοσιογραφικός/δημόσιος/έμμετρος ή ποιητικός (= ποίηση)/επιστημονικός/ηλεκτρονικός/πολιτικός/προφορικός (= ομιλία) ~. Αρχαίος/αττικός (βλ. διάλεκτος)/δημοτικός (= δημοτική)/νεοελληνικός (= νεοελληνική) ~ (= γλώσσα). Έντεχνος ~/η τέχνη του ~ου (= λογοτεχνία). 2. αιτία ή σκοπός, πρόθεση: Για τον άλφα ή βήτα ~ο (= για τον ένα ή τον άλλο ~ο) ... Για ~ους αρχής/ασφαλείας/εκδίκησης/σκοπιμότητας/συμφέροντος/τιμής/υγείας ... Για ειδικούς/επαγγελματικούς/ευνόητους/οικογενειακούς/οικονομικούς/πολιτικούς/πολλούς/σοβαρούς/συναισθηματικούς ~ους. Ένας ~ παραπάνω να ... Διερεύνηση των ~ων/συνηθέστεροι ~οι αποτυχίας στο σχολείο. Ο κύριος ~ είναι ότι ... Υπάρχει ~ που ... Δεν συντρέχει/υπάρχει ~ (για) να .../ανησυχίας. Αυτός δεν είναι ~ να αγχώνεσαι. Εξ αυτού του ~ου. Αισθάνεται ότι δεν έχει ~ο ύπαρξης (πβ. νόημα, προορισμό, βλ. κενό). Για ποιο ~ο (πβ. αφορμή) έλειπες; Για κανένα ~ο (να) μη με ενοχλήσετε (: σε καμία περίπτωση). Ζητάει και τον ~ο (= και τα ρέστα) από πάνω. Δεν έχω ~ο να αμφιβάλλω. Ποιοι ~οι επιβάλλουν/ευνοούν/οδηγούν/ωθούν ...; Άγνωστοι παραμένουν οι ~οι (= τα αίτια, κίνητρα) του εγκλήματος. Δέκα ~οι για να κόψετε το κάπνισμα. Επικαλέστηκε προσωπικούς ~ους. Έχω ~ο/τον ~ο μου/τους ~ους μου που το αναφέρω. Δεν είχε ~ο να πει ψέματα. Εξήγησε τους ~ους για τους οποίους (= γιατί) ... Έχει βάσιμους ~ους να πιστεύει ότι ... Το θυμάμαι αυτό που λες, για άσχετο όμως ~ο. Πβ. αιτιο-, δικαιο-λογία. 3. αγόρευση, ομιλία: αποχαιρετιστήριος/αυτοσχέδιος/εναρκτήριος/επικήδειος/θρησκευτικός/καταγγελτικός/πολιτικός/(συνήθ. για κόμμα) προγραμματικός/προεκλογικός ~. Πανηγυρικός ~ για την 25η Μαρτίου. Βγάζω/εκφωνώ ~ο (στη Βουλή/στο δικαστήριο). Γράφω/ετοιμάζω ένα ~ο. Βλ. διάλεξη, διδαχή, κήρυγμα.|| (ΦΙΛΟΛ.-ΡΗΤΟΡ.) Δικανικοί/επιδεικτικοί/συμβουλευτικοί ~οι. Οι ~οι του Δημοσθένη (βλ. φιλιππικός)/Κικέρωνα. Αγώνας ~ων. 4. ό,τι λέει κάποιος: η αλήθεια των ~ων του. Αναντιστοιχία/συνέπεια ~ων και έργων/πράξεων. Όλοι είχαν να πουν έναν καλό ~ο για το φαγητό (πβ. εγκώμιο, έπαινος). Τι ~ο ξεστόμισες (: βρισιά, ύβρις)! Έχει πάντα έτοιμο τον κακό τον ~ο (= την κακία).|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Πνευματικοί ~οι. ~οι Αγίων. ΣΥΝ. λόγια (1) 5. συζήτηση, αναφορά: Γίνεται (πολύς) ~ για πρόωρες εκλογές/ότι (σπάν. να) ... (: συζητιέται, σχεδιάζεται) Τον ~ο σου είχαμε (: μιλούσαμε, κουβεντιάζαμε για σένα). Πβ. μνεία. 6. υπόσχεση, διαβεβαίωση, δέσμευση: Αθέτησε/κράτησε/τήρησε τον ~ο της. Έχεις τον ~ο μου (πβ. δίνω τον λόγο μου, λόγω τιμής/στον ~ο της τιμής μου). Έμεινε πιστός/φάνηκε συνεπής στον ~ο του. Βασίζομαι στον ~ο σου.|| Είναι άνθρωπος με ~ο (: τιμή). 7. το δικαίωμα να μιλήσει κάποιος: Απευθύνω/αποτείνω/δίνω τον ~ο (σε κάποιον). Του αφαίρεσε τον ~ο. Κύριε ..., έχετε τον ~ο. Και τώρα ο ~ στον πρόεδρο. (ΝΟΜ.) Δικαίωμα ~ου.|| (κατ' επέκτ.) Τον ~ο έχει τώρα η δικαιοσύνη (: είναι η σειρά της να αποφασίσει). 8. άποψη, γνώμη με ισχύ: Ο ~ του ακούγεται/μετράει/περνάει (: είναι σεβαστός, τον εκτιμούν). Θα έχει βαρύνοντα ~ο στην τελική απόφαση.|| Δεν υπάκουσε στον ~ο του πατέρα του. Πβ. διαταγή, εντολή, προσταγή. 9. λογική: ορθός ~ (πβ. ορθολογισμός). Η μετάβαση του ανθρώπου από τον μύθο στον ~ο. Πβ. έλλογο, μυαλό, νους. Βλ. υπέρλογο. ΣΥΝ. λογικό ΑΝΤ. άλογο(ν), παράλογο 10. ΜΑΘ. σχέση μεταξύ δύο μεγεθών, η οποία εκφράζεται ως το πηλίκο που προκύπτει, όταν διαιρεθούν μεταξύ τους: 3/4, ο ~ του 3 προς το 4. Ας υποθέσουμε ότι ο ~ α/β είναι σταθερός ... ΣΥΝ. αναλογία (5) ● Υποκ.: λογάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: ανάλυση (του) λόγου: ΓΛΩΣΣ. μελέτη της δομής και των κανόνων που διέπουν γλωσσικές μονάδες μεγαλύτερες από την πρόταση (π.χ. παράγραφος, κείμενο, συνομιλία) κυρ. με γραμματικά και σημασιολογικά κριτήρια· κατ΄επέκτ. ο αντίστοιχος κλάδος: κριτική ~ ~. Βλ. ανάλυση συνομιλίας, αναφορικ-, συνεκτικ-ότητα, συνοχή. [< αγγλ. discourse analysis, 1952] , (τα) μέρη του λόγου βλ. μέρος, αποχρών λόγος βλ. αποχρών, ελευθερία (της) γνώμης/(της) έκφρασης/(των) ιδεών/(του) λόγου βλ. ελευθερία, ενδιάθετος λόγος βλ. ενδιάθετος, εστιακός λόγος βλ. εστιακός, ευθύς λόγος βλ. ευθύς, καθυστέρηση του λόγου/της ομιλίας βλ. καθυστέρηση, ο Λόγος (του Θεού) βλ. θεός, ο λόγος της τιμής βλ. τιμή, πεζός λόγος βλ. πεζός, πλάγιος λόγος βλ. πλάγιος, σπερματικός λόγος βλ. σπερματικός, σχήμα (λόγου) βλ. σχήμα, υποθετικός λόγος βλ. υποθετικός, υποτεταγμένος λόγος βλ. υποταγμένος ● ΦΡ.: από λόγου μου/σου/του ... (λαϊκό): από μένα, σένα ...: Μάθαμε ~ του ότι ..., για λόγου μου/σου/του ... (λαϊκό): για τον εαυτό μου/σου/του ...: ~ σου καλά έπραξες., για τον λόγο ότι ... & (σπάν.