Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • τιμωρία τι-μω-ρί-α ουσ. (θηλ.): ποινή που επιβάλλεται για παράτυπη, παράνομη ή αξιόμεμπτη πράξη: άδικη/άμεση/απάνθρωπη/αποτελεσματική/αποτρεπτική/ατιμωτική/αυστηρή/βαριά/δίκαιη/επιεικής/ομαδική/παραδειγματική/πειθαρχική/ποινική/σκληρή/σοβαρή/συλλογική/σχολική/σωματική (βλ. βία) ~. ~ των επίορκων/των παραβατών/των υπευθύνων. ~ αστυνομικού με οριστική/προσωρινή παύση. Διαφεύγουν της ~ας/την ~ οι ένοχοι. Δεν άξιζε τέτοια ~. Υπόκειμαι σε ~. Βλ. αυτο~, πάταξη, πειθαρχία, σωφρονισμός.|| Βλέπει το διάβασμα σαν ~ (πβ. αγγαρεία, καταναγκαστικά έργα).|| (προφ.) Για ~ σου δεν θα δεις τηλεόραση. Αν δεν κάτσεις ήσυχη, σε περιμένει ~. ΑΝΤ. ανταμοιβή, επιβράβευση.|| Αγωνιστική ~. Σιωπηρή ~ διαιτητή/παίκτη (: αφαίρεση του δικαιώματος συμμετοχής στις επόμενες αγωνιστικές). ~ της ομάδας από την πειθαρχική επιτροπή. ~ για αντιαθλητική συμπεριφορά. Μείωση της ~ας. Κινδυνεύει με ~. Εκτίει την ~ του.|| (σε εκκλησιαστικά κείμενα) Η αιώνια/επίγεια/μεταθανάτια ~ των ασεβών.|| Η ~ της απληστίας. ΣΥΝ. κολασμός ● ΣΥΜΠΛ.: Θεία Δίκη βλ. δίκη ● ΦΡ.: βάζω κάποιον τιμωρία (συνήθ. για μικρά παιδιά): τον τιμωρώ: Ο δάσκαλος μας έβαλε ~ να γράψουμε ..., έγκλημα και τιμωρία βλ. έγκλημα [< μτγν. τιμωρία]

δίκη

δίκηδί-κη ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. εκδίκαση υπόθεσης: αστική/δημόσια (= ανοιχτή)/δίκαιη/ιστορική/κύρια/μακροχρόνια/ποινική/πολιτική/πολύκροτη ~ (πβ. δικαστικός αγώνας). ~ ερήμην/κεκλεισμένων των θυρών. ~ προθέσεων (βλ. εικασία). Αναβολή/αναστολή/διακοπή/διεξαγωγή/έκβαση/πρακτικά/στάδια (της) ~ης. Κέρδισα/έχασα τη ~ (= το δικαστήριο, αθωώθηκα/καταδικάστηκα). Καταθέτω/παρίσταμαι σε ~ (πβ. ακροαματική διαδικασία). Παραπέμφθηκε σε ~. Πέρασε από/σύρθηκε σε ~ (= δικάστηκε). Η ~ του αιώνα. Είναι βασικός μάρτυρας στη ~. Βλ. κατα~, τηλε~. ● ΣΥΜΠΛ.: Θεία Δίκη & (προφ.) θεία τιμωρία: ανταπόδοση, πληρωμή από τον Θεό για αδικία που διαπράχθηκε: Υπάρχει και ~ ~ (: υπάρχει Θεός!). Πβ. νέμεση., αναθεώρηση/αναψηλάφηση της δίκης/της υπόθεσης βλ. αναθεώρηση, ανακοίνωση δίκης βλ. ανακοίνωση, εργολαβία δίκης βλ. εργολαβία ● ΦΡ.: μηδενί δίκην δικάσης, πριν αμφοίν μύθον ακούσης: (αρχ. ρητό) μην καταλήξεις σε κάποιο συμπέρασμα, προτού ακούσεις και τις δύο πλευρές., έστι δίκης οφθαλμός ος τα πανθ' ορά βλ. ορώ [< αρχ. δίκη]

