τιμωρία τι-μω-ρί-α ουσ. (θηλ.): ποινή που επιβάλλεται για παράτυπη, παράνομη ή αξιόμεμπτη πράξη: άδικη/άμεση/απάνθρωπη/αποτελεσματική/αποτρεπτική/ατιμωτική/αυστηρή/βαριά/δίκαιη/επιεικής/ομαδική/παραδειγματική/πειθαρχική/ποινική/σκληρή/σοβαρή/συλλογική/σχολική/σωματική (βλ. βία) ~. ~ των επίορκων/των παραβατών/των υπευθύνων. ~ αστυνομικού με οριστική/προσωρινή παύση. Διαφεύγουν της ~ας/την ~ οι ένοχοι. Δεν άξιζε τέτοια ~. Υπόκειμαι σε ~. Βλ. αυτο~, πάταξη, πειθαρχία, σωφρονισμός.|| Βλέπει το διάβασμα σαν ~ (πβ. αγγαρεία, καταναγκαστικά έργα).|| (προφ.) Για ~ σου δεν θα δεις τηλεόραση. Αν δεν κάτσεις ήσυχη, σε περιμένει ~. ΑΝΤ. ανταμοιβή, επιβράβευση.|| Αγωνιστική ~. Σιωπηρή ~ διαιτητή/παίκτη (: αφαίρεση του δικαιώματος συμμετοχής στις επόμενες αγωνιστικές). ~ της ομάδας από την πειθαρχική επιτροπή. ~ για αντιαθλητική συμπεριφορά. Μείωση της ~ας. Κινδυνεύει με ~. Εκτίει την ~ του.|| (σε εκκλησιαστικά κείμενα) Η αιώνια/επίγεια/μεταθανάτια ~ των ασεβών.|| Η ~ της απληστίας. ΣΥΝ. κολασμός ● ΣΥΜΠΛ.: Θεία Δίκη βλ. δίκη ● ΦΡ.: βάζω κάποιον τιμωρία (συνήθ. για μικρά παιδιά): τον τιμωρώ: Ο δάσκαλος μας έβαλε ~ να γράψουμε ..., έγκλημα και τιμωρία βλ. έγκλημα [< μτγν. τιμωρία]
δίκη
δίκηδί-κη ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. εκδίκαση υπόθεσης: αστική/δημόσια (= ανοιχτή)/δίκαιη/ιστορική/κύρια/μακροχρόνια/ποινική/πολιτική/πολύκροτη ~ (πβ. δικαστικός αγώνας). ~ ερήμην/κεκλεισμένων των θυρών. ~ προθέσεων (βλ. εικασία). Αναβολή/αναστολή/διακοπή/διεξαγωγή/έκβαση/πρακτικά/στάδια (της) ~ης. Κέρδισα/έχασα τη ~ (= το δικαστήριο, αθωώθηκα/καταδικάστηκα). Καταθέτω/παρίσταμαι σε ~ (πβ. ακροαματική διαδικασία). Παραπέμφθηκε σε ~. Πέρασε από/σύρθηκε σε ~ (= δικάστηκε). Η ~ του αιώνα. Είναι βασικός μάρτυρας στη ~. Βλ. κατα~, τηλε~. ● ΣΥΜΠΛ.: Θεία Δίκη & (προφ.) θεία τιμωρία: ανταπόδοση, πληρωμή από τον Θεό για αδικία που διαπράχθηκε: Υπάρχει και ~ ~ (: υπάρχει Θεός!). Πβ. νέμεση., αναθεώρηση/αναψηλάφηση της δίκης/της υπόθεσης βλ. αναθεώρηση, ανακοίνωση δίκης βλ. ανακοίνωση, εργολαβία δίκης βλ. εργολαβία ● ΦΡ.: μηδενί δίκην δικάσης, πριν αμφοίν μύθον ακούσης: (αρχ. ρητό) μην καταλήξεις σε κάποιο συμπέρασμα, προτού ακούσεις και τις δύο πλευρές., έστι δίκης οφθαλμός ος τα πανθ' ορά βλ. ορώ [< αρχ. δίκη]
έγκλημα
έγκλημα[ἔγκλημα] έ-γκλη-μα ουσ. (ουδ.) {εγκλήμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. ΝΟΜ. άδικη πράξη ή παράλειψη καθήκοντος που τιμωρείται από τον νόμο· ειδικότ. ανθρωποκτονία: αυτόφωρο ~. ~ βίας/μίσους/πάθους. ~ κατά της ζωής/της ιδιοκτησίας/της φύσης (= οικολογικό ~). ~ εκ προμελέτης/εξ αμελείας/με δόλο/με πρόθεση. Το ~ της αρχαιοκαπηλίας/του εμπρησμού/της εσχάτης προδοσίας/της σεξουαλικής κακοποίησης. Καταδικάστηκε/κατηγορείται για ~. (Ηθικός) αυτουργός/διαλεύκανση/εκδίκαση/ένοχος/εξιχνίαση/θύμα/κίνητρα/μάρτυρες/παραγραφή/πρόληψη/καταστολή/τέλεση ~ατος. Συνεργοί στο ~. Βασικά/θρησκευτικά/οικονομικά (βλ. φοροδιαφυγή)/ρατσιστικά ~ατα. Αποκαλύπτω/διαπράττω/ομολογώ/σκεπάζω ένα ~. Στα ίχνη του ~ατος. ~ σε βαθμό κακουργήματος. Βλ. πλημμέλημα, πταίσμα.