-λόγ.) επί τω λόγω ότι ...: γιατί, επειδή, εφόσον., δεν είναι σχήμα λόγου (προφ.): για κάτι που λέγεται κυριολεκτικά, όχι μεταφορικά ή τυπικά: Θα χαρώ να τα ξαναπούμε· κι αυτό που λέω ~ ~ (: το εννοώ πραγματικά)., δεν μου πέφτει λόγος (προφ.): δεν με αφορά: Αν και (εμένα) ~ ~, θα σε συμβούλευα να φύγεις. Είναι προσωπική της επιλογή και δεν πέφτει ~ σε κανένα., δίνω λόγο 1. δίνω εξηγήσεις για τις ενέργειές μου, απολογούμαι, δικαιολογούμαι: Δεν έχω να δώσω ~ σε κανένα. ΣΥΝ. δίνω (σε κάποιον) λογαριασμό, λογοδοτώ 2. λογοδίνομαι: Έδωσαν ~ κι ετοιμάζονται να παντρευτούν. Πβ. αρραβωνιάζομαι, μνηστεύομαι. 3. υπόσχομαι: Δώσαμε ~ να ξαναβρεθούμε στο ίδιο μέρος., έχω λόγο: εκφράζω την άποψή μου, συμμετέχω στη λήψη αποφάσεων: Δεν ~ει ~ στη διοίκηση της εταιρείας., ζητώ τον λόγο 1. ζητώ από κάποιον να εξηγήσει τις πράξεις του, τη συμπεριφορά του: Κανείς δεν πρόκειται να σου ζητήσει ~. 2. (σε επίσημη συζήτηση, συνέλευση) ζητώ το δικαίωμα να μιλήσω: Κύριε Πρόεδρε, ~ ~. Ζήτησε και πήρε ~. [< γαλλ. demander la parole] , κάνω λόγο για ...: αναφέρομαι σε κάτι: Στην ανακοίνωσή/δήλωσή/έκθεσή/συνέντευξή του έκανε ~ για άμεση λήψη μέτρων., λόγο (σ)τον λόγο: κατά την εξέλιξη της συζήτησης: ~ ~ άναψαν τα αίματα., λόγος (και) αντίλογος: διατύπωση άποψης και προβολή της αντίθετής της, στο πλαίσιο του διαλόγου, της ελευθερίας έκφρασης: ~ ~ για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια. Αγώνες ~ου (και) ~ου (πβ. αντιλογία, επιχειρηματολογία). Βλ. ντιμπέιτ., λόγου χάρη/χάριν (συντομ. λ.χ.): για παράδειγμα., λόγω και έργω & λόγω ή έργω (λόγ.): με λόγια και/ή πράξεις: Είναι χαρισματική προσωπικότητα ~ ~.|| (ΝΟΜ.) ~ ~ εξύβριση., λόγω τιμής & στο(ν) λόγο (της τιμής) μου (προφ.): ως έκφραση διαβεβαίωσης για την αλήθεια, την αξιοπιστία, την εγκυρότητα των λόγων κάποιου: Λόγω τιμής, δεν ξέρω τίποτα. Σου υπόσχομαι, στον λόγο της τιμής μου, δεν θα το ξανακάνω. [< γαλλ. (ma) parole d'honneur] , μετά λόγου γνώσεως (απαιτ. λεξιλόγ.): με πλήρη επίγνωση της κατάστασης, με σύνεση και λογική, εκ πείρας, υπεύθυνα: Το λέω ~ ~., ο/η/το εν λόγω (λόγ.): για πρόσωπο ή πράγμα που έχει ήδη αναφερθεί, προς αποφυγή επανάληψης ή με ειρωνική χροιά: Με βάση τις διατάξεις του ~ ~ νόμου ... Η επιτροπή διαπίστωσε ότι ο ~ ~ υποψήφιος δεν διαθέτει προϋπηρεσία. Το ~ ~ προϊόν παρουσιάζει συνεχώς προβλήματα. Πβ. ο περί ου ο λόγος., ούτε λόγος/κουβέντα/συζήτηση (εμφατ.-προφ.): σε περιπτώσεις που δεν τίθεται καν θέμα συζήτησης: ~ ~ για ξεκούραση, αύριο φεύγουμε. -Μπορείς να με βοηθήσεις; -~ ~ (: βέβαια, θέλει και ρώτημα;)! Συναντηθήκαμε σήμερα, αλλά ~ ~ (: δεν μιλήσαμε καθόλου) για τα χθεσινά. Λίγες μέρες πριν τις διακοπές και για εισιτήρια φυσικά ~ ~ να γίνεται (: έχουν εξαντληθεί)., παίρνω/λαμβάνω τον λόγο: μιλώ ή παρεμβαίνω σε συζήτηση, αφού έρθει η σειρά μου: Πήρε ~ και είπε ... Πρώτος έλαβε ~ ο ..., ποιος ο λόγος να ...;: είναι άσκοπο, ανώφελο, ανούσιο: ~ ~ να πάω, αφού δεν θα έρθει; Πβ. ποιο το όφελος/(προς) τι το όφελος;, που λέει ο λόγος & (σπάν.) ο λόγος το λέει (προφ.): μιλώντας υποθετικά, για να αναφερθεί ένα παράδειγμα ή μια παροιμία, λαϊκή ρήση: Kαι πενήντα να μαζευτούμε, ~ ~, χωράμε στην αίθουσα. Πβ. ας πούμε, τρόπος του λέγειν.|| Δεν θέλει κόπο, αλλά τρόπο, ~ ~., του λόγου/(κι) ελόγου μου/σου/του ... (λαϊκό, συνήθ. ειρων.-μειωτ. για το β' κ. γ' πρόσ.): αντί της προσ. αντων. εγώ, εσύ, αυτός: Έτσι μεγάλωσα και ~ μου (= κι εγώ). Από πού 'ρχεσαι ~ σου; Καλό κουμάσι είναι κι ~ του! ΣΥΝ. αφεντιά, φυσικώ τω λόγω (λόγ.): όπως είναι λογικό, φυσικό., χωρίς/δίχως λόγο (και αιτία) & χωρίς αιτία/λόγο κι αφορμή & (λόγ.) άνευ λόγου (και αιτίας): χωρίς λογική εξήγηση: Κατηγορεί ο ένας τον άλλο ~ ~. Υποστήκαμε τα πάνδεινα ~ λόγο. ΣΥΝ. αδικαιολόγητα, αναίτια ΑΝΤ. δικαιολογημένα, ανάξιος λόγου βλ. ανάξιος, άξιος λόγου βλ. άξιος, για του λόγου το αληθές/το ασφαλές βλ. αληθής, δεν βλέπω (τον λόγο) γιατί βλ. βλέπω, δίνω τον λόγο μου/τον λόγο της τιμής μου βλ. δίνω, εν τη ρύμη του λόγου βλ. ρύμη, ένας λόγος/μια κουβέντα είναι βλ. ένας, μία/μια, ένα, επ' ουδενί (λόγω) βλ. ουδείς, ουδεμία, ουδέν, έχει τον πρώτο (και τον τελευταίο) λόγο βλ. πρώτος, έχω/λέω την τελευταία λέξη/τον τελευταίο λόγο/την τελευταία κουβέντα βλ. λέξη, ζωή σε (λόγου) σας βλ. ζωή, κατά δεύτερο λόγο/κατά δεύτερον βλ. δεύτερος, κατά κύριο/πρώτο/μείζονα λόγο βλ. κύριος, κουβέντα στην κουβέντα/λόγο στον λόγο βλ. κουβέντα, κουβέντα/λόγος να γίνεται βλ. γίνομαι, με άλλα λόγια βλ. λόγια, με λίγα/δυο λόγια βλ. λόγια, μεγάλη μπουκιά φάε, μεγάλη κουβέντα/μεγάλο λόγο μην λες/πεις βλ. μπουκιά, ο περί ου/η περί ης/το περί ου ο λόγος βλ. περί, όπου δεν πίπτει λόγος, πίπτει ράβδος βλ. πίπτω, περί ορέξεως (ουδείς λόγος/κολοκυθόπιτα) βλ. όρεξη, τα λόγια σου με χόρτασαν/ο λόγος σου με χόρτασε και το ψωμί σου φάτο βλ. χορταίνω, τι μέρος του λόγου είναι ...; βλ. μέρος, το 'φερε η κουβέντα/ο λόγος/η συζήτηση βλ. φέρνω [< αρχ. λόγος, γαλλ. langue, parole, raison]