έγκλημα

έγκλημα[ἔγκλημα] έ-γκλη-μα ουσ. (ουδ.) {εγκλήμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. ΝΟΜ. άδικη πράξη ή παράλειψη καθήκοντος που τιμωρείται από τον νόμο· ειδικότ. ανθρωποκτονία: αυτόφωρο ~. ~ βίας/μίσους/πάθους. ~ κατά της ζωής/της ιδιοκτησίας/της φύσης (= οικολογικό ~). ~ εκ προμελέτης/εξ αμελείας/με δόλο/με πρόθεση. Το ~ της αρχαιοκαπηλίας/του εμπρησμού/της εσχάτης προδοσίας/της σεξουαλικής κακοποίησης. Καταδικάστηκε/κατηγορείται για ~. (Ηθικός) αυτουργός/διαλεύκανση/εκδίκαση/ένοχος/εξιχνίαση/θύμα/κίνητρα/μάρτυρες/παραγραφή/πρόληψη/καταστολή/τέλεση ~ατος. Συνεργοί στο ~. Βασικά/θρησκευτικά/οικονομικά (βλ. φοροδιαφυγή)/ρατσιστικά ~ατα. Αποκαλύπτω/διαπράττω/ομολογώ/σκεπάζω ένα ~. Στα ίχνη του ~ατος. ~ σε βαθμό κακουργήματος. Βλ. πλημμέλημα, πταίσμα.|| Άγριο/αποτρόπαιο/ειδεχθές/πρωτοφανές/στυγερό/φρικιαστικό ~. ~ εν ψυχρώ. Βασικός ύποπτος για το ~. (ως παραθετικό σύνθ.) ~-μυστήριο (= μυστηριώδες). Πβ. δολοφονία, φόνος. ΣΥΝ. εγκληματική ενέργεια (1) 2. (μτφ.-εμφατ.) ενέργεια που θεωρείται απαράδεκτη· λάθος, συνήθ. με πολύ δυσάρεστες συνέπειες: ~ κατά/σε βάρος του λαού. Μέγιστο/έσχατο ~. Είναι ~ να λέω τη γνώμη μου ξεκάθαρα; ● ΣΥΜΠΛ.: διαρκές έγκλημα: ΝΟΜ. του οποίου η ενέργεια συνεχίζεται και μετά την τέλεσή του, π.χ. αρπαγή ανηλίκου· κατ' επέκτ. που δεν παραγράφεται λόγω των σοβαρών του συνεπειών: ~ ~ κατά του περιβάλλοντος., εγκλήματα πολέμου: που διαπράττονται κατά τη διάρκεια πολέμου, παραβιάζοντας διεθνείς συμβάσεις (π.χ. βασανιστήρια αιχμαλώτων). [< αγγλ. war crimes, 1906] , ηλεκτρονικό έγκλημα & ηλεκτρονική εγκληματικότητα: ΔΙΑΔΙΚΤ. κάθε αξιόποινη πράξη που τελείται μέσω υπολογιστή ή δικτύου: κράκερ/χάκερ και ~ ~. Πάταξη του ~ού ~ατος. Υπηρεσία Δίωξης ~ού ~ατος. Βλ. δικτυοπειρατεία, ηλεκτρονικό εμπόριο. ΣΥΝ. κυβερνοέγκλημα [< αγγλ. electronic/e- crime] , οργανωμένο έγκλημα: εγκληματικές οργανώσεις ή/και η παράνομη δραστηριότητά τους: διασυνοριακό/διεθνές ~ ~. Τα δίκτυα/τα κυκλώματα/οι νονοί του ~ου ~ατος. Το εμπόριο ανθρώπων ως μορφή ~ου ~ατος. Βλ. μαφία, συμμορία, τρομοκρατία, υπόκοσμος. [< αγγλ. organized crime, 1929] , πειστήρια του εγκλήματος: αποδεικτικά στοιχεία για τη διάπραξή του: Εξαφάνισε/ψάχνει για τα ~ ~. Τα ~ ~ εξετάζονται στο εγκληματολογικό εργαστήριο. Πβ. τεκμήριο., πολιτικό έγκλημα/αδίκημα: κάθε πράξη που παραβιάζει την έννομη λειτουργία ή την οργάνωση ενός κράτους., στιγμιαίο έγκλημα: ΝΟΜ. έγκλημα που ολοκληρώνεται τη στιγμή που τελείται. Βλ. φόνος., τόπος του εγκλήματος: το σημείο όπου διαπράχθηκε ένα έγκλημα: Εξέταση/έρευνα στον ~ο ~. Συνελήφθη στον ~ο ~. Ο δολοφόνος γυρνάει/επιστρέφει πάντα στον ~ο ~., αναπαράσταση (του) εγκλήματος βλ. αναπαράσταση, έγκλημα καθοσιώσεως βλ. καθοσίωση, ιδιώνυμο αδίκημα/έγκλημα βλ. αδίκημα, οικονομικό έγκλημα βλ. οικονομικός, σώμα του εγκλήματος βλ. σώμα ● ΦΡ.: έγκλημα και τιμωρία: σε περιπτώσεις που μια αξιόποινη πράξη τιμωρείται τελικά με δίκαιο και παραδειγματικό τρόπο., έγκλημα κατά της ανθρωπότητας : κτηνώδης, ανήθικη πράξη (π.χ. εξολόθρευση ή υποδούλωση) σε βάρος ολόκληρου πληθυσμού ή τμήματός του για φυλετικούς, θρησκευτικούς ή άλλους λόγους. Βλ. γενοκτονία, ολοκαύτωμα., εγκλήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας: ΝΟΜ. βιασμός, αποπλάνηση ανηλίκου, σεξουαλική κακοποίηση: ~ ~ και εγκλήματα οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής., αποδοχή προϊόντων εγκλήματος βλ. αποδοχή, εγκλήματα κατά των ηθών βλ. ήθος [< αρχ. ἔγκλημα ‘κατηγορητήριο, μήνυση’, γαλλ.-αγγλ. crime]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.