|| Άγριο/αποτρόπαιο/ειδεχθές/πρωτοφανές/στυγερό/φρικιαστικό ~. ~ εν ψυχρώ. Βασικός ύποπτος για το ~. (ως παραθετικό σύνθ.) ~-μυστήριο (= μυστηριώδες). Πβ. δολοφονία, φόνος. ΣΥΝ. εγκληματική ενέργεια (1) 2. (μτφ.-εμφατ.) ενέργεια που θεωρείται απαράδεκτη· λάθος, συνήθ. με πολύ δυσάρεστες συνέπειες: ~ κατά/σε βάρος του λαού.Μέγιστο/έσχατο ~. Είναι ~ να λέω τη γνώμη μου ξεκάθαρα; ● ΣΥΜΠΛ.: διαρκές έγκλημα: ΝΟΜ. του οποίου η ενέργεια συνεχίζεται και μετά την τέλεσή του, π.χ. αρπαγή ανηλίκου· κατ' επέκτ. που δεν παραγράφεται λόγω των σοβαρών του συνεπειών: ~ ~ κατά του περιβάλλοντος., εγκλήματα πολέμου: που διαπράττονται κατά τη διάρκεια πολέμου, παραβιάζοντας διεθνείς συμβάσεις (π.χ. βασανιστήρια αιχμαλώτων). [< αγγλ. war crimes, 1906] , ηλεκτρονικό έγκλημα & ηλεκτρονική εγκληματικότητα: ΔΙΑΔΙΚΤ. κάθε αξιόποινη πράξη που τελείται μέσω υπολογιστή ή δικτύου: κράκερ/χάκερ και ~ ~. Πάταξη του ~ού ~ατος. Υπηρεσία Δίωξης ~ού ~ατος. Βλ. δικτυοπειρατεία, ηλεκτρονικό εμπόριο. ΣΥΝ. κυβερνοέγκλημα [< αγγλ. electronic/e- crime] , οργανωμένο έγκλημα: εγκληματικές οργανώσεις ή/και η παράνομη δραστηριότητά τους: διασυνοριακό/διεθνές ~ ~. Τα δίκτυα/τα κυκλώματα/οι νονοί του ~ου ~ατος. Το εμπόριο ανθρώπων ως μορφή ~ου ~ατος. Βλ. μαφία, συμμορία, τρομοκρατία, υπόκοσμος. [< αγγλ. organized crime, 1929] , πειστήρια του εγκλήματος: αποδεικτικά στοιχεία για τη διάπραξή του: Εξαφάνισε/ψάχνει για τα ~ ~. Τα ~ ~ εξετάζονται στο εγκληματολογικό εργαστήριο. Πβ. τεκμήριο., πολιτικό έγκλημα/αδίκημα: κάθε πράξη που παραβιάζει την έννομη λειτουργία ή την οργάνωση ενός κράτους., στιγμιαίο έγκλημα: ΝΟΜ. έγκλημα που ολοκληρώνεται τη στιγμή που τελείται. Βλ. φόνος., τόπος του εγκλήματος: το σημείο όπου διαπράχθηκε ένα έγκλημα: Εξέταση/έρευνα στον ~ο ~. Συνελήφθη στον ~ο ~. Ο δολοφόνος γυρνάει/επιστρέφει πάντα στον ~ο ~., αναπαράσταση (του) εγκλήματος βλ. αναπαράσταση, έγκλημα καθοσιώσεως βλ. καθοσίωση, ιδιώνυμο αδίκημα/έγκλημα βλ. αδίκημα, οικονομικό έγκλημα βλ. οικονομικός, σώμα του εγκλήματος βλ. σώμα ● ΦΡ.: έγκλημα και τιμωρία: σε περιπτώσεις που μια αξιόποινη πράξη τιμωρείται τελικά με δίκαιο και παραδειγματικό τρόπο., έγκλημα κατά της ανθρωπότητας: κτηνώδης, ανήθικη πράξη (π.χ. εξολόθρευση ή υποδούλωση) σε βάρος ολόκληρου πληθυσμού ή τμήματός του για φυλετικούς, θρησκευτικούς ή άλλους λόγους. Βλ. γενοκτονία, ολοκαύτωμα., εγκλήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας: ΝΟΜ. βιασμός, αποπλάνηση ανηλίκου, σεξουαλική κακοποίηση: ~ ~ και εγκλήματα οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής., αποδοχή προϊόντων εγκλήματος βλ. αποδοχή, εγκλήματα κατά των ηθών βλ. ήθος [< αρχ. ἔγκλημα ‘κατηγορητήριο, μήνυση’, γαλλ.-αγγλ. crime]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.