μέσα

μέσαμέ-σα επίρρ. {συχνά πριν από την πρόθ. σε} & μες (συνήθ. στον προφορικό λόγο, όταν παθαίνει έκθλιψη πριν από σύμφωνο ή πριν από φωνήεν)· δηλώνει 1. (σε κίνηση ή στάση) το εσωτερικό χώρου, έκτασης ή αντικειμένου ή γενικότ. κλειστό χώρο: Έλα ~ (πβ. εδώ)! Ποιοι είναι ~; Πού θέλεις να καθίσουμε, ~ ή έξω; (ειδικότ. σπίτι) Θα κάτσω/μείνω ~ απόψε. Μην πας πολύ ~ (= βαθιά, ενν. στη θάλασσα). (στο διαδίκτυο) Θα μπεις καθόλου ~ το βράδυ (π.χ. σε κάποιο τσατ ρουμ);|| (συνήθ. + από/σε) Της άρπαξε την τσάντα ~ απ' το αυτοκίνητο. Περάσαμε μεσ' απ' το τούνελ (= διά μέσου). Ανασύρθηκε ζωντανή ~ από τα ερείπια. Η πόρτα του δωματίου δεν κλείνει από ~ (πβ. έσωθεν). Βάλε τα ρούχα ~ στο πλυντήριο. Τι έχεις ~ στην τσάντα; Την κοίταξε ~ στα μάτια.|| (με πρόθ.) Δεν φαινόταν τίποτα από ~ (= εσωτερικό). Σπρώξε προς τα ~.|| (συγκριτικός βαθμός) Προχωρήστε πιο ~.|| (ως επιφών., συνήθ. χωρίς ρήμα) "~ όλοι!", φώναξε στους μαθητές.|| (με επανάληψη) Δες αν το φαγητό ζεστάθηκε ~ ~.|| (συχνά μτφ.) Όλα είναι ~ στο μυαλό σου. Κάποιοι ~ από την εταιρεία έκαναν υποκλοπές.|| (με άρθρο, ως επίθ.) Στις ~ (= έσω, εσωτερικές) σελίδες της εφημερίδας. (μτφ.) Ο ~ μας κόσμος (= ψυχικός). ΣΥΝ. εντός (1) ΑΝΤ. εκτός (1), έξω (1) 2. χρονική διάρκεια συνήθ. ή στιγμή: Όλα έγιναν ~ σε τρεις μήνες (= σε διάστημα τριών μηνών). Θα προλάβεις ~ σε μια ώρα να έρθεις; Περπατούσε ~ στη βροχή (: ενώ έβρεχε). Ποιος να παίρνει τηλέφωνο ~ στη νύχτα; Βρισκόμαστε ~ στην καρδιά του καλοκαιριού (= κατακαλόκαιρο)/στο χειμώνα. Το νέο μοντέλο έρχεται ~ στον Οκτώβριο. ΣΥΝ. εντός (2) 3. (μτφ.) συγκεκριμένη κατάσταση ή τρόπο: Έζησε ~ στα πλούτη/στη φτώχεια. Τα ρούχα σου είναι μες στη βρομιά.|| Διδασκαλία στο σχολείο ~ από την αξιοποίηση των νέων τεχνολογιών. Ο περισσότερος κόσμος τη γνωρίζει ~ από την τηλεόραση (= μέσω). 4. (ειδικότ.) μεταξύ, ανάμεσα: ένα χωριό ~ στο πράσινο. Ψάξε ~ στα άπλυτα και θα το βρεις.|| (για πρόσ.) ~ σε τόσο πλήθος λογικό ήταν να χαθούμε. Είναι ~ στους καλύτερους σκακιστές (: θεωρείται ένας από τους ...).|| (μτφ.) ~ στα πολλά που είπε/έκανε ... Δεν θέλει να τον έχει ~ στα πόδια της (: να είναι συνέχεια ανάμεσά της, να την ενοχλεί). ● Ουσ.: μέσα (το) (προφ.): εσωτερικό μέρος ή εσωτερικός χώρος: το ~ του καρπουζιού/σπιτιού. Τον πονάν τα ~ (= σπλάχνα, σωθικά) του.|| Δεν έχεις βαρεθεί το ~ (: να μη βγαίνεις έξω); ΑΝΤ. έξω (1) ● ΦΡ.: (είναι) μέσα σε όλα/σ΄όλα (προφ.): συμμετέχει σε ποικίλες δραστηριότητες, έχει πολλές διασυνδέσεις ή/και είναι (πάντα) ενημερωμένος., (μέσα) στην τιμή: χωρίς να απαιτείται πρόσθετη αμοιβή: Τα έξοδα αποστολής του προϊόντος (συμ)περιλαμβάνονται ~ ~. Το πρωινό δεν είναι ~ ~ του δωματίου., βάζω και μένα(/σένα ...) μέσα: συμπεριλαμβάνω, συνυπολογίζω: Παιδιά, βάλτε και μένα ~ στην παρουσίαση., είμαι μέσα (προφ.) 1. είμαι πρόθυμος, συμφωνώ, π.χ. να κάνω κάτι ή να πάω κάπου: Για το Σάββατο εγώ (πάντως/σίγουρα) ~ ~. Είστε ~ για ταξίδι στο εξωτερικό; (ως μονολεκτική καταφατική απάντηση, ναι, (και) βέβαια) -Θα 'ρθεις για φαγητό μαζί μας; -~! 2. είμαι απόλυτα βέβαιος για κάτι: Κάνε και την αίτηση, για να είσαι ~. 3. αντιλαμβάνομαι κάτι: ~ είσαι ότι τώρα τελευταία δεν τα πηγαίνουμε καλά. ΣΥΝ. πέφτω μέσα, είμαι/μπήκα μέσα (προφ.): χρωστώ: ~ ~ πεντακόσια ευρώ αυτόν τον μήνα. Πβ. πέφτω έξω.|| (για επιχείρηση) Το μαγαζί με την κρίση μπήκε ~ (= έχει παθητικό, χασούρα)., είναι μέσα ή μπήκε/πήγε μέσα (προφ.): είναι κλεισμένος σε φυλακή ή ψυχιατρικό ίδρυμα ή φυλακίστηκε: ~ ~ για εξακρίβωση στοιχείων., κατά τα/στα μέσα (+ γεν.): για δήλωση χρόνου: ~ ~ του 20ού αι., κρατάω (κάτι) μέσα μου: δεν εξωτερικεύω τα συναισθήματα ή/και τις σκέψεις μου: Μην τα κρατάς όλα ~ σου. Πβ. κατα-πίνω, -πνίγω. ΣΥΝ. κρατάω για τον εαυτό μου (1), μέσα μου: στην καρδιά, στην ψυχή ή στο μυαλό μου: Η απάντηση βρίσκεται (βαθιά) ~ σου (πβ. ενδόμυχα). Κάτι άλλαξε ~ ~. Πονάει ακόμη ~ της. Πρέπει να το βγάλεις από ~ σου (: να το εξωτερικεύσεις).|| Όμορφες αναμνήσεις ξύπνησαν ~ ~., πέφτω μέσα (μτφ.-προφ.): αντιλαμβάνομαι, μαντεύω σωστά κάτι: Έπεσες ~ στις προβλέψεις σου (: είχες δίκιο). ΑΝΤ. πέφτω έξω (1), το 'χω μέσα μου (προφ.): για κάτι που αποτελεί στοιχείο του χαρακτήρα μου, με εκφράζει ή έχω έμφυτη κλίση σε αυτό: Αν δεν το 'χεις ~ σου, ... Είναι και να το 'χεις ~ σου ..., τον έβαλαν/έκλεισαν μέσα (λαϊκό) & (λαϊκότ.) τον έχωσαν μέσα: τον φυλάκισαν: Είχε κάνει παρανομίες κι έτσι ~ ~ (= τον έβαλαν στη φυλακή). , (μες) στο νερό βλ. νερό, απ' έξω κούκλα κι από μέσα πανούκλα βλ. κούκλα, απέξω/απ' έξω κι από μέσα βλ. απέξω, βάζω (κάποιον)/μπαίνω/είμαι (μέσα) στο κόλπο βλ. κόλπο, έχει βάλει/χώσει κάποιον μέσα βλ. βάζω, έχει το(ν) διά(β)ολο μέσα του βλ. διάβολος, έχω (κάποιον)/έχει μπει (κάποιος) (μες) στην καρδιά μου βλ. καρδιά, κάτι μέσα μου (μού) λέει/κάτι μου λέει ότι/πως ... βλ. λέω, κρύβει ένα παιδί μέσα του βλ. παιδί, κρύβει μέσα του βλ. κρύβω, λέω (από) μέσα μου/απομέσα μου/στον εαυτό μου βλ. λέω, μέσα από τα γυαλιά βλ. γυαλιά, μέσα από τα δόντια (του) βλ. δόντι, μέσα έξω βλ. έξω, μέσα στα πράγματα βλ. πράγμα, μέσα στην τούρλα βλ. τούρλα, μέσα/μες στα μέλια/σιρόπια βλ. μέλι, μέσα/μες στην καλή/τρελή χαρά βλ. χαρά, στα μέσα και στα έξω βλ. έξω, τα κεφάλια μέσα! βλ. κεφάλι, την τύχη/το κέρατό μου μέσα βλ. τύχη, τυχερός (μέσα) στην ατυχία του βλ. τυχερός, χέσε μέσα! βλ. χέζω [< μεσν. μέσα]

μιλημός

μιλημός

, η, ο μι-λη-μέ-νος επίθ. (προφ.): για πρόσωπο με το οποίο έχει γίνει προσυνεννόηση, ώστε να επέμβει μεροληπτικά ή να ενεργήσει με συγκεκριμένο τρόπο, ή για ενέργεια συμφωνημένη από πριν: ~η: επιτροπή. ~ο: παιχνίδι. Ο διαιτητής ήταν ~. Μην ανησυχείς, η δουλειά είναι ~η. ● ΦΡ.: μιλημένα ξηγημένα/τιμημένα (προφ.-εμφατ.): όσα ειπώθηκαν, εξηγήθηκαν και συμφωνήθηκαν, θα τηρηθούν., τα 'χουν μιλημένα (προφ.): έχουν συνεννοηθεί εκ των προτέρων, ώστε να ενεργήσουν με συγκεκριμένο τρόπο ή να τηρήσουν ορισμένη στάση. ● βλ. μιλώ [< μεσν. μιλημένος]

περιποιώ

περιποιώ[περιποιῶ] πε-ρι-ποι-ώ ρ.: μόνο στη ● ΦΡ.: περιποιεί/περιποιούν τιμή (απαιτ. λεξιλόγ.): (συνήθ. με την άρνηση δεν) τιμά/τιμούν: Η απόφαση/συμπεριφορά αυτή δεν ~εί ~ σε κανέναν. [< αρχ. περιποιῶ ‘έξασφαλίζω’]

πληθωρισμός

πληθωρισμόςπλη-θω-ρι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΟΙΚΟΝ. συνεχής αύξηση του γενικού επιπέδου τιμών, που συνοδεύεται συνήθ. από οικονομική ύφεση και ανεργία: αναμενόμενος/ανεξέλεγκτος/διαρθρωτικός/ελεγχόμενος/έντονος/ήπιος/μηδενικός/πραγματικός/υψηλός/χαμηλός ~. Ο επίσημος/ετήσιος/μέσος ~. Άνοδος/επιβράδυνση/μείωση/πτώση/συγκράτηση του ~ού. Στο ... % (ανήλθε/αυξήθηκε/διαμορφώθηκε/κινήθηκε/κυμάνθηκε/υποχώρησε) ο ~ (στην ευρωζώνη/της χώρας). Βλ. εναρμονισμένος, αντι~, απο~, στασιμο~, υπερ~. 2. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) πληθώρα: ~ της εικόνας/πληροφορίας. ~ πτυχίων. Βλ. -ισμός. ● ΣΥΜΠΛ.: αρνητικός πληθωρισμός: ΟΙΚΟΝ. αποπληθωρισμός., δομικός πληθωρισμός: ΟΙΚΟΝ. που εξαιρεί συγκεκριμένους τομείς της οικονομίας (τρόφιμα, ενέργεια) στους οποίους οι τιμές είναι ευμετάβλητες., εισαγόμενος πληθωρισμός: ΟΙΚΟΝ. που προέρχεται από αύξηση των τιμών εισαγόμενων προϊόντων: εγχώριος και ~ ~., καλπάζων πληθωρισμός: ΟΙΚΟΝ. υπερπληθωρισμός., κυκλικός πληθωρισμός: ΟΙΚΟΝ. άνοδος του πληθωρισμού προς το τέλος ενός οικονομικού κύκλου, εξαιτίας της αύξησης του κόστους πρώτων υλών και εργασίας., πληθωρισμός ζήτησης: ΟΙΚΟΝ. που οφείλεται σε υπερβάλλουσα ζήτηση αγαθών: ~ προσφοράς ή ζήτησης. Βλ. ανελαστικότητα (της) ζήτησης., πληθωρισμός κόστους: ΟΙΚΟΝ. που προέρχεται από την αύξηση του κόστους παραγωγής (συνήθ. των πρώτων υλών και κυρ. του πετρελαίου) ή από την υπερβολική αύξηση των μισθών και κατόπιν διαχέεται σε όλη την οικονομία. [< αγγλ. inflation, γαλλ. ~, 1919]

πράσινος

πράσινος, η, ο πρά-σι-νος επίθ. 1. που έχει το χρώμα των χόρτων, των φυτών που έχουν χλωροφύλλη: ~ος: βάτραχος/μαρκαδόρος/φράχτης/χλοοτάπητας. ~η: πιπεριά (βλ. κόκκινη)/σάλτσα (= πέστο)/στολή. ~ο: γρασίδι/λάχανο/φόρεμα. ~οι: βλαστοί. ~ες: ελιές/ταλιατέλες. ~α: λαχανικά/μάτια (βλ. πρασινομάτης)/σπαράγγια/φασόλια (= φασολάκια· βλ. ξερά)/φύλλα. ~α φυτά εσωτερικού χώρου. ~α: νερά (θάλασσας). Το σμαράγδι είναι ένας πολύτιμος ~ λίθος. Το ~ο χρώμα συμβολίζει τη ζωή και την ελπίδα.|| ~ος: αριθμός (= υπηρεσία τηλεφωνίας χωρίς χρέωση).|| (χιουμορ.) ~α: ανθρωπάκια (= οι εξωγήινοι).|| ~ος: χρυσός (: συνήθ. το ελαιόλαδο). Βλ. βαθυ~, σταχτο~, φαιο~, χαλκο~, χρυσο~. 2. που σχετίζεται με την οικολογία, που είναι φιλικός προς το περιβάλλον: ~ος: δακτύλιος/δήμος/πλανήτης/τουρισμός (βλ. οικοτουρισμός). ~η: ανάπτυξη/επιχειρηματικότητα/κατανάλωση/οικονομία/παραγωγή/πόλη/πολιτική/τεχνολογία. ~ο: κίνημα/κόμμα/μάρκετινγκ/μέλλον/πανεπιστήμιο/σήμα ανακύκλωσης. ~ες: επενδύσεις/ιδέες/λύσεις/μεταφορές/πρωτοβουλίες/σημαίες (: απονέμονται σε ξενοδοχεία που λαμβάνουν μέτρα προστασίας του περιβάλλοντος). ~α: αυτοκίνητα/λεωφορεία (= που κινούνται με φυσικό αέριο)/καύσιμα (βλ. βιοκαύσιμα)/κτίρια/προϊόντα/τέλη κυκλοφορίας. ~α: μέτρα. ~ οδηγός για τα τρόφιμα. Στρατηγικές και κίνητρα για μετάβαση προς την ~η ενέργεια (πβ. ανανεώσιμες/εναλλακτικές πηγές/μορφές ενέργειας). Πβ. καθαρός. 3. που έχει ή καλύπτεται από πυκνή και πλούσια βλάστηση: ~ος: κήπος/λόφος. ~η: έκταση/κοιλάδα. ~ο: λιβάδι/νησί/τοπίο.|| (κατ' επέκτ.) ~ος: παράδεισος. ~η: στέγη/ταράτσα (= ταρατσόκηπος). ~ες: διαδρομές. Πβ. κατα~. 4. (κυρ. για φρούτα και λαχανικά) που δεν είναι ώριμος: ~ο: μήλο (= ξινόμηλο). ~ες: ντομάτες. ΣΥΝ. άγουρος.|| ~ος: καφές (ΑΝΤ. καβουρδισμένος). ~ο: πιπέρι (: από ανώριμους καρπούς). ● Ουσ.: πράσινο (το) 1. το δευτερεύον χρώμα που προκύπτει από την ανάμειξη μπλε και κίτρινου: ανοιχτό/απαλό/βαθύ/έντονο/ζωηρό/σκούρο ~. Γκρι-/μπλε-~. ~ κυπαρισσί/λαδί/λαχανί. Το ~ του αμυγδάλου/της ελιάς. Είναι ντυμένη στα ~α (ενν. ρούχα). 2. η βλάστηση, τα φυτά, τα δέντρα: (περι)αστικό ~. ~ και ποιότητα ζωής. Έργα/ζώνη/όαση/πάρκο/πνεύμονας/χώρος ~ίνου. Θέρετρο/σπίτι πνιγμένο στο ~. Συντήρηση του ~ου της πόλης. Μην πατάτε το ~. 3. ο φωτεινός σηματοδότης που επιτρέπει την κίνηση οχημάτων ή τη διέλευση πεζών: Περίμενε ν' ανάψει ~, για να περάσεις. Πβ. Γρηγόρης. ΑΝΤ. κόκκινο (2) ● Υποκ.: πρασινάκι (το), πρασινούλης , α, ικο, πρασινούλικος , η, ο, πρασινούτσικος , η, ο ● ΣΥΜΠΛ.: Πράσινη Εβδομάδα: η μεγαλύτερη ετήσια διάσκεψη, που διοργανώνεται με πρωτοβουλία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με κύριο σκοπό την ανάδειξη των κλιματολογικών αλλαγών και τις συνέπειές τους στα τοπικά οικοσυστήματα. [< αγγλ. Green Week] , πράσινη ισοτιμία: ΟΙΚΟΝ. μηχανισμός προσαρμογής των συναλλαγματικών ισοτιμιών για τη διευκόλυνση της εμπορίας αγροτικών προϊόντων εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης., πράσινη τιμή: εκπτωτική τιμή προϊόντος., πράσινη χημεία: ΧΗΜ. χρησιμοποίηση ενός συνόλου αρχών, με στόχο να μειωθεί ή να εξαλειφθεί η χρήση ή η δημιουργία επικίνδυνων ουσιών στις διεργασίες σχεδιασμού, παραγωγής και εφαρμογής των χημικών προϊόντων. [< αγγλ. green chemistry] , πράσινο κύμα (μτφ.) 1. ελεύθερη διέλευση οχημάτων από τους φωτεινούς σηματοδότες, χωρίς να ανακόπτεται η πορεία τους από το κόκκινο: Εφαρμόστηκε/λειτουργεί/τέθηκε σε ισχύ το ~ ~. 2. το οικολογικό κίνημα ως τάση. [< αγγλ. green wave] , πράσινο & (σπανιότ.) οικολογικό μάρκετινγκ: μάρκετινγκ φιλικών προς το περιβάλλον προϊόντων και υπηρεσιών. [< αγγλ. green marketing], πράσινο νόμισμα: δολάριο. [< αγγλ. green currency] , πράσινο πιστοποιητικό 1. έγγραφο που κατοχυρώνει τις γνώσεις, τις δεξιότητες και την επαγγελματική επάρκεια όσων ασχολούνται με αγροτικά επαγγέλματα. 2. έγγραφο που πιστοποιεί ότι ένα συγκεκριμένο ποσό ηλεκτρικής ενέργειας προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές. [< αγγλ. green certificate] , οικολογικός/περιβαλλοντικός/πράσινος φόρος βλ. φόρος, Πράσινη Βίβλος/Πράσινο Βιβλίο βλ. βίβλος, πράσινη γραμμή βλ. γραμμή, πράσινη επανάσταση βλ. επανάσταση, πράσινη ζώνη βλ. ζώνη, πράσινη κάρτα βλ. κάρτα, πράσινη σαλάτα βλ. σαλάτα, πράσινη τσόχα βλ. τσόχα, πράσινο δάνειο βλ. δάνειο, πράσινο κουτί βλ. κουτί, πράσινο τσάι βλ. τσάι, πράσινο φως βλ. φως, τα πράσινα μπερέ/οι πράσινοι μπερέδες βλ. μπερές & μπερέ ● ΦΡ.: πράσινος από τη ζήλια/από το κακό του (μτφ.): για να δηλωθεί ότι κάποιος διακατέχεται από έντονα αρνητικά συναισθήματα: Έγινε ~ ~., και πράσιν(α) άλογα βλ. άλογο, ούτε ένα πράσινο φύλλο βλ. φύλλο [< αρχ. πράσινος ‘που έχει το χρώμα του πράσου’, γαλλ. vert, αγγλ. green]

συμβόλαιο

συμβόλαιοσυμ-βό-λαι-ο ουσ. (ουδ.) {συμβολαί-ου}: ΝΟΜ. γραπτή συμφωνία μεταξύ δύο ή περισσοτέρων φυσικών ή νομικών προσώπων, με την οποία οι συμβαλλόμενοι δεσμεύονται απέναντι στους όρους της και ειδικότ. σύμβαση εργασίας· συνεκδ. το σχετικό επίσημο έγγραφο: αποκλειστικό/ασφαλιστήριο/διετές/δισκογραφικό/επαγγελματικό/μεταβιβαστικό/μισθωτήριο/προγαμιαίο/προθεσμιακό/συνταξιοδοτικό/τηλεοπτικό/(μτφ.) χρυσό ~. ~ γονικής παροχής/πώλησης (κατοικίας)/συνεργασίας/συντήρησης (εξοπλισμού)/τεχνικής υποστήριξης. Αθέτηση/αναπροσαρμογή/αξία/διακοπή/εξαγορά/επέκταση/καταγγελία/λύση/όροι/παραβίαση του ~ου.|| ~ διάρκειας ενός έτους/ύψους ... ευρώ. Έκλεισε/έχει συνάψει ~ με την εταιρεία ... Ακύρωσε/ανανέωσε/έσπασε το ~ό του. Ο παίκτης δεσμεύεται με ~/θα τιμήσει το ~ό του (ενν. με την ομάδα). Το ~ό της με τον (τηλεοπτικό) σταθμό λήγει το καλοκαίρι. (μτφ.) Κανείς δεν κάνει ~ με την επιτυχία (: δεν είναι δεδομένη).|| Αντίγραφο ~ου. Η αξία του ακινήτου αναγράφεται στο ~. Το όνομα του παίκτη θα ανακοινωθεί, μόλις πέσουν οι υπογραφές στα ~α. (συνήθ. για συμβολαιογράφο) Ανέλαβε τη σύνταξη του οριστικού ~ου. Πβ. συμφωνητικό. Βλ. προσύμφωνο. ● ΣΥΜΠΛ.: κοινωνικό συμβόλαιο: συμφωνία, πραγματική ή υποθετική, μεταξύ των μελών μιας κοινωνίας, βάσει της οποίας καθένα από αυτά παραχωρεί τα φυσικά του δικαιώματα, με αντάλλαγμα έννομα δικαιώματα στο πλαίσιο οργανωμένου κράτους. [< αγγλ. social contract, 1660, γαλλ. contrat social] , λευκό συμβόλαιο: (κυρ. για αθλητή) που δεν αναγράφεται η αμοιβή του ή εμφανίζεται ότι δεν εισπράττει χρήματα: πρακτική ~ών ~ων (: για φοροαποφυγή και των δύο συμβαλλομένων). Έρχομαι στην ομάδα και με ~ ~ (: χωρίς αποδοχές)., συμβόλαιο τιμής: προφορική δέσμευση για εκπλήρωση υπόσχεσης, τήρηση συμφωνίας: (σε προεκλογικό λόγο) Το πρόγραμμά μας είναι ~ ~ με τον λαό., κλειστό συμβόλαιο βλ. κλειστός, συμβόλαιο θανάτου βλ. θάνατος ● ΦΡ.: ο λόγος κάποιου είναι συμβόλαιο/νόμος & (σπάν.) σπαθί (προφ.-μτφ.): για πρόσωπο που τηρεί τις υποσχέσεις του, που είναι άξιο εμπιστοσύνης., στα συμβόλαια (προφ.): στη φάση των τελικών διαπραγματεύσεων πριν ή μέχρι και την οριστική υπογραφή ενός συμβολαίου: Βρήκαμε σπίτι για αγορά και τώρα είμαστε ~ ~. [< αρχ. συμβόλαιον, γαλλ. contrat, αγγλ. contract]

τιμώ

τιμώ[τιμῶ] τι-μώ ρ. (μτβ.) {τιμ-άς ..., -ώντας | τίμ-ησα, -ήσει, -ώμαι, -άται, -ώνται (προφ.) -ούνται, -ήθηκα, -ηθεί, -ώμενος, -ημένος, τιμη-θείς, -θείσα, -θέν} & τιμάω 1. αναγνωρίζω, εκτιμώ, σέβομαι· κατ' επέκτ. αποδίδω τιμές, βραβεύω σε ειδική εκδήλωση: ~ τους αγώνες/τη θυσία των ηρώων. ~ τους νεκρούς. ~ το ήθος/μεγαλείο του. Πβ. προσκυνώ. ΑΝΤ. περιφρονώ.|| Πλήθος κόσμου συγκεντρώθηκε για να ~ήσει τη θλιβερή επέτειο. Η Εκκλησία ~ά (= εορτάζει) τη μνήμη του Αγίου ...|| ~ήθηκε/(λόγ. ~θείς, ~θείσα) με βραβείο/έπαινο/παράσημο. ~ήθηκε για το έργο/την προσφορά του σε μια σεμνή τελετή. Βλ. δια~. 2. δίνω αξία, κολακεύω: Με ~ά με την εμπιστοσύνη/τη φιλία του. Με ~ά το ενδιαφέρον/η πρότασή σου. Αυτό που έκανες δεν σε ~ά καθόλου! Οι αθλητές με τη νίκη τους ~ησαν τη χώρα. Πβ. δοξάζω. ΑΝΤ. ατιμάζω, μειώνω, ταπεινώνω, υπο-βαθμίζω, -βιβάζω.|| (προφ.) Τα ~ήσαμε τα φαγητά δεόντως (: τα φάγαμε όλα, δεν αφήσαμε τίποτε). Βλ. υπερ~, υπο~. 3. τηρώ, εκπληρώνω: ~ τη δέσμευση/τον λόγο/τον όρκο/το συμβόλαιο/την υπογραφή/την υπόσχεσή μου. ΣΥΝ. κρατώ (8) ΑΝΤ. αθετώ (1), αναιρώ (3), παραβιάζω (1), προδίδω (1) ● Παθ.: τιμάται (κυρ. παλαιότ.): εκτιμάται, κοστίζει: Και πόσο ~ αυτός ο πίνακας; ● ΦΡ.: τιμώ τα παντελόνια (που φοράω) (προφ.): φέρομαι αντρίκεια., τιμώ κάποιον με την παρουσία μου βλ. παρουσία, τιμώ/ιδρώνω τη φανέλα μου βλ. φανέλα ● βλ. τιμημένος [< αρχ. τιμῶ 2,3: γαλλ. faire honneur à]

τίτλος

τίτλοςτί-τλος ουσ. (αρσ.) 1. λέξη ή φράση ως όνομα γραπτού κειμένου, εντύπου, καλλιτεχνικού έργου, δραστηριότητας ή σπανιότ. υπηρεσίας: ~ βιβλίου/εργασίας/κεφαλαίου (= επικεφαλίδα)/(ποιητικής) συλλογής. Δίνω ~ο σε (= τιτλοφορώ) ένα άρθρο.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ αρχείου/μηνύματος. Γραμμή ~ου.|| Βασικός/κεντρικός/κύριος ~ εφημερίδας/φύλλου. Οι πηχυαίοι ~οι των πρωτοσέλιδων.|| ~οι ειδήσεων/επικαιρότητας. Αθλητικά νέα σε ~ους (= επιγραμματικά).|| ~ (μουσικού) άλμπουμ/σίριαλ/ταινίας/τραγουδιού.|| Έργο τέχνης χωρίς ~ο/(λόγ.) άνευ ~ου.|| Ο ~ της έκθεσης/της ημερίδας/του μαθήματος/του προγράμματος/του σεμιναρίου. Εκδήλωση/κύκλος διαλέξεων με (γενικό/θεματικό) ~ο/(λόγ.) υπό τον ~ο ...|| Ο πλήρης ~ δημόσιας Αρχής. Βλ. πλαγιό-, υπέρ-, υπό-, ψευδό-τιτλος. 2. (συνεκδ.) βιβλίο: νέοι/παλαιοί/υπό έκδοση ~οι. 3. χαρακτηρισμός που δηλώνει αξίωμα, ειδικότητα ή ιδιότητα (συνήθ. θετική): ακαδημαϊκός/επαγγελματικός/επιστημονικός ~ (εξειδίκευσης). Απέκτησε τον ~ο του διδάκτορα/καθηγητή.|| Αυτοκρατορικός/εκκλησιαστικός ~. Απονομή ~ου. Βλ. οφίκιο.|| (εμφατ.) Επιστήμονας με ~ους (= περγαμηνές).|| Του έχει αποδοθεί ο ~ του «καλού παιδιού» (πβ. ταμπέλα). Βλ. επωνυμία. 4. πρώτη θέση, διάκριση σε αθλητική κυρ. διοργάνωση: δεύτερος συνεχόμενος ~. Απώλεια/διεκδικητής/κατάκτηση/κυνήγι του ~ου. Ματς/νίκη/χορηγός ~ου. Σε τροχιά ~ου. Αγκαλιά με τον ~ο. Φαβορί για τον φετινό ~ο του πρωταθλητή. Με έναν βαθμό παίρνει τον ~ο η ομάδα. Διατηρώ/εξασφαλίζω/κερδίζω/στερούμαι/υπερασπίζομαι/χάνω τον ~ο. Σάρωσε όλους τους ~ους.|| Ο ~ της πολιτιστικής πρωτεύουσας της Ευρώπης.|| (σε καλλιστεία) Φιναλίστ για τον ~ο της Μις Υφήλιος. 5. ΝΟΜ.-ΟΙΚΟΝ. έγγραφο που πιστοποιεί έννομο δικαίωμα, δικαιόγραφο, αξιόγραφο: νόμιμος ~. Ανώνυμοι/άυλοι/καθαροί/ονομαστικοί/πλαστοί/συμμετοχικοί/τραπεζικοί/χρηματιστηριακοί ~οι. (Οριστικός) ~ κυριότητας. Πιστωτικοί ~οι (βλ. χρηματόγραφο). Υβριδικοί ~οι και ομόλογα. Αξία ~ων. Μεταβίβαση/παραχώρηση/χορήγηση ~ων ιδιοκτησίας. Διαπραγμάτευση/έκδοση/εκποίηση/εξαγορά/κατοχή/μετάταξη ~ων εταιρειών. Συμβόλαια δανεισμού ~ων. Αγοράζω/ρευστοποιώ ~ους. Επενδύω σε ~ους. Βλ. τιτλοποίηση. 6. ΧΗΜ. αναλογία της μάζας ενός συστατικού προς τη συνολική μάζα του κράματος μετάλλων ή του διαλύματος στο οποίο αυτό περιέχεται. Βλ. τιτλοδότηση. ● ΣΥΜΠΛ.: διακριτικός τίτλος: όνομα ή παράσταση που αποδίδεται αποκλειστικά σε επιχείρηση ή οργάνωση: επωνυμία και ~ ~ εταιρείας. Αλλαγή ~ού ~ου.|| ~ ~ συλλόγου., εκτελεστός τίτλος: ΝΟΜ. επίσημο έγγραφο βάσει του οποίου καθίσταται δυνατή η αναγκαστική εκτέλεση, για να ικανοποιηθεί κάποια αξίωση: ευρωπαϊκός ~ ~. ~ ~ περί ανατοκισμού., τίτλοι τέλους & τίτλοι αρχής/έναρξης 1. το όνομα ταινίας ή εκπομπής και τα στοιχεία των συντελεστών της που προβάλλονται στο τέλος ή στην αρχή, αντίστοιχα: Η κουρτίνα έκλεισε, πριν πέσουν οι ~ τέλους. Η μουσική που ακούγεται/παίζει στους τίτλους αρχής μιας σειράς. Πβ. γράμματα, ζενερίκ. 2. {μόνο στο τίτλοι τέλους} (μτφ.) για τη λήξη μιας περιόδου ή τον θάνατο δημοσίου προσώπου: πρόωροι ~ ~ για τον ... Πβ. φινάλε., τίτλος σπουδών & τίτλος: πτυχίο, δίπλωμα: γνήσιοι/πλαστοί ~οι ~. Ισότιμοι ~οι ~ της ημεδαπής ή αλλοδαπής. Εκδίδεται/χορηγείται ~ ~. Κατατίθεται/υποβάλλεται ~ ~ ή επικυρωμένο αντίγραφο. Ως προσόν διορισμού απαιτείται ~ ~. Αποκτώ διδακτορικό/μεταπτυχιακό/πανεπιστημιακό τίτλο., τίτλος τιμής & τιμητικός τίτλος: τιμητική προσαγόρευση: υπέρτατος/ύψιστος ~ ~. ~ ~ από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας στον μεγάλο επιστήμονα., τίτλος ευγενείας βλ. ευγένεια [< μτγν. τίτλος ‘επιγραφή, συμφωνητικό, εισφορά’ < λατ. titulus, γαλλ. titre, αγγλ. title]

τόμος

τόμοςτό-μος ουσ. (αρσ.) 1. βιβλίο που αποτελεί μέρος ευρύτερου συνόλου: εγκυκλοπαιδικός/πολυτελής ~. Πρώτος/δεύτερος ~. ~οι Επιστημονικής Επετηρίδας. Βλ. τεύχος. 2. δεμένη συλλογή από τυπωμένες σελίδες, κείμενα, άρθρα, τεύχη περιοδικού ή φύλλα εφημερίδας· γενικότ. ογκώδες και μεγάλο σε μέγεθος βιβλίο: αναμνηστικός/αυτοτελής/ενιαίος/επετειακός/ετήσιος/καλαίσθητος/συγκεντρωτικός/συλλογικός ~. ~ Πρακτικών συνεδρίου.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ συστήματος αρχείων.|| (προφ.-εμφατ.) Έχω να διαβάσω ~ους για τις εξετάσεις. Έχουν γραφτεί ~οι για ... ● Υποκ.: τομάκι (το), τομίδιο (το): Βλ. -ίδιο. ● ΣΥΜΠΛ.: Συνοδικός Τόμος: έγγραφο Πατριάρχη ή αρχηγού αυτοκέφαλης Εκκλησίας και των σχετικών συνόδων που περιέχει αποφάσεις για σημαντικά εκκλησιαστικά θέματα., τιμητικός τόμος: που αφιερώνεται σε σημαίνον πρόσωπο και περιέχει σχετικά με την ειδικότητά του επιστημονικά άρθρα και μελέτες: ~ ~ για τον καθηγητή .../στη μνήμη του ... Τελετή επίδοσης ~ού ~ου., χαριστήριος τόμος βλ. χαριστήριος [< μτγν. τόμος ‘τμήμα, κύλινδρος παπύρου’, γαλλ. volume]

τσιμπώ

τσιμπώ[τσιμπῶ] τσι-μπώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {τσιμπ-άς ... | τσίμπ-ησα, -ιέμαι, -ήθηκα, -ημένος, -ώντας} & τσιμπάω 1. πληγώνω το δέρμα με αιχμηρό όργανο: ~ήθηκε από τη βελόνα. Πβ. αγκυλώνω, κεντώ.|| (κατ' επέκτ.) Βράζουμε το κρέας, μέχρι να μαλακώσει και να ~ιέται με το πιρούνι. Πβ. τρυπώ. 2. δίνω τσιμπιά: ~ κάποιον στο μάγουλο.|| Τσίμπα/τσίμπησέ με να δω αν ονειρεύομαι/αν είμαι ξύπνιος (: για μεγάλη έκπληξη). 3. τρώω ελαφρά ή πρόχειρα: ~ησε κάτι και γύρισε στη δουλειά. Πβ. τσιμπολογώ. 4. (μτφ.-προφ.) πέφτω σε παγίδα, απάτη: Δεν ~ησε το δόλωμα. Δεν ~άει με τίποτα. ~ησε με τη μία. Πβ. μασώ, τρώω. 5. (μτφ.-προφ.) παίρνω, αποκτώ, αρπάζω: Πάει το διαμέρισμα, το ~ησε ένας άλλος (: το αγόρασε ή το νοίκιασε).|| ~ησε (τον) βαθμό η ομάδα. 6. (μτφ.-προφ.) συλλαμβάνω: Τους ~ησε η Αστυνομία. Πβ. γραπώνω, τσακώνω. 7. (μτφ.-προφ.) παίρνω κάτι από άλλους με επιδέξιο τρόπο: ~ησε δανεικά από τους φίλους του. (Για ποδοσφαιριστή) ~ησε την μπάλα. Πβ. βουτώ.τσιμπά & τσιμπάει 1. (για έντομο) τρυπά με το κεντρί το δέρμα ανθρώπου ή ζώου: Την ~σε κουνούπι. ~ήθηκε από τσιμπούρι. Πβ. κεντρίζει.|| (κατ' επέκτ., για ερπετό) Τον έχει ~ήσει φίδι (= δαγκώσει). 2. (για ψάρι) τρώει το δόλωμα. 3. (για πτηνό) πιάνει με το ράμφος: Τα πουλιά ~ούν τους σπόρους. ● Παθ.: τσιμπιέμαι (προφ.): ερωτεύομαι: ~ήθηκε μαζί της. Έχει ~ηθεί με τον ... ● ΦΡ.: τσίμπησαν οι τιμές (προφ.): αυξήθηκαν, είναι υψηλές: ~ησε η τιμή της βενζίνης., τον τσίμπησε (μύγα) τσε τσε/μύγα/αλογόμυγα βλ. τσετσέ, τσίμπησε το ψάρι βλ. ψάρι ● βλ. τσιμπημένος [< μεσν. τσιμπώ]

φόρος

φόροςφό-ρος ουσ. (αρσ.): ΟΙΚΟΝ. κάθε υποχρεωτική χρηματική εισφορά που καταβάλλεται από φυσικά ή νομικά πρόσωπα για την κάλυψη δαπανών του Δημοσίου: αναβαλλόμενος/αναλογικός/αναλογών (εσφαλμ. αναλογούν)/δημοτικός/έκτακτος/ελάχιστος/ενιαίος/ετήσιος/κοινοτικός/μηνιαίος/προοδευτικός ή κλιμακωτός/πρόσθετος/συμπληρωματικός/τοπικός ~. ~ δωρεάς/κεφαλαίου/κληρονομιάς/μεταβίβασης ακινήτων/πολυτελείας. Αποπληρωμή/αύξηση/δήλωση/εκκαθάριση/εξόφληση/επιστροφή/θέσπιση/κατάργηση/μείωση/παρακράτηση/προκαταβολή/συντελεστής/υπολογισμός ~ου. Άμεσοι/έμμεσοι/καταβλητέοι/λιμενικοί/παρακρατηθέντες ~οι. ~οι αεροδρομίου. Επιβολή/περικοπές ~ων. ~ επί των κερδών. Απαλλαγή από ~ο (= φοροαπαλλαγή). Υπαγωγή σε ~ο. Εισπράττει/καταβάλλει/πληρώνει ~ους. Είναι υποκείμενος/υπόχρεος σε ~ο (πβ. φορολογητέος). Πβ. δασμός, τέλος. ● ΣΥΜΠΛ.: οικολογικός/περιβαλλοντικός/πράσινος φόρος: ΟΙΚΟΛ. ο οποίος αφορά προϊόντα, υπηρεσίες ή δραστηριότητες που επιβαρύνουν το περιβάλλον. [< αγγλ. ecotax, γαλλ. écotaxe, 1992] , φόρος αυτόματου υπερτιμήματος & φόρος υπεραξίας: που επιβάλλεται στη διαφορά μεταξύ της τιμής κτήσης και της τιμής πώλησης ενός ακινήτου και καταβάλλεται από τον ιδιοκτήτη και πωλητή του ακινήτου., φόρος εισοδήματος: που αναλογεί στο καθαρό ετήσιο εισόδημα των φυσικών και νομικών προσώπων. [< αγγλ. income tax] , φόρος περιουσίας: που καταβάλλεται επί της καθαρής αξίας της περιουσίας του φορολογούμενου., φόρος προστιθέμενης αξίας (ακρ. ΦΠΑ): έμμεσος φόρος ο οποίος επιβάλλεται στην προστιθέμενη αξία προϊόντος ή υπηρεσίας και καταβάλλεται από τον καταναλωτή: ~ ~ στις νεόδμητες οικοδομές. Στην τιμή δεν περιλαμβάνεται ο ~ ~. [< αγγλ. value-added tax, 1935] , φόρος τιμής (μτφ.): οι τιμές που αποδίδονται συνήθ. σε νεκρό ως ένδειξη αναγνώρισης της προσφοράς του: Ο δήμος αποδίδει ~ο ~ σε έναν μεγάλο καλλιτέχνη/στη μνήμη της ... Αποτίω ~ο ~ στους ήρωες/στα θύματα του πολέμου., φόρος υποτέλειας/υποτελείας: χρηματικό ποσό που καταβάλλει μια κατακτημένη ή ημιανεξάρτητη χώρα στην κυρίαρχη., βεβαίωση φόρου βλ. βεβαίωση, κεφαλικός φόρος βλ. κεφαλικός, φόρος αίματος βλ. αίμα, φόρος κατανάλωσης βλ. κατανάλωση ● ΦΡ.: φόρου υποτελής βλ. υποτελής [< αρχ. φόρος, γαλλ. taxe, αγγλ. tax]

χτυπώ

χτυπώ[χτυπῶ] χτυ-πώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {χτυπ-άς ..., -ούν (προφ.) -άνε, -ώντας | χτύπ-ησα, -ήσει, -ιέμαι, -ήθηκα, -ηθεί, -ημένος} & χτυπάω & κτυπώ 1. ασκώ δύναμη σε κάτι, ώστε να παράγεται ήχος ή να εκτελείται μια ενέργεια: ~ την πόρτα (πβ. βαρώ). ~άει το ντέφι/τις χορδές της κιθάρας (πβ. κρούω). ~ παλαμάκια (πβ. χειροκροτώ).|| ~ τα πλήκτρα (= πληκτρολογώ). (ΑΘΛ.) ~ησε (= εκτέλεσε) το κόρνερ/πέναλτι. Τον ~ησε φιλικά στην πλάτη. (προφ.) ~ το εισιτήριο (= επικυρώνω).|| ~άει το κουδούνι/το ξυπνητήρι/ο συναγερμός/το τηλέφωνο. ~άνε οι καμπάνες (πβ. ηχώ, σημαίνω)/τα τύμπανα. Το ρολόι ~ησε μεσάνυχτα.|| ~ούν τα δόντια μου από το κρύο. Η καρδιά μου ~άει (= πάλλεται) δυνατά (: έχω αγωνία, καρδιο~). 2. ασκώ σωματική δύναμη, βία, καταφέρω πλήγμα: ~ (κάποιον) αλύπητα/βάναυσα/θανάσιμα (πβ. βαρώ, δέρνω, ξυλοκοπώ). ~ησε στο πρόσωπο/σαγόνι. Τον ~ησαν με γροθιές/κλομπ/ρόπαλο. Τα παιδιά ~ιούνταν στην αυλή (πβ. τσακώνομαι).|| (προφ.) Με ~άνε (: με κόβουν, στενεύουν) τα παπούτσια.|| Τους ~ησαν με όπλα/~ήθηκε από σφαίρα (πβ. πυροβολώ). Είναι άσχημα/βαριά/ελαφριά ~ημένος (: λαβω-, πληγω-μένος). (μτφ.) ~ημένος από (τον) καρκίνο. 3. πέφτω ορμητικά πάνω σε κάτι ή κάποιον: Η μοτοσικλέτα ~ησε στο μπροστινό μέρος του οχήματος (πβ. συγκρούομαι, τρακάρω). Η μπάλα ~ησε στο δοκάρι/ταμπλό. ~ημένο: αυτοκίνητο (= τρακαρισμένο).|| (προσκρούω πάνω σε κάτι και τραυματίζομαι:) ~ησα στο κεφάλι/στο πόδι. Έχω μώλωπες στο σημείο που ~ησα. Γλίστρησε και ~ησε. Τον ~ησε φορτηγό. ~ημένο: χέρι (= τραυματισμένο).|| (μτφ.) Τον ~ησε κεραυνός/το ρεύμα. Μέρος που το ~άει ο αέρας/άνεμος. Με ~ησε (= βάρεσε) η ζέστη (στο κεφάλι). Σε έχει ~ήσει ο έρωτας κατακούτελα. 4. προκαλώ καταστροφή, προσβάλλω, πλήττω: ~ τον αντίπαλο (πβ. επιτίθεμαι). Οι ληστές έχουν ~ήσει πολλές φορές στη γειτονιά (πβ. κλέβω, ληστεύω). ~ησε ο εγκέλαδος/τυφώνας.|| Επικίνδυνος ιός ~ά τους υπολογιστές (πβ. βλάπτω).|| (μτφ.) Τα σκάνδαλα ~ούν τον αθλητισμό. Οικονομία/χώρα που έχει ~ηθεί από την κρίση. 5. (μτφ.-προφ.) αντιμετωπίζω αποτελεσματικά προβληματική ή ανταγωνιστική κατάσταση: ~ούν τη διαφθορά/το κατεστημένο/το παραεμπόριο (πβ. καταπολεμώ, πατάσσω).|| Με το νέο μοντέλο η επιχείρηση θα ~ήσει την αγορά. Πβ. ανταγωνίζομαι. 6. ανακατεύω, κουνώ με δύναμη: ~ τον φραπέ. ~ τα υλικά στο γουδί/μίξερ/μπλέντερ/σέικερ. ~άμε τ' ασπράδια στο μπολ να γίνουν μαρέγκα. Πβ. αναδεύω, αναταράζω. 7. (μτφ.-προφ.) πετυχαίνω στόχο, κατακτώ κάτι ή εκτελώ έργο με έντονο τρόπο: Η εκπομπή ~άει υψηλά νούμερα τηλεθέασης. Η ομάδα θα προσπαθήσει να ~ήσει μετάλλιο/την πρώτη θέση (πβ. διεκδικώ). ~ησα ένα φόρεμα στις εκπτώσεις (: αγόρασα)! Η θερμοκρασία ~ησε τους (: ανέβηκε στους) 38 βαθμούς. Πάμε να ~ήσουμε μπριζόλες (: να τσακίσουμε, φάμε).|| ~ (: δουλεύω) δεκάωρα κάθε μέρα στη δουλειά. (στρατιωτική αργκό) ~άει σκοπιές/υπηρεσίες (: κάνει). 8. (μτφ.-προφ.) υπενθυμίζω σε κάποιον κάτι που έκανε, κατακρίνοντάς τον: Άργησα κι εγώ μια φορά και θα μου το ~άς (= κοπανάς) συνέχεια; 9. (μτφ.-προφ.) κατηγορώ, επικρίνω: ~άνε το έργο του. Τους ~άνε τα ΜΜΕ. Πβ. βάλλω, μέμφομαι, πολεμώ. ● Παθ.: χτυπιέμαι (προφ.): κάνω εντατικά ή με ένταση κάτι· εκδηλώνω με έντονες σωματικές κινήσεις την οργή ή τα νεύρα μου: ~ιέται στο γυμναστήριο/στα κλαμπ (: χορεύει έντονα).|| ~ιόταν φωνάζοντας. Πβ. οδύρομαι. ΣΥΝ. κοπανιέμαι ● ΦΡ.: μου χτυπάει & χτυπάει (προφ.): μου προκαλεί εντύπωση, συνήθ. αρνητική: Δεν ~ ~ησε καλά αυτό που είπε. ~ ~ησαν άσχημα αυτά που διάβασα. Η αντίδρασή/το ύφος του χτυπάει περίεργα. Βλ. μου φαίνεται., που να/(όσο) και να χτυπιέσαι (προφ.): για να δηλωθεί ότι κάτι δεν πρόκειται να γίνει σε καμιά περίπτωση, όσο κι αν προσπαθήσει κάποιος: ~ ~ δεν θα σε δεχτεί. Δεν τους ξαναδίνω λεφτά ~ ~ιούνται κάτω., χτύπα/να χτυπήσω ξύλο!: ως έκφραση αποτροπής δυσάρεστων καταστάσεων, που συχνά συνοδεύεται από αντίστοιχη κίνηση: ~ ~! Είμαι μια χαρά στην υγεία μου. Βλ. ματιάζω. ΣΥΝ. κουνήσου από τη θέση σου, κούφια η ώρα (που τ' ακούει), φάε/δάγκωσε/κατάπιε τη γλώσσα σου!, χτυπάει τις τιμές (στο εμπόριο): παρέχει υπηρεσίες, πουλά προϊόντα σε ανταγωνιστικές ή αντίθετα σε αρκετά υψηλές τιμές: Η εταιρεία με πιο φτηνές χρεώσεις έρχεται να ~ήσει ~.|| Δεν υπάρχει άλλο μαγαζί στην περιοχή και έτσι ~ ~ (ΑΝΤ. μειώνει, ρίχνει τις τιμές)., χτυπάω εκεί που πονάει (μτφ.): θίγω το ευαίσθητο σημείο: Οι δηλώσεις/υπαινιγμοί του ~άνε εκεί που πονάμε περισσότερο., χτυπάω κάρτα: εισάγω κάρτα σε μηχάνημα, για να καταγραφεί η ώρα προσέλευσης ή αποχώρησής μου από τον χώρο εργασίας· γενικότ. δίνω το παρών κάπου μια συγκεκριμένη ώρα: ~ει ~ στην υπηρεσία του.|| (μτφ.) ~άμε ~ κάθε μεσημέρι στην καφετέρια., βαράει προσοχή/προσοχές βλ. προσοχή, βαράω/χτυπάω ενέσεις βλ. ένεση, βαράω/χτυπάω μπιέλα/μπιέλες βλ. μπιέλα, βαράω/χτυπάω το κεφάλι μου (στον τοίχο) βλ. κεφάλι, βγάζει μάτι/χτυπάει στο μάτι βλ. μάτι, για ποιον χτυπά(ει) η καμπάνα; βλ. καμπάνα1, η καρδιά μου χτυπάει σαν ταμπούρλο βλ. καρδιά, θα σε χτυπήσω (κάτω) σαν χταπόδι! βλ. χταπόδι, κάτι μου χτυπάει την πόρτα βλ. πόρτα, λύνομαι/χτυπιέμαι στο γέλιο/στα γέλια βλ. γέλιο, μου τη δίνει/μου τη σπάει βλ. δίνω, πάρε τον ένα(ν) (και) χτύπα τον άλλον βλ. παίρνω, που να/όσο και να χτυπάς τον κώλο σου κάτω βλ. κώλος, στο κόκκινο/χτυπάω κόκκινο βλ. κόκκινος, το θερμόμετρο χτυπάει/χτύπησε κόκκινο βλ. θερμόμετρο, το(ν) βλέπει/χτυπά(ει) ο ήλιος βλ. ήλιος, χτυπάει/βαράει (κάποιον) στο κεφάλι βλ. κεφάλι, χτυπάει/κρούει το καμπανάκι βλ. καμπανάκι, χτυπάω πόρτες βλ. πόρτα, χτύπησε κέντρο βλ. κέντρο, χτυπιέμαι (κάτω) σαν χταπόδι βλ. χταπόδι, χτυπώ λάθος πόρτα βλ. πόρτα, χτυπώ φλέβα βλ. φλέβα, χτυπώ/αντιμετωπίζω/καταπολεμώ/πολεμώ το κακό στη ρίζα του βλ. ρίζα, χτυπώ/βαρώ/ρίχνω/πυροβολώ στο ψαχνό βλ. ψαχνό [< μεσν. χτυπώ < αρχ. κτυπῶ ‘αντηχώ, βροντώ’]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.